Φορολογητέα αξία ΦΠΑ: οι υποχρεώσεις της επιχείρησης
Σε μια συναλλαγή, η αξία του αγαθού ή της υπηρεσίας μπορεί να συνοδεύεται από πρόσθετες χρεώσεις. Η επιχείρηση μπορεί να επιβαρύνει τον πελάτη με έξοδα μεταφοράς, συσκευασίας ή ασφάλισης. Σε μια πώληση με πίστωση μπορεί να υπάρχουν και τόκοι. Για τον ΦΠΑ, επομένως, χρειάζεται να εξεταστεί τι περιλαμβάνει το ποσό πάνω στο οποίο υπολογίζεται ο φόρος: αυτό είναι, με απλά λόγια, η φορολογητέα αξία.
Οι σχετικές προβλέψεις κατονομάζουν επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν την αξία. Περιγράφουν επίσης προϋποθέσεις για ποσά που εισπράττονται προς κάλυψη δαπανών στο όνομα και για λογαριασμό πελάτη, καθώς και ειδικό κανόνα για κάρτες τηλεπικοινωνίας και συγκεκριμένα εισιτήρια μεταφοράς προσώπων. Το ζητούμενο είναι να κατανοηθεί ο χαρακτήρας κάθε ποσού, ώστε μια πρόσθετη χρέωση να μη θεωρείται αυτομάτως ανεξάρτητη από τη συναλλαγή που συνοδεύει.
Η φορολογητέα αξία και οι επιμέρους χρεώσεις
Το θέμα αφορά την παράδοση αγαθών, την ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών. Στην καθημερινή γλώσσα, η παράδοση αγαθών αφορά το αγαθό που παραδίδεται στον αγοραστή, ενώ η παροχή υπηρεσιών αφορά την υπηρεσία που λαμβάνει ο πελάτης. Οι κανόνες για τις επιβαρύνσεις αναφέρονται αντίστοιχα στον αγοραστή των αγαθών και στον λήπτη των υπηρεσιών.
Η δυσκολία βρίσκεται συχνά στη διάκριση ανάμεσα στην κύρια χρέωση και σε όσα τη συνοδεύουν. Ένα έξοδο μπορεί να περιγράφεται ξεχωριστά στη συμφωνία, αλλά αυτό δεν απαντά από μόνο του στο ερώτημα αν περιλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία. Για τις κατηγορίες που κατονομάζονται ρητά, η απάντηση προκύπτει από τον κανόνα που τις αφορά.
Χρειάζεται, λοιπόν, να διαβάζεται ολόκληρη η περιγραφή: ποια είναι η επιβάρυνση, ποιος τη χρεώνει και σε ποιον. Ιδίως στα παρεπόμενα έξοδα, η πρόβλεψη αφορά εκείνα με τα οποία ο προμηθευτής επιβαρύνει τον αγοραστή ή τον λήπτη της υπηρεσίας. Αυτή η σύνδεση με τη χρέωση προς τον πελάτη είναι μέρος του κανόνα και βοηθά να γίνει κατανοητό το πεδίο του.
Τόκοι πωλήσεων με πίστωση
Πώληση με πίστωση σημαίνει, με απλά λόγια, ότι η πώληση συνδέεται με πληρωμή αργότερα. Όταν υπάρχουν τόκοι αυτής της πώλησης, η σχετική πρόβλεψη τους περιλαμβάνει στη φορολογητέα αξία. Η αναφορά στους τόκους είναι ρητή και βρίσκεται μαζί με την πρόβλεψη για τα παρεπόμενα έξοδα.
Για την επιχείρηση, το ουσιαστικό σημείο είναι ότι ο τόκος της πώλησης με πίστωση δεν παραλείπεται επειδή παρουσιάζεται ως πρόσθετη χρέωση. Η περιγραφή του ως τόκου εξηγεί τι αφορά το ποσό, αλλά δεν αναιρεί τη συμπερίληψή του. Παράλληλα, η συγκεκριμένη διατύπωση αφορά τους τόκους των επί πιστώσει πωλήσεων. Δεν αποτελεί βάση για να αποδοθεί ο ίδιος χειρισμός σε κάθε άλλη συναλλαγή ή επιβάρυνση στην οποία χρησιμοποιείται η λέξη «τόκος».
Τι σημαίνει «παρεπόμενα έξοδα»
Παρεπόμενα είναι εδώ τα έξοδα που συνοδεύουν την παράδοση του αγαθού ή την παροχή της υπηρεσίας και με τα οποία ο προμηθευτής επιβαρύνει τον πελάτη. Στη φορολογητέα αξία περιλαμβάνονται έξοδα προμήθειας, μεσιτείας, συσκευασίας, ασφάλισης, μεταφοράς και φορτοεκφόρτωσης. Η κατονομασία τους δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στον όρο, ώστε να μη μένει μια αφηρημένη λογιστική έννοια.
Η συσκευασία είναι ένα εύκολα κατανοητό παράδειγμα: ο αγοραστής χρεώνεται από τον προμηθευτή για τη συσκευασία του αγαθού που παραλαμβάνει. Παρότι η περιγραφή της διαφέρει από την περιγραφή του ίδιου του αγαθού, το σχετικό έξοδο περιλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία. Αντίστοιχα, η ασφάλιση κατονομάζεται ως παρεπόμενο έξοδο όταν ο προμηθευτής επιβαρύνει με αυτήν τον πελάτη.
Η μεταφορά και η φορτοεκφόρτωση αναφέρονται χωριστά. Η μεταφορά αφορά τη μετακίνηση του αγαθού, ενώ η φορτοεκφόρτωση αφορά τη φόρτωση και την εκφόρτωσή του. Η διαφορετική περιγραφή των εργασιών εξηγεί γιατί μπορεί να εμφανίζονται διαφορετικές χρεώσεις. Για τις επιβαρύνσεις που περιγράφει ο κανόνας, όμως, και οι δύο κατηγορίες περιλαμβάνονται στη φορολογητέα αξία.
Το ίδιο ισχύει για τα έξοδα προμήθειας και μεσιτείας που χρεώνει ο προμηθευτής στον αγοραστή ή στον λήπτη της υπηρεσίας. Η πρόβλεψη δεν περιορίζεται, επομένως, σε έξοδα που συνδέονται με τη φυσική μετακίνηση ή την προστασία ενός αγαθού. Περιλαμβάνει και τις συγκεκριμένες χρεώσεις προμήθειας και μεσιτείας που αναφέρει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δαπάνη της επιχείρησης αντιμετωπίζεται εδώ με τον ίδιο τρόπο. Το στοιχείο που εξετάζεται είναι το έξοδο με το οποίο ο προμηθευτής επιβαρύνει τον πελάτη, όπως περιγράφεται στη σχετική πρόβλεψη. Η διάκριση αυτή κρατά την εξήγηση συνδεδεμένη με τη συγκεκριμένη συναλλαγή και με τις επιβαρύνσεις που πράγματι αναφέρονται.
Γιατί η ιδιαίτερη συμφωνία δεν αλλάζει τον κανόνα
Μια ιδιαίτερη συμφωνία σημαίνει ότι το συγκεκριμένο έξοδο έχει συμφωνηθεί χωριστά. Για παράδειγμα, η μεταφορά μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης συμφωνίας ανάμεσα στον προμηθευτή και στον αγοραστή. Η πρόβλεψη ορίζει ότι τα παρεπόμενα έξοδα περιλαμβάνονται στη φορολογητέα αξία ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση.
Αυτό απαντά σε μια πρακτική παρανόηση: η αυτοτελής συμφωνία για το έξοδο δεν αρκεί για να το αφήσει έξω από τη φορολογητέα αξία. Το έξοδο εξακολουθεί να εξετάζεται ως επιβάρυνση που χρεώνει ο προμηθευτής στον πελάτη. Η χωριστή συμφωνία εξηγεί πώς συμφωνήθηκε η χρέωση· δεν αποτελεί, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διατύπωση, λόγο διαφορετικής αντιμετώπισής της.
Η σημασία του κανόνα γίνεται πιο καθαρή όταν υπάρχουν περισσότερες επιμέρους χρεώσεις. Η μεταφορά, η συσκευασία και η ασφάλιση μπορεί να έχουν διαφορετικές περιγραφές και να αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης συμφωνίας. Η επιχείρηση χρειάζεται να αναγνωρίζει τι αφορά καθεμία, χωρίς να θεωρεί ότι ο τρόπος συμφωνίας της υποκαθιστά τον κανόνα για τη συμπερίληψή της.
Φόροι, δικαιώματα, εισφορές και τέλη
Στη φορολογητέα αξία περιλαμβάνονται επίσης οι κάθε είδους φόροι, τα δικαιώματα, οι εισφορές, τα τέλη υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων και τα τέλη χαρτοσήμου, με εξαίρεση τον ίδιο τον ΦΠΑ. Πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες επιβαρύνσεων, τις οποίες η πρόβλεψη απαριθμεί μαζί. Η αναφορά τόσο στο Δημόσιο όσο και σε τρίτους δείχνει ότι το κείμενο δεν περιορίζει τα τέλη μόνο σε εκείνα υπέρ του Δημοσίου.
Για τον μη ειδικό, το χρήσιμο σημείο είναι ότι η ονομασία «φόρος» ή «τέλος» δεν σημαίνει από μόνη της πως το ποσό βρίσκεται έξω από τη φορολογητέα αξία. Στην πρόβλεψη που εξετάζουμε, αυτές οι κατηγορίες περιλαμβάνονται ρητά, πάντοτε με την εξαίρεση του ίδιου του ΦΠΑ. Αντίστοιχα, τα τέλη χαρτοσήμου κατονομάζονται και δεν χρειάζεται να συναχθεί η συμπερίληψή τους από κάποια γενικότερη περιγραφή.
Δαπάνες στο όνομα και για λογαριασμό του πελάτη
Διαφορετική περίπτωση περιγράφεται για ποσά που λαμβάνει ο υποκείμενος στον φόρο, δηλαδή εδώ η επιχείρηση, από τον αγοραστή ή τον λήπτη της υπηρεσίας για να καλυφθούν δαπάνες που πραγματοποιεί στο όνομα και για λογαριασμό τους. Η διατύπωση δεν αφορά απλώς ένα έξοδο που σχετίζεται με τον πελάτη. Συνδέει τη δαπάνη με το πρόσωπο στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται.
Οι λέξεις «στο όνομα» αποκτούν συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα από τα παραστατικά. Τα σχετικά παραστατικά πρέπει να έχουν εκδοθεί στο όνομα του αγοραστή των αγαθών ή του λήπτη των υπηρεσιών. Επομένως, ο χαρακτηρισμός μιας είσπραξης ως «κάλυψη εξόδων πελάτη» δεν αποδίδει μόνος του ολόκληρη την περίπτωση. Η περιγραφή της συνδέεται και με το όνομα που αναγράφεται στα στοιχεία της δαπάνης.
Προβλέπεται ακόμη η καταχώριση των ποσών σε λογαριασμό στα λογιστικά αρχεία, δηλαδή στα βιβλία της επιχείρησης, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 4308/2014. Το διαθέσιμο στοιχείο θέτει αυτήν την προϋπόθεση, χωρίς να προσδιορίζει εδώ κάποια πρόσθετη διαδικασία ή συγκεκριμένη ονομασία λογαριασμού.
Από τα παραστατικά πρέπει επίσης να προκύπτει το πραγματικό ποσό των δαπανών. Έτσι, η τεκμηρίωση δεν περιορίζεται στο ποιον αφορά η δαπάνη: δείχνει και το ύψος της. Επιπλέον, τα παραστατικά παραδίδονται στον αγοραστή ή στον λήπτη της υπηρεσίας που αφορούν. Η έκδοση στο όνομά του και η παράδοσή τους είναι διακριτά στοιχεία της ίδιας περιγραφής.
Οι προϋποθέσεις αυτές διαβάζονται μαζί. Η καταχώριση στα βιβλία δεν υποκαθιστά την έκδοση των παραστατικών στο όνομα του πελάτη, ούτε η αναγραφή του ονόματος υποκαθιστά την εμφάνιση του πραγματικού ποσού και την παράδοσή τους. Το διαθέσιμο απόσπασμα, όμως, δεν περιλαμβάνει την εισαγωγική διατύπωση που θα επέτρεπε να αποδοθεί με ασφάλεια ο πλήρης φορολογικός χειρισμός. Γι’ αυτό οι προϋποθέσεις εξηγούνται εδώ χωρίς πρόσθετο συμπέρασμα για την ένταξη ή την εξαίρεση αυτών των ποσών από τη φορολογητέα αξία.
Τι σημαίνει στην πράξη
Για τις επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται ρητά στη φορολογητέα αξία, η πρακτική εφαρμογή ξεκινά από το περιεχόμενο της χρέωσης. Αν ο προμηθευτής επιβαρύνει τον πελάτη με μεταφορά ή συσκευασία, πρόκειται για κατονομαζόμενα παρεπόμενα έξοδα. Αν η πώληση με πίστωση συνοδεύεται από τόκους, πρόκειται για την κατηγορία τόκων που επίσης περιλαμβάνεται ρητά.
Η χρήσιμη διάκριση, επομένως, δεν είναι απλώς αν μια χρέωση εμφανίζεται χωριστά ή αν ονομάζεται «έξοδο». Είναι τι ακριβώς περιγράφει και ποια στοιχεία τη συνοδεύουν. Με αυτόν τον τρόπο, η επιχείρηση μπορεί να κατανοήσει τις ρητές προβλέψεις χωρίς να επεκτείνει τον κανόνα σε περιπτώσεις για τις οποίες το διαθέσιμο κείμενο δεν δίνει πλήρη απάντηση.
Παράδειγμα με τις κατονομαζόμενες χρεώσεις
Ένας προμηθευτής παραδίδει ένα αγαθό και επιβαρύνει τον αγοραστή με έξοδα συσκευασίας και μεταφοράς. Η μεταφορά αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης συμφωνίας. Η πώληση γίνεται με πίστωση και συνοδεύεται από τόκους. Στο παράδειγμα αυτό, τα έξοδα συσκευασίας, τα έξοδα μεταφοράς και οι τόκοι της επί πιστώσει πώλησης περιλαμβάνονται στη φορολογητέα αξία.
Κάθε μέρος του παραδείγματος αντιστοιχεί σε ρητή πρόβλεψη. Η συσκευασία και η μεταφορά είναι κατονομαζόμενα παρεπόμενα έξοδα, η ιδιαίτερη συμφωνία δεν μεταβάλλει τη συμπερίληψη της μεταφοράς και οι τόκοι συνδέονται με πώληση με πίστωση. Δεν χρειάζονται υποθετικά ποσά για να γίνει κατανοητό το αποτέλεσμα: το ζητούμενο είναι ποιες επιβαρύνσεις λαμβάνονται υπόψη.
Το παράδειγμα αφορά τις χρεώσεις που επιβάλλει ο προμηθευτής στον αγοραστή. Δεν περιγράφει δαπάνη στο όνομα και για λογαριασμό του πελάτη, για την οποία παραπάνω αναφέρονται διαφορετικά στοιχεία και προϋποθέσεις. Έτσι, παραμένει σαφές ποια περίπτωση εξηγείται και σε ποια διατύπωση στηρίζεται η συμπερίληψη των ποσών.
Ο ειδικός κανόνας για κάρτες και εισιτήρια
Στην πώληση καρτών τηλεπικοινωνίας, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η τιμή λιανικής πώλησής τους χωρίς ΦΠΑ. Η λιανική τιμή είναι εδώ η τιμή πώλησης στο κοινό. Η φράση «χωρίς ΦΠΑ» διευκρινίζει ποια αξία χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτρέπει τη σύγχυση με τιμή που περιέχει ήδη τον φόρο.
Ως απλό παράδειγμα, στην πώληση μιας κάρτας τηλεπικοινωνίας χρησιμοποιείται η λιανική τιμή της χωρίς τον ΦΠΑ. Αντίστοιχα, για εισιτήρια μεταφοράς προσώπων των οποίων προβλέπεται η ακύρωση σε ειδικά μηχανήματα, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η λιανική τιμή τους χωρίς ΦΠΑ. Η εξήγηση περιορίζεται στον τρόπο προσδιορισμού της αξίας που αναφέρει ρητά η ειδική πρόβλεψη.
Επιστροφές τιμήματος και όρια της πληροφορίας
Ωστόσο, λείπει η εισαγωγική διατύπωση του συγκεκριμένου αποσπάσματος. Η αναφορά στην επιστροφή εξηγεί ποια περίπτωση περιγράφεται, αλλά δεν αρκεί εδώ για να αποδοθεί ο πλήρης φορολογικός χειρισμός της. Δεν προκύπτει από αυτήν πρόσθετη οδηγία για διαδικασία, παραστατικό ή τρόπο υπολογισμού.
Το ίδιο όριο ισχύει για άλλες αποσπασματικές αναφορές του υλικού. Όπου ο κανόνας είναι πλήρης, όπως στη συμπερίληψη των παρεπόμενων εξόδων ή στη λιανική τιμή χωρίς ΦΠΑ για τις συγκεκριμένες κάρτες και τα εισιτήρια, μπορεί να εξηγηθεί το αποτέλεσμα. Όπου λείπει κρίσιμο μέρος της διατύπωσης, η εξήγηση σταματά στα στοιχεία που πράγματι παρέχονται.
Για περισσότερη ανάγνωση πάνω στο ίδιο θέμα, δείτε το άρθρο Φορολογητέα αξία ΦΠΑ: τι περιλαμβάνει το ποσό στο οποίο υπολογίζεται ο φόρος.
Σχετικά άρθρα
Πραγματικό κόστος επαγγελματικής δαπάνης: ΦΠΑ και φόρος
Τεκμαρτό εισόδημα ελευθέρων επαγγελματιών: πώς υπολογίζεται σήμερα
Υπολογίστε το στην πράξη
Δείτε τα διαθέσιμα εργαλεία και επιλέξτε όποιο ταιριάζει στην περίπτωσή σας.
