Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού στις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας

Εγχειρίδιο οδηγιών για την εφαρμογή της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού στις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος (ΣΑΔΦΕ)

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ

Τι είναι η Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού;

Η Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού (ΔΑΔ) προβλέπεται στις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος (ΣΑΔΦΕ), στόχος των οποίων είναι να ρυθμίζουν την κατανομή των δικαιωμάτων φορολόγησης σε σχέση με τα κέρδη από διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες και να αποτρέπουν τη διπλή φορολόγηση, και επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των συμβαλλόμενων Κρατών να διαβουλεύονται μεταξύ τους ώστε να επιλύουν ζητήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ΣΑΔΦΕ.
Πρόκειται για μία διαδικασία δημοσίου διεθνούς δικαίου, η οποία είναι ανεξάρτητη από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των Κρατών. Συγκεκριμένα, αποτελεί έναν μηχανισμό επίλυσης διεθνών φορολογικών διαφορών που αφορούν σε περιπτώσεις διπλής φορολογίας καθώς και σε ασυνέπειες στην ερμηνεία και εφαρμογή των Συμβάσεων. Η διεθνής διπλή φορολογία μπορεί να είναι νομική, όταν δηλαδή το ίδιο πρόσωπο φορολογείται σε δύο Κράτη για το ίδιο εισόδημα, ή οικονομική, όταν το ίδιο εισόδημα, το οποίο βρίσκεται στα χέρια διαφορετικών προσώπων, συμπεριλαμβάνεται στη φορολογική βάση από περισσότερες από μία φορολογικές αρχές.
Η ΔΑΔ προβλέπεται από το άρθρο 25 της Πρότυπης Σύμβασης του Ο.Ο.Σ.Α. καθώς και τα συναφή ερμηνευτικά του σχόλια.
Η Ελλάδα έχει συνάψει έως σήμερα 57 Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος, οι οποίες (πλην της ΣΑΔΦ με το Ηνωμένο Βασίλειο) περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τη ΔΑΔ.
Σχετικές με τη διαδικασία της Απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού στο εσωτερικό μας δίκαιο είναι οι διατάξεις του άρθρου 63Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) και η ΠΟΛ 1049/2017 Απόφαση Διοικητή ΑΑΔΕ.
Ποιές υποθέσεις μπορούν να υπαχθούν στη ΔΑΔ;
Η ΔΑΔ αφορά αποκλειστικά στους φόρους οι οποίοι καλύπτονται ρητά από την εφαρμοζόμενη ΣΑΔΦΕ καθώς και στα πρόσωπα τα οποία είναι κάτοικοι ενός εκ των δύο Κρατών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εφαρμοζόμενης ΣΑΔΦΕ, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που οι κανόνες μίας ΣΑΔΦΕ συνδέονται με τους κανόνες της εσωτερικής νομοθεσίας των Κρατών που δεν έχουν εφαρμοστεί ορθά.
Οι τυχόν τόκοι/προσαυξήσεις και τα πρόστιμα που προκύπτουν από τις πράξεις των ελληνικών φορολογικών αρχών και βαρύνουν τον φορολογούμενο και αφορούν στην υπόθεση η οποία έχει υπαχθεί σε ΔΑΔ δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της ΔΑΔ. Η ελάφρυνση από τόκους, προσαυξήσεις και πρόστιμα εξετάζεται από την αρμόδια αρχή κατά περίπτωση.
Όταν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών έχουν ή θα έχουν για αυτό σαν αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας που δεν είναι
σύμφωνη με τους όρους της ΣΑΔΦΕ, μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια αρχή του κράτους φορολογικής κατοικίας του αίτημα για έναρξη ΔΑΔ.
Ακολουθεί ενδεικτικός κατάλογος περιπτώσεων που υπάγονται σε ΔΑΔ:
– Περιπτώσεις διπλής κατοικίας: όταν π.χ. ένας φορολογικός κάτοικος Ελλάδας θεωρείται επίσης και κάτοικος ενός άλλου Κράτους σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του άλλου Κράτους, και επομένως και τα δύο Κράτη θεωρούν ότι το πρόσωπο είναι κάτοικος τους για τους σκοπούς της εφαρμοζόμενης ΣΑΔΦΕ, με αποτέλεσμα το πρόσωπο αυτό να φορολογείται για το ίδιο εισόδημα και στα δύο Κράτη.
– Περιπτώσεις παρακράτησης φόρου στη χώρα πηγής του εισοδήματος, η οποία δεν είναι σύμφωνη με την εφαρμοζόμενη ΣΑΔΦΕ: όταν π.χ. εφαρμόζεται συντελεστής παρακράτησης σε εισόδημα από μερίσματα, τόκους ή δικαιώματα ανώτερος από αυτόν που προβλέπουν οι αντίστοιχες διατάξεις της ΣΑΔΦΕ.
– Περιπτώσεις που ένα Κράτος φορολογεί μία συγκεκριμένη κατηγορία εισοδήματος, ενώ οι σχετικές διατάξεις της ΣΑΔΦΕ προβλέπουν αποκλειστικό δικαίωμα φορολόγησης του εισοδήματος αυτού στο άλλο Κράτος.
– Περιπτώσεις που ένα πρόσωπο έχει παράσχει υπηρεσίες στο εξωτερικό για μία χρονική περίοδο ή λαμβάνει σύνταξη από το εξωτερικό και τα δύο εμπλεκόμενα Κράτη θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα φορολόγησης των εισοδημάτων αυτών.
– Περιπτώσεις σύγκρουσης ως προς τον χαρακτηρισμό ενός εισοδήματος: όταν δύο Κράτη ορίζουν το ίδιο εισόδημα με διαφορετικό τρόπο.
– Περιπτώσεις σύγκρουσης σχετικά με την ύπαρξη μόνιμης εγκατάστασης: όταν π.χ. ένας φορολογικός κάτοικος Ελλάδας φορολογείται στο άλλο Κράτος για το εισόδημά του από επιχειρηματική δραστηριότητα, παρά το γεγονός ότι δεν έχει μόνιμη εγκατάσταση σε αυτό το άλλο Κράτος.
– Περιπτώσεις μη τήρησης της αρχής των ίσων αποστάσεων κατά την απόδοση κερδών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις: όταν οι φορολογικές αρχές διαφορετικών Κρατών προβαίνουν σε προσαρμογές στις τιμές των ενδοομιλικών συναλλαγών, με αποτέλεσμα να φορολογούν διπλά το ίδιο εισόδημα στα χέρια διαφορετικών προσώπων.
– Περιπτώσεις επιβολής φορολογίας η οποία παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις των ΣΑΔΦΕ περί απαγόρευσης της διακριτικής μεταχείρισης. Σύμφωνα με την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης οι υπήκοοι ενός Κράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή διαδικασία η οποία είναι διάφορη ή επαχθέστερη από τη φορολογία ή τις διαδικασίες στις οποίες υπόκεινται οι υπήκοοι του πρώτου Κράτους.
Ποιος μπορεί να υποβάλει αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ;
Την υπαγωγή σε ΔΑΔ μπορεί να αιτηθεί κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι φορολογικός κάτοικος ενός εκ των δύο Κρατών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εφαρμοζόμενης ΣΑΔΦΕ και το οποίο θεωρεί ότι δεν έχει φορολογηθεί σύμφωνα με τους όρους της οικείας ΣΑΔΦΕ, ως αποτέλεσμα των ενεργειών μίας ή και των δύο φορολογικών αρχών. Το πρόσωπο θέτει την υπόθεσή του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους, του οποίου είναι φορολογικός κάτοικος. Στις περιπτώσεις που το αίτημα για υπαγωγή στη ΔΑΔ αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ περί μη διακριτικής μεταχείρισης, τότε το πρόσωπο υποβάλλει το αίτημά του ενώπιον της αρμόδιας αρχής του Κράτους, του οποίου είναι υπήκοος.
Πρέπει ο φορολογούμενος να έχει εξαντλήσει τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία προκειμένου να αιτηθεί ΔΑΔ;
Όχι, η ΔΑΔ είναι μία διοικητική διαδικασία, η οποία προβλέπεται από τις Συμβάσεις για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας. Η ΔΑΔ είναι ανεξάρτητη από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των Κρατών.
Πού και πώς υποβάλλεται ένα αίτημα ΔΑΔ;
Η έναρξη της ΔΑΔ εκ μέρους της ελληνικής αρμόδιας αρχής προϋποθέτει την υποβολή έγγραφου αιτήματος στην ελληνική γλώσσα.
Ανάλογα με το περιεχόμενο του αιτήματος, διαφορετικές Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. είναι αρμόδιες για την υποβολή και εξέταση των αιτημάτων ΔΑΔ:
– Για αιτήματα που αφορούν στις διατάξεις των ΣΑΔΦΕ, πλην εκείνων που αναφέρονται σε διόρθωση κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων:
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων
Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Τμήμα Α’ – Φορολογικών Θεμάτων
Καραγεώργη Σερβίας 8
10184, Αθήνα
Email: dos.a@mofadm.gr
Tel. No: +30 210 3375196-7
Fax: +30 210 3375854
– Για αιτήματα που αφορούν αποκλειστικά στην εξάλειψη διπλής φορολογίας συνεπεία διόρθωσης κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων:
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων
Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης
Διεύθυνση Ελέγχων, Τμήμα Δ’ – Ειδικών Φορολογικών Ελέγχων
Καραγεώργη Σερβίας 10
10184, Αθήνα
Email: d.eleg4@mofadm.gr
Tel. No: +30 210 3375307
Fax: +30 210 3375354
(ΠΡΟΣΟΧΗ: Αντίγραφο του αιτήματος -εκτός των συνοδευτικών εγγράφων- κοινοποιείται ταυτόχρονα και στο Τμήμα Α’ της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων της Α.Α.Δ.Ε)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εάν ο φορολογούμενος έχει μεταφέρει την κατοικία του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μετά από την επιβολή του μέτρου κατά του οποίου ενίσταται, οφείλει και πάλι να υποβάλει την αίτησή του ενώπιον της αρμόδιας αρχής του Κράτους του οποίου ήταν κάτοικος κατά τη χρήση για την οποία έχει επιβληθεί ή πρόκειται να επιβληθεί η εν λόγω φορολογία.
Υπάρχουν προθεσμίες νια την υποβολή αιτήματος για υπαγωγή σε ΔΑΔ;
Για να θεωρείται εμπρόθεσμο, ένα αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ πρέπει να υποβάλλεται εντός της προβλεπόμενης από την εκάστοτε ΣΑΔΦΕ προθεσμίας από την κοινοποίηση της πράξης προσδιορισμού φόρου, η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ.
Οι περισσότερες ΣΑΔΦΕ που έχει συνάψει η Ελλάδα προβλέπουν διετή ή τριετή προθεσμία. Στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται στις διατάξεις της ΣΑΔΦΕ προθεσμία υποβολής του αιτήματος, ισχύει τριετής προθεσμία.
Τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα αίτημα ΔΑΔ;
Για να γίνει αποδεκτό ένα αίτημα, πρέπει να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα:
1. Στοιχεία του αιτούντος προσώπου: ονοματεπώνυμο/επωνυμία, ταχυδρομική διεύθυνση, αριθμός φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.), στοιχεία επικοινωνίας, και, σε περίπτωση ενδοομιλικών συναλλαγών, τα στοιχεία τόσο της επιχείρησης που υποβάλλει το αίτημα, όσο και τα στοιχεία των λοιπών συνδεδεμένων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων όλων των μόνιμων εγκαταστάσεων, που συμμετέχουν στις σχετικές συναλλαγές.
2. Βάση αιτήματος: αναφορά σε συγκεκριμένη ΣΑΔΦΕ και διατάξεις του (-ων) άρθρου (-ων) αυτής, οι οποίες, σύμφωνα με τον αιτούντα, δεν εφαρμόζονται ορθά.
3. Πραγματικά περιστατικά: Λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με τα γεγονότα και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων του (-ων) φορολογικού (- ών) έτους (-ών) και του (-ων) ποσού (-ών) φόρου (τόσο σε εγχώριο όσο και ξένο νόμισμα, εάν κρίνεται απαραίτητο) που αφορά η υπόθεση, καθώς και τυχόν υποστηρικτικών εγγράφων. Προκειμένου περί ενδοομιλικών συναλλαγών, λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά στη σύνδεση μεταξύ της επιχείρησης και των λοιπών μερών που συμμετέχουν στις σχετικές συναλλαγές.
4. Ανάλυση του ζητήματος προς επίλυση: υπόμνημα του αιτούντος, στο οποίο εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση διπλής φορολογίας, με σαφή αναφορά στις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ, και τεκμηρίωση με την προσκόμιση συνοδευτικών εγγράφων στην ελληνική γλώσσα (ενδεικτικά, αντίγραφα έκθεσης φορολογικού ελέγχου, πράξεων προσδιορισμού φόρου ή ισοδύναμου εγγράφου που οδηγεί στην εικαζόμενη διπλή φορολογία). Σε περίπτωση ενδοομιλικών συναλλαγών, αναλυτική περιγραφή και τεκμηρίωση των συναλλαγών που σχετίζονται με το αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ και της μεθοδολογίας η οποία χρησιμοποιήθηκε για τις προσαρμογές.
5. Εάν το αίτημα έχει υποβληθεί επίσης στην αρμόδια αρχή του αντισυμβαλλόμενου Κράτους. Εάν ναι, την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, την αρμόδια αρχή, στην οποία κατατέθηκε το αίτημα, και αντίγραφο του αιτήματος και των συνημμένων σε αυτό εγγράφων.
6. Λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά σε τυχόν διαδικασίες ενδικοφανούς προσφυγής, περαίωσης, διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, διοικητικού συμβιβασμού, δικαστικής προσφυγής και εν γένει διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίων, που ενδεχομένως έχουν κινηθεί από τον αιτούντα ή λοιπά μέρη, σε οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα κράτη, σε σχέση με την υπόθεση του αιτήματος για υπαγωγή σε ΔΑΔ, καθώς και οποιεσδήποτε δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με την υπόθεση. Αν η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, και εφόσον δεν έχει συζητηθεί ακόμα, απαιτείται βεβαίωση από την οικεία Γραμματεία του Δικαστηρίου ότι το σχετικό ασκηθέν ένδικο βοήθημα δεν έχει συζητηθεί.
7. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ήδη νομιμοποιητικό έγγραφο για τον ορισμό νομίμου εκπροσώπου, απαιτείται ενυπόγραφη δήλωση ότι ο εκπρόσωπος έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί για λογαριασμό του αιτούντα για όλα τα θέματα που σχετίζονται με το αίτημα.
8. Δήλωση του αιτούντος, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, με την οποία επιβεβαιώνει ότι όλες οι παρασχεθείσες πληροφορίες και τεκμηρίωση είναι ακριβείς.
9. Ηλεκτρονικό φάκελο σε οπτικό δίσκο – CD ή USB stick, στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή τα προαναφερόμενα.
Η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον αιτούντα συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και κάθε απαραίτητη πληροφορία, τάσσοντας δίμηνη προθεσμία για την προσκόμισή τους, η οποία δύναται να παραταθεί, μετά από αίτηση του αιτούντος.
Σε περιπτώσεις ενδοομιλικών συναλλαγών, συνιστάται η ταυτόχρονη παροχή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών του αιτήματος στην αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους από την συνδεδεμένη με τον αιτούντα επιχείρηση.
Υπάρχουν παράβολα νια την υποβολή αιτήματος για υπαγωγή σε ΔΑΔ;
Όχι, οι φορολογούμενοι δεν πληρώνουν παράβολα για τα αιτήματα υπαγωγής σε ΔΑΔ.

Μπορεί το αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ να απορριφθεί;
Ένα αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ μπορεί να απορριφθεί από την αρμόδια αρχή χωρίς να εξετασθεί στην ουσία του στις ακόλουθες περιπτώσεις:
– όταν το αίτημα δεν είναι εμπρόθεσμο (βλ. ανωτέρω)
– όταν το αίτημα δεν αναφέρεται σε επιβολή φορολογίας που έχει προκύψει, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ
– εάν δεν παρασχεθούν από τον αιτούντα οι ελάχιστες απαιτούμενες πληροφορίες εντός της τεθείσας από την αρμόδια αρχή προθεσμίας και των τυχόν παρατάσεων αυτής
– στην περίπτωση που τα έτη, στα οποία αναφέρεται το αίτημα έχουν παραγραφεί, κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, σύμφωνα με την ισχύουσα εσωτερική νομοθεσία – εάν έχει εκδοθεί από το αρμόδιο δικαστήριο στο κράτος κατοικίας οριστική απόφαση σε σχέση με την υπόθεση. Η άσκηση ένδικου βοηθήματος δεν εμποδίζει την εξέταση ενός αιτήματος ΔΑΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο κατά το χρόνο κατάθεσης του αιτήματος.
Πόσο διαρκεί η επίλυση μίας υπόθεσης ΔΑΔ;
Στόχος των αρμόδιων αρχών είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη επίλυση των υποθέσεων, λαμβανομένων υπόψη ποικίλων παραγόντων, όπως της πολυπλοκότητας της κάθε υπόθεσης, της ανταπόκρισης της αρμόδιας αρχής του αντισυμβαλλόμενου Κράτους ή της έγκαιρης παροχής των απαραίτητων πληροφοριών και τεκμηρίωσης από τον φορολογούμενο.Συνήθως στις οικείες ΣΑΔΦΕ που περιέχουν ρήτρα διαιτησίας, υπάρχει προθεσμία για επίτευξη συμφωνίας αμοιβαίου διακανονισμού, η οποία εκκινεί από την ενημέρωση του αντισυμβαλλόμενου Κράτους για την υπόθεση.
Είναι υποχρεωτική για τα Συμβαλλόμενα Κράτη η επίτευξη συμφωνίας αμοιβαίου διακανονισμού;
Τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν υποχρεούνται να καταλήξουν σε συμφωνία ούτε παρέχουν εγγύηση εξάλειψης της διπλής φορολογίας. Το καθήκον των αρμοδίων αρχών περιορίζεται απλώς στο να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια επίλυσης των διαφορών, χωρίς να υποχρεούνται να καταλήξουν σε συμφωνία εντός της τυχόν οριζόμενης από τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ προθεσμίας.
Σε ορισμένες ΣΑΔΦΕ που έχει συνάψει η χώρα μας προβλέπεται ότι, εάν οι αρμόδιες αρχές αδυνατούν να καταλήξουν σε συμφωνία εντός του τυχόν οριζόμενου από τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ χρόνου, τα ανεπίλυτα ζητήματα, κατόπιν αιτήματος του προσώπου που υπέβαλε την υπόθεση, επιλύονται με προσφυγή σε διαιτητική διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές η υπαγωγή σε διαιτησία είναι υποχρεωτική για τα Συμβαλλόμενα Κράτη μόλις πληρωθούν οι απαιτούμενες διαδικαστικές προϋποθέσεις και υποβληθεί σχετικό αίτημα του φορολογουμένου.
Πότε το αποτέλεσμα ΔΑΔ θεωρείται δεσμευτικό για τον φορολογούμενο;
Όσον αφορά την Ελλάδα, η αμοιβαία συμφωνία είναι δεσμευτική για τον φορολογούμενο μόνο εφόσον αυτός την αποδεχτεί γραπτώς, παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης προσφυγής ή από τυχόν εκκρεμείς προσφυγές σχετικά με την υπόθεση.
Πώς ολοκληρώνεται η ΔΑΔ;
Η ΔΑΔ ολοκληρώνεται με την έκδοση Απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού. Η αρμόδια αρχή στηριζόμενη στο Πρακτικό Αποδοχής της αμοιβαίας συμφωνίας εκδίδει εντός τριάντα (30) ημερών από την υπογραφή του απόφαση επί της συμφωνίας αμοιβαίου διακανονισμού, η οποία υπογράφεται από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και κοινοποιείται νόμιμα μαζί με το αντίγραφο του πρακτικού σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη καθώς και στη φορολογική αρχή η οποία είναι αρμόδια για την εκτέλεσή της. Η απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού δεν υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή ή οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα.
Οι αποφάσεις αμοιβαίου διακανονισμού δεν δημιουργούν προηγούμενο για την επίλυση μεταγενέστερων παρόμοιων υποθέσεων.
Ποιός είναι ο ρόλος και οι υποχρεώσεις του φορολογουμένου στη ΔΑΔ;
Δεδομένης της φύσης της ΔΑΔ ως διαδικασίας δημοσίου διεθνούς δικαίου, τα μόνα εμπλεκόμενα μέρη στη διαδικασία διαβούλευσης είναι οι αρμόδιες αρχές των Κρατών, και όχι ο ίδιος ο φορολογούμενος. Ο φορολογούμενος δεν αποτελεί επίσημο μέρος της διαβούλευσης, αν και ενδέχεται να κληθεί να συμμετάσχει ανεπισήμως, κάτι το οποίο εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών. Ο φορολογούμενος δεν έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των εγγράφων που αποστέλλονται μεταξύ των αρμόδιων αρχών, αλλά έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για την εξέλιξη της υπόθεσής του από την αρμόδια αρχή.
Ωστόσο, ο φορολογούμενος έχει κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της καλύτερης κατανόησης της υπόθεσης και μεγαλύτερης διαφάνειας στη διεξαγωγή της, και προς τον σκοπό αυτό υποχρεούται να συνεργάζεται πλήρως με την αρμόδια αρχή, προσκομίζοντας πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες καθώς και τη σχετική τεκμηρίωση. Επιπλέον, η έγκαιρη παροχή των απαιτούμενων σε κάθε περίπτωση πληροφοριών στην αρμόδια αρχή είναι απαραίτητη προκειμένου αυτή να είναι σε θέση να επιτύχει μία δίκαια και ταχεία επίλυση της διαφοράς.
Πώς προστατεύεται το απόρρητο κατά τη διεξαγωγή της ΔΑΔ;
Ως προς όλες τις πληροφορίες κατά τη διάρκεια της ΔΑΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ανταλλαγής πληροφοριών της εφαρμοστέας ΣΑΔΦΕ, καθώς και οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί επαγγελματικού και φορολογικού απορρήτου.
Οι αποφάσεις της ΔΑΔ δημοσιεύονται;
Όλες οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ΔΑΔ μεταξύ των συμβαλλόμενων Κρατών προστατεύονται από τις διατάξεις περί ανταλλαγής πληροφοριών της εφαρμοζόμενης ΣΑΔΦΕ, καθώς και από τις εφαρμοστέες διατάξεις περί επαγγελματικού και φορολογικού απορρήτου.
Οι αποφάσεις Αμοιβαίου Διακανονισμού δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με ανωνυμοποίηση των στοιχείων του φορολογουμένου, Εάν ο φορολογούμενος διαφωνεί με τη δημοσίευση του συνόλου της Απόφασης, δημοσιεύεται περίληψη αυτής, με περιεχόμενο την περιγραφή του ζητήματος, το αντισυμβαλλόμενο Κράτος, τα φορολογικά έτη τα οποία αφορά η Απόφαση και τη νομική βάση αυτής.
Αναστέλλονται οι διαδικασίες είσπραξης του φόρου όταν εκκρεμεί μία υπόθεση ΔΑΔ;
Όχι, οι διαδικασίες είσπραξης φόρου δεν αναστέλλονται κατά τη διάρκεια της ΔΑΔ.
Πώς εφαρμόζεται η συμφωνία αμοιβαίου διακανονισμού;
Τα Κράτη δύναται να υλοποιούν μία συμφωνία αμοιβαίου διακανονισμού παρά τις προθεσμίες παραγραφής που προβλέπονται από τις εσωτερικές τους νομοθεσίες. Αυτός ο όρος, ωστόσο, δεν απαγορεύει στα Κράτη, τα οποία δεν είναι σε θέση να παρακάμψουν τις προθεσμίες της εσωτερικής τους νομοθεσίας, να εισάγουν στην ίδια την αμοιβαία συμφωνία προθεσμίες προσαρμοσμένες στην κατά το εσωτερικό τους δίκαιο προθεσμία παραγραφής. Σύμφωνα με τις διατάξεις ορισμένων από τις ΣΑΔΦΕ που έχει συνάψει η Ελλάδα, η εφαρμογή της συμφωνίας αμοιβαίου διακανονισμού περιορίζεται από τις προθεσμίες παραγραφής που προβλέπει η εσωτερική μας νομοθεσία.


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 3 Απριλίου 2017 και αποτυπώνει το εγχειρίδιο οδηγιών της Α.Α.Δ.Ε. για τη διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού (Δ.Α.Δ.) στις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος, με εθνικό έρεισμα το άρθρο 63Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013), όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 59 του ν.4438/2016, και την ΠΟΛ 1049/2017.

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κυρώθηκε εκ νέου με τον ν.4987/2022 (Α΄ 206) και η διάταξη μεταφέρθηκε αυτούσια στο άρθρο 63Α του νέου Κώδικα, ενώ το πλαίσιο επίλυσης φορολογικών διαφορών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεκτάθηκε με τον ν.4714/2020.

Τι ισχύει σήμερα

  • Η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού ρυθμίζεται στο άρθρο 63Α ν.4987/2022 (Τμήμα ΧΙ) — «Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού».
  • Κατά τον πίνακα αντιστοίχισης των άρθρων, «Άρθρο 63Α ← Το άρθρο 63Α του ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 59 του ν.4438/2016», δηλαδή μεταφορά αυτούσια χωρίς μεταβολή περιεχομένου.
  • Με το ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ του ν.4714/2020 (Α΄ 148) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, μεταξύ άλλων, η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 του Συμβουλίου της 10ης Οκτωβρίου 2017 για τους μηχανισμούς επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νομοθετική βάση

  • Άρθρο 63Α ν.4987/2022 (Α΄ 206) «Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» — ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Προϊσχύον: άρθρο 63Α ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 59 ν.4438/2016.
  • Ν.4714/2020 (Α΄ 148), ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ — ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852.

Χαράτσι 0,20 ευρώ στις συντάξεις και πώς να το γλυτώσετε

Χαράτσι 0,20 ευρώ στις συντάξεις και πώς να το γλυτώσετε

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102 του ν. 4387/2016,  θεσπίζεται μηνιαία εισφορά 0,20 ευρώ, η οποία παρακρατείται από τις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις και αποδίδεται στο Λογαριασμό Κοινωνικής Πολιτικής του άρθρου 34 του Ν. 4144/2013 , με σκοπό την οικονομική ενίσχυση Ομοσπονδιών, Σωματείων και Συνομοσπονδιών Συνταξιούχων.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο Α30/472/23/6.12.2016 του ΙΚΑ,  η εν λόγω διάταξη δεν αφορά συνταξιούχους για τους οποίους ήδη παρακρατείται εισφορά υπέρ ενώσεων προσώπων για τις οποίες ορίζεται εισφορά με άλλες διατάξεις.

Όσοι δεν επιθυμούν την παρακράτηση, θα πρέπει να υποβάλουν έγγραφη δήλωση στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού τους φορέα.

Στην ιστοσελίδα του ΙΚΑ λοιπόν , υπάρχει η αίτηση Δήλωσης  εξαίρεσης κράτησης υπέρ του Λογαριασμού Κοινωνικής Πολιτικής του ΟΑΕΔ (0,20€)

Η είσοδος στην εφαρμογή γίνεται με την εισαγωγή Α.Μ.Α., Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α..

Μπορείτε λοιπόν από εδώ https://apps.ika.gr/ePenExcludeDeduct/ να αιτηθείτε την εξαίρεση σας.
Χαράτσι 0,20 ευρώ στις συντάξεις και πώς να το γλυτώσετε

Εάν σας ενδιαφέρει να ενημερώνεστε για παρόμοια θέματα ακολουθήστε μας στην σελίδα μας στο facebook https://www.facebook.com/chatzichristos/

Εισφορές μπλοκάκια

Αρ. πρωτ.: Φ 80000/οικ. 2460/106/ 2017
Οδηγίες για την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 9 του αρ. 39 του ν. 4387/2016
Αθήνα, 20/01/2017
Αρ. πρωτ. Φ80000/οικ.2460/106

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ13)
Πληροφορίες: Στ. Γιωτάκου
Τηλέφωνο: 210 33 68 112

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΩΝ (Δ14)
Πληροφορίες: Ι. Παπαδόπουλος, Ε. Ράπτη
Τηλέφωνο: 210336810, 2103368109

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Δ15)
Πληροφορίες: Π. Καρτσακλή, Ε. Σπύρου
Τηλέφωνο: 210 3368162, 210 3362159

ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 9 του αρ. 39 του ν. 4387/2016

Σας γνωρίζουμε ότι με την παρ. 9 του αρ. 39 του ν. 4387/2016, ρυθμίζεται η ασφάλιση των προσώπων της παρ. 1 του ίδιου άρθρου που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά).

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

1. Πρόσωπα που εντάσσονται στη ρύθμιση

Σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 39 του ν.4387/2016, για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, που υπάγονται ή θα υπάγονταν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις αυτών, όπως ίσχυαν πριν την ένταξή τους στον ΕΦΚΑ, το συνολικό ποσό εισφοράς κύριας σύνταξης, ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και ο υπόχρεος καταβολής της εισφοράς προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 38 του συγκεκριμένου νόμου, εφόσον το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά).

2. Ποσοστά εισφορών

Ειδικότερα, εφόσον το εισόδημα προέρχεται από την άσκηση διαρκούς -και όχι ευκαιριακής- επαγγελματικής δραστηριότητας, και μόνο από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά), προκύπτει ουσιαστικά αποκλειστικότητα ως προς το/τα πρόσωπο/α που αποδέχεται/ονται τις σχετικές υπηρεσίες Επομένως, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου. Αντίστοιχα κατανέμονται οι εισφορές υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ, σε όσες κατηγορίες ασφαλισμένων υφίσταται υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των κλάδων αυτών (δηλαδή επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ) λόγω της ιδιότητάς τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία και σε κάθε περίπτωση οι εισπραττόμενες εισφορές καταβάλλονται στους αρμόδιους κατά περίπτωση φορείς στους οποίους και έχει υπαχθεί ο ασφαλισμένος.

3. Ανώτατη -κατώτατη βάση υπολογισμού εισφορών

Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τις περιπτώσεις που υπάγονται στην οικεία ρύθμιση ελέγχεται σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ των μερών.

Πιο συγκεκριμένα, για όσους έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 39 με ετήσια διάρκεια σύμβασης, κατά τα ως άνω, ισχύει το ετήσιο ανώτατο όριο των 70.320 ευρώ, συνεπώς οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στο συνολικό ποσό του δελτίου παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ), ακόμα και αν αυτό υπερβαίνει ανά μήνα το ποσό των 5.860,8 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται υπέρβαση του ανωτάτου ετησίου ορίου.

Σε περιπτώσεις συμβάσεων με διάρκεια μικρότερη του έτους, καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στην κατανομή της συμφωνημένης αμοιβής ανά μήνα ενώ και το ανώτατο όριο λαμβάνεται υπόψη σε μηνιαία βάση (5.860,80 ευρώ). Στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό του/των ΔΠΥ που εκδίδεται/ονται μηνιαίως από ασφαλισμένο που υπάγεται στη ρύθμιση της παρ.9 του άρθρου 39, υπολείπεται της ελάχιστης βάσης υπολογισμού εισφορών, ο εν λόγω ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές που υπολείπονται του ελάχιστου ποσού κατά το χρόνο της ετήσιας εκκαθάρισης της ασφαλιστικής υποχρέωσης, οπότε και θα οριστικοποιούνται οι αναλογούσες σε αυτόν ασφαλιστικές εισφορές.

4. Υποβολή Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (ΑΠΔ)

Προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η εμπρόθεσμη καταβολή των εισφορών, όσο και η ενημέρωση των υπόχρεων καταβολής, ο ασφαλισμένος που αιτείται την υπαγωγή του στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39 οφείλει να αναγράφει στο ΔΠΥ που εκδίδει στον αντισυμβαλλόμενό του, ότι υπάγεται στην εν λόγω ρύθμιση. Αντίστοιχα, και μέχρι το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα, ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να υποβάλει για τον ασφαλισμένο που υπάγεται στην ανωτέρω ρύθμιση ΑΠΔ, προβαίνοντας σε κατανομή της συμφωνηθείσας αμοιβής ανά μήνα, με βάση τη διάρκεια της σύμβασης. Με την υποβολή της ΑΠΔ αυτής ενεργοποιείται αυτομάτως η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών σύμφωνα με τα παραπάνω.

Στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλει ΑΠΔ, προκειμένου ο παρέχων σε αυτόν υπηρεσίες ασφαλισμένος να υπαχθεί στην οικεία ρύθμιση, ο εν λόγω ασφαλισμένος οφείλει να υποβάλει στον ΕΦΚΑ υπεύθυνη δήλωση περί πλήρωσης των νόμιμων προϋποθέσεων, όπως αυτές περιγράφονται ως άνω, δηλώνοντας ταυτόχρονα το ΑΦΜ του/των αντισυμβαλλομένου/ων του και προσκομίζοντας τυχόν άλλα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσής του. Στη συνέχεια, ενημερώνεται/ονται ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι αυτού περί της υποχρέωσης υποβολής ΑΠΔ και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της δήλωσης και εντεύθεν. Εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο της δήλωσης του ασφαλισμένου, υποβάλλει αντιρρήσεις ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του ΕΦΚΑ, ενώ μέχρι την επίλυση της σχετικής διαφοράς από τα όργανα αυτά, για τον ασφαλισμένο υπολογίζονται εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).

5. Εκκαθάριση και συμψηφισμός εισφορών

Οι ασφαλισμένοι οι οποίοι αρχικά υπήχθησαν στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39, πληρούντες τις νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά στη συνέχεια τις απώλεσαν (επειδή, για παράδειγμα, παρείχαν υπηρεσίες σε περισσότερους αντισυμβαλλομένους είτε επειδή δεν είχαν κανέναν αντισυμβαλλόμενο), για το διάστημα που ακολουθεί την έκπτωση από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω παραγράφου, καταβάλλουν εισφορές ως μη μισθωτοί.

Έτσι, εάν στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους παρασχεθεί υπηρεσία και σε τρίτο αντισυμβαλλόμενο, ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει τούτο στον ΕΦΚΑ, με σχετική αίτηση-δήλωση, ώστε να επέλθει η σχετική μεταβολή στο μητρώο και να ενημερωθεί/ούν ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι προκειμένου να απαλλαγεί/ούν από την ανωτέρω υποχρέωση. Όπως και για κάθε άλλη κατηγορία ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, στο τέλος εκάστου έτους θα πραγματοποιείται εκκαθάριση και συμψηφισμός μεταξύ των καταβληθεισών κατά τους ανωτέρω μήνες εισφορών και των οφειλόμενων εισφορών, με βάση το πραγματικό εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας (όπως αυτό προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος).

6. Τελικές διευκρινίσεις επί προσώπων που υπάγονται ή μη στη ρύθμιση και επί της έννοιας του αντισυμβαλλόμενου.

Επισημαίνεται ότι για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, εφαρμόζεται η περ. στ’ της παρ. 3 του άρθρου 38 (εγκύκλιος Υπουργείου Φ.80000/οικ. 61689/2215/30.12.2016, ΑΔΑ:7Χ78465Θ1Ω-1Λ3) .

Στην κοινοποιούμενη διάταξη δεν υπάγονται οι εταίροι και συνεργάτες δικηγορικών εταιριών, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτοί).

Επίσης, η κοινοποιούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ασφαλισμένων που προσφέρουν υπηρεσίες υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, και οι οποίοι υπάγονται ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 38 ως μισθωτοί. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και οι ασφαλισμένοι που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες σε έναν εργοδότη, λαμβάνοντας μέρος των αποδοχών τους ως μισθωτοί και μέρος αυτών μέσω ΔΠΥ, οπότε για το σύνολο των αποδοχών θα καταβάλλονται εισφορές με βάση το άρθρο 38.

Στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που απασχολούνται σε έναν εργοδότη ως μισθωτοί και προσφέρουν υπηρεσίες σε άλλο αντισυμβαλλόμενο μέσω ΔΠΥ, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 περί πολλαπλής δραστηριότητας και όχι αυτή της παρ. 9 του άρθρου 39.

Τέλος, ως αντισυμβαλλόμενος υπό την έννοια του παρόντος, λογίζονται και ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή άσκησης αυτής. Η κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται στον κοινό οικονομικό σκοπό που επιδιώκεται από τον αντισυμβαλλόμενο μέσω των κάθε είδους νομικής μορφής δραστηριοτήτων και συνιστά απόρροια των κατά περίπτωση πραγματικών στοιχείων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τέτοια τεκμήρια προκύπτουν όταν διαφορετικές επιχειρήσεις ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, λειτουργούν στον ίδιο χώρο, με τον ίδιο μηχανολογικό εξοπλισμό, απασχολούν από κοινού το ίδιο προσωπικό, είτε τα στοιχεία αυτά συντρέχουν σωρευτικά είτε όχι.

7. Παραδείγματα

α. Μηχανικός παρέχει υπηρεσίες σε μία τεχνική εταιρία και σε μία τράπεζα για διάστημα 10 μηνών. Για αυτές τις δύο δραστηριότητες εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών, 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ αντιστοίχως. Από τη διάρκεια και τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ευκαιριακής μορφής, αλλά αντιθέτως απαιτούν διαρκή απασχόληση. Ως εκ τούτου, ο ως άνω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39.
Συνεπώς, για κάθε μία από τις ως άνω δραστηριότητες υπολογίζονται εισφορές ως εξής: Για την πρώτη, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 2.000 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου (τεχνικής εταιρίας). Για τη δεύτερη, το αντίστοιχο ποσό της μηνιαίας αμοιβής ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, στο οποίο και θα υπολογιστούν εισφορές κατά όμοιο τρόπο. Είναι ευνόητο ότι κατά τον ίδιο τρόπο επιμερίζονται οι εισφορές για τον κλάδο περίθαλψης, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής.

β. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση ετήσιας διάρκειας, και αμοιβή ύψους 80.000 ευρώ, για την οποία εκδίδει τρία ΔΠΥ. Η εν λόγω κλινική αποτελεί τον μόνο αντισυμβαλλόμενο του συγκεκριμένου ασφαλισμένου-ιατρού, επομένως αυτός υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Ανεξαρτήτως του αριθμού των ΔΠΥ στις οποίες επιμερίζεται η συμφωνηθείσα αμοιβή, καταβάλλονται εισφορές με βάση το ανώτατο ετήσιο όριο των 70.320 ευρώ, με δεδομένο ότι η οικεία σύμβαση είναι ετήσιας διάρκειας. Αν η ως άνω σύμβαση ήταν διάρκειας 10 μηνών, τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή θα αντιστοιχούσε σε 8.000 ευρώ/μήνα, συνεπώς οι εισφορές θα υπολογίζονται επί της ανώτατης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των 5.860,8 ευρώ. Στην τελευταία περίπτωση, και με δεδομένο ότι δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, ο εν λόγω ασφαλισμένος θα καταβάλει κανονικά εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός) για τους υπόλοιπους δύο μήνες του έτους.

γ. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση διάρκειας 10 μηνών για την οποία εκδίδει ΔΠΥ αξίας 5.000 ευρώ. Με δεδομένο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 500 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές αντιστοίχως κατανεμημένες σε βάρος του ασφαλισμένου και σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου κατά τα ως άνω αναφερθέντα. Επιπροσθέτως, για το ποσό που υπολείπεται της ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των αυτοαπασχολουμένων (586,08-500=86,08 ευρώ), ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).

δ. Λογιστής εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία και παρέχει παράλληλα υπηρεσίες σε άλλη εταιρία με ΔΠΥ. Ο εν λόγω ασφαλισμένος δεν υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, αλλά σε αυτή του άρθρου 36 περί πολλαπλής δραστηριότητας. Επομένως, για τις αποδοχές του από τη μισθωτή εργασία υπολογίζονται εισφορές με βάση το άρθρο 38, για το δε εισόδημά του από την ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος (ΔΠΥ) καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).

ε. Ο ίδιος ως άνω ασφαλισμένος που εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία, λαμβάνει και επιπλέον αποδοχές από την ίδια εταιρία με ΔΠΥ. Στην περίπτωση αυτή, ομοίως δεν υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, αλλά για το σύνολο του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 38. Συνεπώς, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές μισθωτού και, επομένως, η εταιρία καταβάλει τις εισφορές εργοδότη που αντιστοιχούν στο σύνολο του εισοδήματος (αποδοχές από μισθωτή εργασία και εισόδημα από ΔΠΥ).

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 20 Ιανουαρίου 2017 και αποτυπώνει την υπ’ αριθμ. Φ80000/οικ.2460/106/2017 εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας για την εφαρμογή της παραγράφου 9 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 — τα λεγόμενα «μπλοκάκια», όπου το εισόδημα προέρχεται από την απασχόληση σε ένα ή δύο πρόσωπα.

Ο κανόνας υπαγωγής της παραγράφου 9 του άρθρου 39 εξακολουθεί να ισχύει. Αντίθετα, οι αριθμητικές τιμές στις οποίες στηρίζεται το άρθρο — ανώτατο μηνιαίο όριο 5.860,80 ευρώ και ανώτατο ετήσιο όριο 70.320 ευρώ — αντιστοιχούν στο δεκαπλάσιο του κατώτατου βασικού μισθού του 2017 και δεν ισχύουν σήμερα.

Τι ισχύει σήμερα

  • Για τα πρόσωπα της παραγράφου 9 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 εξακολουθούν να εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 38: ο ασφαλισμένος αντιμετωπίζεται ως μισθωτός και ο αντισυμβαλλόμενος βαρύνεται με την εργοδοτική εισφορά.
  • Η εισφορά κύριας σύνταξης παραμένει συνολικά 20% επί των αποδοχών, κατανεμημένη κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλομένου (άρθρο 38 παράγραφος 1 ν.4387/2016, όπως ισχύει).
  • Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών ορίζεται σήμερα, κατά το άρθρο 38 παράγραφος 2 ν.4387/2016, στο ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων (6.500) ευρώ μηνιαίως, αναπροσαρμοζόμενο από 1.1.2023 κατ’ έτος, και όχι σε 5.860,80 ευρώ μηνιαίως ή 70.320 ευρώ ετησίως.
  • Για εισόδημα που δεν προέρχεται από ένα ή δύο αντισυμβαλλόμενους, ο ασφαλισμένος υπάγεται στις έξι ασφαλιστικές κατηγορίες του άρθρου 39 ν.4387/2016 (155, 186, 236, 297, 369 και 500 ευρώ μηνιαίως), με ελεύθερη επιλογή του.

Νομοθετική βάση

  • Άρθρο 39 παράγραφος 9 ν.4387/2016 (Α΄ 85), ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Άρθρο 38 παράγραφοι 1 και 2 ν.4387/2016 (Α΄ 85), ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Υ.Α. Φ80000/οικ.2460/106/2017 — οι αριθμητικές τιμές που αναφέρει δεν αποτυπώνουν το ισχύον πλαίσιο.

Φορολογική μεταχείριση των αμοιβών που καταβάλλονται για τις υπηρεσίες της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4172/2013

Αθήνα, 18/1/2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’

Ταχ. Δ/νση:Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας :101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες:Αλ. Μπουραζάνη
Τηλέφωνο : 210 – 33.75.312
Fax:210 – 33.75.001

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ
ΠΟΛ 1007/2017

Θέμα: Φορολογική μεταχείριση των αμοιβών που καταβάλλονται για τις υπηρεσίες της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4172/2013, οι οποίες παρέχονται στην Ελλάδα από μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπών νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων με έδρα σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 62 και της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 4172/2013, οι πληρωμές για αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες και άλλες αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν έχουν παρασχεθεί στην Ελλάδα, όταν ο λήπτης της αμοιβής είναι φυσικό πρόσωπο, υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 62 του ν. 4172/2013 ορίζεται ότι τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα και λαμβάνουν αμοιβές για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην περ. δ’ της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64.

3. Επίσης, με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του ίδιου άρθρου και νόμου ορίζεται ότι κάθε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα και λαμβάνει αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες ή και αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες υπόκειται σε παρακράτηση φόρου.

4. Με την ΠΟΛ.1120/25.4.2014 εγκύκλιό μας, με την οποία δόθηκαν οδηγίες για τη φορολογική μεταχείριση των αμοιβών που καταβάλλονται για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες και άλλες αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες, διευκρινίστηκε ότι για τις υπηρεσίες της περ. δ’ της παραγράφου 1 που παρέχονται από τα νομικά πρόσωπα ή τις νομικές οντότητες του άρθρου 45 που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Ε., δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου, με εξαίρεση τις αμοιβές που λαμβάνουν για τις υπηρεσίες που παρέχουν σε φορείς γενικής κυβέρνησης, καθώς και τις αμοιβές για τεχνικά έργα, δεδομένου ότι στην περίπτωση δ’ της παρ. 1 του άρθρου 64 ορίζεται ότι οι υπόψη αμοιβές που λαμβάνουν τόσο τα φυσικά πρόσωπα όσο και τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 3%.

Όσον αφορά στις αμοιβές που λαμβάνουν τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που δεν έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, με την ίδια εγκύκλιο διευκρινίσθηκε ότι αυτές υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου μόνο όταν παρέχονται μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα των αλλοδαπών αυτών προσώπων. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4172/2013, σύμφωνα με τις οποίες, ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος, καθώς και των διατάξεων της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με τις οποίες, εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή είναι κάθε εισόδημα πηγής Ελλάδος και ιδίως το εισόδημα από υπηρεσίες διοίκησης, συμβουλευτικές και τεχνικές που παρέχονται στην ημεδαπή μέσω μόνιμης εγκατάστασης, συνάγεται ότι οι αμοιβές που λαμβάνει το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα που δεν έχει τη φορολογική του κατοικία αλλά διατηρεί μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, όταν οι αμοιβές αυτές αφορούν σε παροχή υπηρεσιών της περ. δ’ της παρ. 1 στην ημεδαπή μέσω της μόνιμης εγκατάστασής του. Με την παρακράτηση αυτή δεν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων, αλλά ο φόρος που παρακρατήθηκε θα πιστωθεί έναντι του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων.

Αντίθετα, οι αμοιβές που λαμβάνει νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα το οποίο δεν έχει τη φορολογική του κατοικία και δεν διατηρεί μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου.

5. Με βάση τα άρθρα 49 και 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σχετικά με την απαγόρευση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους-μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους-μέλους και των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης, αντίστοιχα, δεν είναι συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο η διαφορετική φορολογική μεταχείριση που επιβάλλεται στις αμοιβές που καταβάλλονται σε αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα σε σχέση με τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα φορολογικούς κατοίκους της χώρας μας, τα οποία δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου για τις ίδιες αμοιβές (σχετική και η επιστολή προκαταρκτικής διερεύνησης θεμάτων εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης EU PILOT 9079/2016/TAXU/19.12.2016 της Ε.Ε.).

6. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-53/13 και C-80/13, αντιτίθεται στο άρθρο 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ρύθμιση, δυνάμει της οποίας, οι εγκατεστημένες σε ορισμένο κράτος-μέλος εταιρίες που χρησιμοποιούν εργαζομένους, τους οποίους απασχολούν και έχουν θέσει υπό απόσπαση επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως προσωπικού, οι οποίες είναι μεν εγκαταστημένες σε άλλο κράτος-μέλος, αλλά δραστηριοποιούνται στο πρώτο κράτος μέσω υποκαταστήματος, οφείλουν να παρακρατούν στην πηγή και να αποδίδουν στο πρώτο κράτος προκαταβολή επί του φόρου εισοδήματος των εν λόγω εργαζομένων, ενώ η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται για τις εγκατεστημένες στο πρώτο κράτος εταιρίες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες προσωρινής απασχολήσεως προσωπικού εγκατεστημένων στο εν λόγω κράτος.
7. Κατόπιν των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι οι αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες ή και αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες που λαμβάνει, μέσω της μόνιμης εγκατάστασής του στην Ελλάδα, νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, φορολογικός κάτοικος κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου.

Από την ως άνω απαλλαγή εξαιρούνται οι αμοιβές που λαμβάνουν τα ως άνω νομικά πρόσωπα για τις υπηρεσίες που παρέχουν στους φορείς γενικής κυβέρνησης της παρ. 2 του άρθρου 64 και ως εκ τούτου, υπόκεινται σε παρακράτηση με συντελεστές 1%, 4% ή 8%, κατά περίπτωση, καθώς και οι αμοιβές για τεχνικά έργα, που λαμβάνουν τα υπόψη νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, οι οποίες υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 3%, βάσει της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 64.
8. Από την έκδοση της παρούσας, κάθε άλλη εγκύκλιος με αντίθετο περιεχόμενο παύει να ισχύει ως προς τη φορολογική αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος.
Τυχόν παρακρατηθέντα ποσά σύμφωνα με την ΠΟΛ.1120/25.4.2014 εγκύκλιο δεν επιστρέφονται αλλά ο παρακρατηθείς φόρος θα συμψηφισθεί με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των οικείων φορολογικών ετών.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Οικειοθελής Αποκάλυψη Φορολογητέας Ύλης Παρελθόντων Ετών

(ΦΕΚ Β’ 43/17-01-2017)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
1. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α,Β, Γ
Τηλέφωνο : 210 3375204
2. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α’, Β’, Γ’ Δ’
Τηλέφωνο : 2103375-456, -149
3. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α’, Β’
Τηλέφωνο :
4. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α’, Β’

Τηλέφωνο : 210 3375878-880, 872-875
Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 8
Ταχ. Κωδ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ
Τηλέφωνο : 210 – 3375000
FAX : 210 – 3375354

ΠΟΛ 1006/2017

Θέμα: Καθορισμός του τρόπου, της διαδικασίας υποβολής δηλώσεων και ρύθμιση λοιπών θεμάτων εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Πέμπτου «Οικειοθελής Αποκάλυψη Φορολογητέας Ύλης Παρελθόντων Ετών» (άρθρα 57-61) του ν. 4446/2016 (Α΄ 240)

Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των άρθρων 57-61 του ν. 4446/2016 (Α’ 240) και ειδικότερα, τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 61, με τις οποίες εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων να ρυθμίζει τον τρόπο και τη διαδικασία υποβολής δηλώσεων και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των άρθρων αυτών.

2. Τις διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α’ 170).

3. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 94) και ειδικότερα των άρθρων 1,2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.

4. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (Α’ 222), όπως ισχύει, περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 και της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

5. Την αριθ. 1/20.01.2016 (ΦΕΚ 18/Υ.Θ.Δ.Δ./20.01.2016) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

6. Τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4174/2013 και ειδικότερα, τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού, με τις οποίες εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και να αναθέτει καθήκοντα του σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

7. Την αριθ. Δ6Α 1036682 ΕΞ 2014/25.2.2014 (Β’ 478 και 558) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής «Με εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων» σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης», όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

8. Το γεγονός ότι με την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

ΜΕΡΟΣ Α’
ΥΠΟΒΟΛΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ

Άρθρο 1
Υποβολή και εκκαθάριση δηλώσεων

1. Οι δηλώσεις υποβάλλονται στον αρμόδιο κατά την κείμενη νομοθεσία προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

2. Οι δηλώσεις που υποβάλλονται χειρόγραφα, υποβάλλονται σε δύο αντίτυπα.

3. Επί του σώματος των χειρόγραφα υποβαλλόμενων δηλώσεων αναγράφεται ρητά ότι «η δήλωση υποβάλλεται βάσει των διατάξεων των άρθρων 57 έως και 61 του ν. 4446/2016». Στις περιπτώσεις υποβολής δήλωσης φυσικών προσώπων και ατομικών επιχειρήσεων αναγράφεται επιπλέον από τον υπόχρεο και ότι «Δεν εμπίπτω στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 60 του ν. 4446/2016». Η αναγραφή των ανωτέρω εξομοιώνεται με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 70). Αν δεν αναγραφούν οι ως άνω φράσεις, θεωρείται ότι η υποβληθείσα δήλωση δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 57-61 του ν. 4446/2016.

4. Εφόσον οι ανωτέρω δηλώσεις υποβάλλονται χειρόγραφα, καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο μεταγραφής δηλώσεων, το οποίο αφορά τη ρύθμιση των άρθρων 57 έως 61 του ν. 4446/2016, ανά φορολογία, ανά έτος, και στο οποίο θα αναγράφονται:
α) Ο αύξων αριθμός χειρόγραφης καταχώρησης, ο οποίος είναι και ο αριθμός της δήλωσης.
β) Η ημερομηνία υποβολής της δήλωσης.
γ) Το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του φορολογουμένου.
δ) Το Α.Φ.Μ του φορολογουμένου.
ε) Το έτος που αφορά η υποβαλλόμενη δήλωση.
στ) Το ποσό του προκύπτοντος φόρου.
ζ) Ο τυχόν πρόσθετος φόρος.

5. Οι δηλώσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα ρύθμιση, εκκαθαρίζονται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις κατά το έτος που αφορούν. Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. στην οποία υποβάλλεται η δήλωση θα προβαίνει στην εκκαθάριση της υπολογίζοντας τον πρόσθετο φόρο, κατά περίπτωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 57 και 58 του ν. 4446/2016.

Άρθρο 2
Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος

1. Για τις δηλώσεις που αφορούν απόδοση φόρου εισοδήματος, και λοιπών φόρων, τελών, εισφορών, εκ των αναφερομένων στο Παράρτημα του ν. 4174/2013, εφαρμόζονται κατά περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 57 έως 61 του ν. 4446/2016.

2. Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57-61 του ν. 4446/2016, οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος υποβάλλονται χειρόγραφα.

3. Κατά την υποβολή της αρχικής ή τροποποιητικής χειρόγραφης δήλωσης φορολογίας εισοδήματος στη Δ.Ο.Υ. προσκομίζονται, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτουν τα ποσά τα οποία δηλώνονται.
Όταν δεν είναι διαθέσιμα τα δικαιολογητικά που προ-βλέπονται από τις εκάστοτε αποφάσεις για τον τύπο και περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος που εκδίδονται κατ’ έτος από τη Φορολογική Διοίκηση, τα εισοδήματα που δηλώνονται αποδεικνύονται με κάθε διαθέσιμο πρόσφορο μέσο.

4. Αν τα εισοδήματα που δηλώνονται προέρχονται από γνωστή πηγή, δηλώνονται στον οικείο κωδικό της δήλωσης. Σε περίπτωση προσαύξησης περιουσίας από άγνωστη και μη κατονομαζόμενη πηγή, δηλώνονται στον κωδικό 507, για τις χρήσεις μέχρι 31.12.2013, και στον κωδικό 403, για χρήσεις από 1.1.2014. Ως προς τα δικαιολογητικά στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παρ. 12 της ΠΟΛ.1095/29.4.2011 εγκυκλίου.

Άρθρο 3
Δηλώσεις ΦΠΑ

1. Οι δηλώσεις υποβάλλονται χειρόγραφα.

2. Ειδικά για τις δηλώσεις του άρθρου 38 του Κώδικα Φ.Π.Α. θα γίνεται χρήση των ακόλουθων εντύπων, με τη διόρθωση των αντίστοιχων κωδικών όπου απαιτείται:
α) για φορολογικές περιόδους που έληξαν έως 31.12.2013 το έντυπο Φ2 050 ΕΚΔΟΣΗ 2011(2η), που ορίστηκε με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1149/14.7.2011 (Β’ 1688), όπως ισχύει,
β) για φορολογικές περιόδους από 1.1.2014 και εφεξής το έντυπο Φ2 050 ΕΚΔΟΣΗ 2016, που ορίστηκε με την Α ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1084/23.6.2016 (Β’ 1943) και
γ) για διαχειριστικές περιόδους με λήξη έως και 31.12.2013, το έντυπο Φ1009/12, που ορίστηκε με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1045/23.2.2012 (Β’ 565), για την υποβολή των εκ-καθαριστικών δηλώσεων.

Άρθρο 4
Δηλώσεις τελών και ειδικών φορολογιών

Οι δηλώσεις για τέλη, εισφορές, ειδικούς και λοιπούς φόρους που περιλαμβάνονται στην περίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 4174/2013 και αναφέρονται στο Παράρτημα του ίδιου νόμου, όπως ισχύουν, υποβάλλονται χειρόγραφα.

Άρθρο 5
Δηλώσεις στοιχείων ακινήτων, Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας, Ενιαίου Τέλους Ακινήτων, Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων και Ειδικού Φόρου Ακινήτων

1. Αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις Φ.Μ.Α.Π. φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και δηλώσεις Ε.Τ.ΑΚ. και Φ.Α.Π. νομικών προσώπων υποβάλλονται χειρόγραφα.
Με την υποβολή των δηλώσεων συνυποβάλλονται και τα φύλλα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απαλλαγή ακινήτων ή εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα.

2. Αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις Ε.Φ.Α. υποβάλλονται χειρόγραφα.
Με την υποβολή της δήλωσης συνυποβάλλονται και τα φύλλα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων καθώς και τα απαιτούμενα με βάση τις οικείες αποφάσεις δικαιολογητικά.

3. Αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις Ε9 ετών 2010 και επομένων υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο, με εξαίρεση τις δηλώσεις των αποβιωσάντων και των νομικών προσώπων που έχουν διακόψει τις εργασίες τους για τα έτη πριν τη διακοπή των εργασιών τους.
Επί των σημειώσεων των φορολογουμένων θα αναγράφεται η φράση «ν. 4446/2016». Σε περιπτώσεις στις οποίες η δήλωση υποβάλλεται από φυσικά πρόσωπα αναγράφεται η φράση «δεν εμπίπτω στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 60 του ν. 4446/2016». Η ως άνω σημείωση εξομοιώνεται με την υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 70). Αν δεν αναγραφούν οι συγκεκριμένες φράσεις με το συγκεκριμένο λεκτικό, όπως ακριβώς ορίζονται στην παρούσα, θεωρείται ότι η δήλωση δεν εμπίπτει στις ευνοϊκές διατάξεις των άρθρων 57-61 του ν. 4446/2016.

4. Μετά την υποβολή δηλώσεων Ε9, δηλώσεις – πράξεις προσδιορισμού Ε.Τ.ΑΚ. και Φ.Α.Π. φυσικών προσώπων, καθώς και ΕΝΦΙΑ, φυσικών και νομικών προσώπων, συντίθενται και εκκαθαρίζονται ηλεκτρονικά, με βάση την ισχύουσα ηλεκτρονική εφαρμογή, και ο τυχόν επιπλέον προσδιορισθείς πρόσθετος φόρος διαγράφεται με απόφαση του αρμοδίου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., μετά από αίτηση του υπόχρεου.

Άρθρο 6
Δηλώσεις φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, κερδών από τυχερά παίγνια και μεταβίβασης ακινήτων

1. Αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις με τη χρήση των ευνοϊκών διατάξεων των άρθρων 57 έως και 61 του ν. 4446/2016 υποβάλλονται χειρόγραφα.

2. Με την υποβολή των δηλώσεων συνυποβάλλονται και τα φύλλα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων καθώς και τα απαιτούμενα κατά περίπτωση δικαιολογητικά.

ΜΕΡΟΣ Β’
ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΕΛΕΓΧΟ

Άρθρο 7
Διαδικασία υπαγωγής στη ρύθμιση σε περιπτώσεις ελέγχου

1. Στις διατάξεις της ρύθμισης των άρθρων 57 έως 61 του ν. 4446/2016 μπορούν να υπαχθούν και φορολογούμενοι για τους οποίους έχει εκδοθεί ή θα εκδοθεί εντολή ελέγχου μέχρι την 31.05.2017, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 60 του νόμου αυτού.

2. Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Ελεγκτικού Κέντρου ή του Ειδικού Συνεργείου Ελέγχου του άρθρου 39 του ν. 1914/1990, ή της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε., υπάλληλος των οποίων διενεργεί ή θα διενεργήσει έλεγχο βάσει εντολής ελέγχου που έχει εκδοθεί ή θα εκδοθεί μέχρι την 31-05-2017 και εφόσον δεν έχει κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο η εντολή ελέγχου ή η πρόσκληση παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, συντάσσει σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της παρούσης και κοινοποιεί στον φορολογούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 4174/2013, ειδική πρόσκληση προκειμένου, εφόσον το επιθυμεί, να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα περί υποβολής δηλώσεων.
Στην ειδική πρόσκληση αναγράφονται ο αριθμός, η ημερομηνία της εντολής ελέγχου, η φορολογική περίοδος ή υπόθεση καθώς και το είδος φορολογίας που αφορά ο φορολογικός έλεγχος.
Μετά την κοινοποίηση της ειδικής πρόσκλησης, έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 58 του ν. 4446/2016 για την προθεσμία υποβολής δηλώσεων και τον καθορισμό του οφειλόμενου πρόσθετου φόρου.

3. Για κάθε δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν. 4446/2016 συνυποβάλλεται υποχρεωτικά και υπεύθυνη δήλωση, συμπληρωμένη σύμφωνα με συνημμένο υπόδειγμα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, στην οποία εμπεριέχονται στοιχεία αναφορικά με την κοινοποίηση (και την ημερομηνία κοινοποίησης) ή μη εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013 ή ειδικής πρόσκλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 7 της παρούσας, την φορολογική περίοδο ή υπόθεση και το είδος της φορολογίας που αφορά ο φορολογικός έλεγχος, την αρμόδια Ελεγκτική Υπηρεσία, όπως αυτά αναφέρονται στην εντολή ελέγχου, την πρόσκληση του άρθρου 14 ν. 4174/2013 ή την ειδική πρόσκληση, την κοινοποίηση (και την ημερομηνία κοινοποίησης) ή μη προσωρινού προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφοράς ή προστίμου.
Κατόπιν υποβολής των δηλώσεων του ν. 4446/2016, οι φορολογούμενοι προσκομίζουν φωταντίγραφα των υποβληθεισών δηλώσεων και των σχετικών παραστατικών στην αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία, προκειμένου αυτές να συνεκτιμηθούν κατά τη διενέργεια του ελέγχου. Παράλληλα οι Δ.Ο.Υ., οι οποίες παραλαμβάνουν τις δηλώσεις, ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις ελεγκτικές υπηρεσίες, οι οποίες και μπορούν να αναζητούν τις δηλώσεις αυτές.

Άρθρο 8
Περιπτώσεις υπαγωγής

1. Οι φορολογούμενοι δύνανται να υποβάλουν τις δηλώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016, ήτοι έως την 23.1.2017, εφόσον έχει ήδη κοινοποιηθεί σε αυτούς προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προστίμων, κατά την ημερομηνία κατάθεσης του ν. 4446/2016 στη Βουλή (12.12.2016) και δεν έχει κοινοποιηθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή προστίμων ή οποιαδήποτε αντίστοιχη καταλογιστική πράξη, με βάση τις προϊσχύσασες του ν. 4174/2013 διατάξεις.
Οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή επιβολής προστίμων που αφορούν προσωρινούς διορθωτικούς προσδιορισμούς φόρου ή προστίμων, οι οποίοι είχαν ήδη κοινοποιηθεί κατά την ημερομηνία κατάθεσης του ν. 4446/2016 στη Βουλή, κοινοποιούνται μόνο μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών.
Σε περίπτωση που πριν την κοινοποίηση των ανωτέρω οριστικών πράξεων υποβάλλονται δηλώσεις σύμφωνα με το ν. 4446/2016, ισχύουν τα ακόλουθα:

α. Εφόσον η φορολογητέα ύλη που περιλαμβάνεται στις δηλώσεις αυτές, δεν διαφοροποιείται σε σχέση με τη φορολογητέα ύλη του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και αφορά την ίδια φορολογική περίοδο και το ίδιο φορολογικό αντικείμενο που αναφέρεται στην εντολή ελέγχου, αυτή θα λαμβάνεται υπόψη κατά την σύνταξη της οικείας έκθεσης ελέγχου και την ολοκλήρωση της υπόθεσης, ως προς το συγκεκριμένο φορολογικό αντικείμενο και τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο.
Ομοίως, εφόσον η φορολογητέα ύλη που περιλαμβάνεται στις δηλώσεις αυτές, δεν διαφοροποιείται σε σχέση με τη φορολογητέα ύλη των εκδοθεισών πράξεων οριστικού διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, και υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, οι εκδοθείσες οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμων θα τροποποιούνται αναλόγως, με αιτιολογημένη πράξη, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από το όργανο που τις εξέδωσε.

β. Εφόσον η φορολογητέα ύλη των δηλώσεων του ν. 4446/2016 υπολείπεται της φορολογητέας ύλης του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, αυτή θα λαμβάνεται υπόψη κατά την σύνταξη της οικείας έκθεσης ελέγχου, προκειμένου να εκδίδονται οι οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμων.
Ομοίως, εάν η φορολογητέα ύλη των δηλώσεων του ν. 4446/2016 υπολείπεται της φορολογητέας ύλης των εκδοθεισών οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού, θα γίνεται τροποποίηση των πράξεων αυτών με αιτιολογημένη πράξη, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από το όργανο που τις εξέδωσε, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 4174/2013.

γ. Εφόσον με την φορολογητέα ύλη που περιλαμβάνεται στις υποβαλλόμενες δηλώσεις του ν. 4446/2016, αποκαθίστανται πλήρως φορολογικές παραβάσεις σε όλες τις φορολογίες που επηρεάζονται από τις παραβάσεις αυτές, εφαρμόζονται αναλόγως τα αναφερόμενα στην περίπτωση α’ της παρούσας παραγράφου για τους προσωρινούς προσδιορισμούς φόρου και προστίμων καθώς και για τις οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και προστίμων.

δ. Εφόσον με τη φορολογητέα ύλη που περιλαμβάνεται στις υποβαλλόμενες δηλώσεις του ν. 4446/2016, αποκαθίστανται μερικώς φορολογικές παραβάσεις σε όλες τις φορολογίες που επηρεάζονται από τις παραβάσεις αυτές, εφαρμόζονται αναλόγως τα αναφερόμενα στην περίπτωση β’ της παρούσας παραγράφου για τους προσωρινούς προσδιορισμούς φόρου και προστίμων καθώς και για τις οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και προστίμων.

ε. Εκδοθείσες οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή επιβολής προστίμων, οι οποίες κοινοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία κατάθεσης του ν. 4446/2016 (12-12-2016) και μέχρι τη λήξη της προθεσμίας του τρίτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 58 του ως άνω νόμου (23-1-2017), μετά την υποβολή δηλώσεων της παρούσας παραγράφου τροποποιούνται με αιτιολογημένη πράξη του οργάνου που τις εξέδωσε, εφαρμοζομένων των ανωτέρω, κατά περίπτωση. Πράξεις που κοινοποιήθηκαν μετά την 12-12-2016 κοινοποιούνται εκ νέου μετά την πάροδο της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 58 του νόμου, είτε ως έχουν, είτε αφού τροποποιηθούν, κατά τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο. Οι σχετικές διαδικαστικές προθεσμίες εκκινούν μετά την ως άνω εκ νέου κοινοποίησή τους.

2. Ο φορολογούμενος δύναται να υποβάλει τις δηλώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57, για φορολογικά αντικείμενα που αναφέρονται στην εντολή, εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016 εφόσον έχει ήδη κοινοποιηθεί σε αυτόν εντολή ελέγχου ή πρόσκληση παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, κατά την κατάθεση του ν. 4446/2016 στη Βουλή (12-12-2016).
Προσωρινοί διορθωτικοί προσδιορισμοί φόρου ή προστίμων, κοινοποιούνται μόνο μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών.
Ο φορολογούμενος δύναται να υποβάλει δηλώσεις για τα φορολογικά αντικείμενα που αναφέρονται στην εντολή και μετά την πάροδο των εξήντα (60) ημερών και μέχρι το πέρας της προθεσμίας της παραγράφου 1 του άρθρου 57, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή προστίμου. Αναφορικά με την υποβολή δηλώσεων του ν. 4446/2016, εφόσον έχει ήδη κοινοποιηθεί, την 12-12-2016 εντολή ελέγχου ή πρόσκληση παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, ισχύουν τα ακόλουθα:

α. Σε περίπτωση που οι δηλώσεις του ν. 4446/2016 υποβάλλονται πριν την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών καθώς και στην περίπτωση που αυτές υποβάλλονται μετά την ανωτέρω προθεσμία και δεν έχει κοινοποιηθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προστίμου, τότε οι δηλώσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου.

β. Σε περίπτωση που οι δηλώσεις του ν. 4446/2016 υποβάλλονται μετά την ανωτέρω προθεσμία των εξήντα (60) ημερών και έχει ήδη κοινοποιηθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προστίμου, τότε έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Εφόσον με τη φορολογητέα ύλη που περιλαμβάνεται στις υποβαλλόμενες δηλώσεις του ν. 4446/2016 αποκαθίστανται πλήρως ή μερικώς φορολογικές παραβάσεις σε όλες τις φορολογίες που επηρεάζονται από τις παραβάσεις αυτές, έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αντιστοίχως.

3. Ο φορολογούμενος δύναται να υποβάλει τις δηλώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57, για φορολογικά αντικείμενα που αναφέρονται στην εντολή, εντός ενενήντα (90) ημερών από την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, ή της ειδικής πρόσκλησης της παρ. 2 του άρθρου 7 της παρούσας, εφόσον η εντολή ελέγχου ή η πρόσκληση παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, κοινοποιείται σε αυτόν μετά την κατάθεση του ν. 4446/2016 στη Βουλή (12-12-2016).
Προσωρινοί διορθωτικοί προσδιορισμοί φόρου ή προστίμων, κοινοποιούνται μόνο μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών.
Ο φορολογούμενος δύναται να υποβάλει δηλώσεις για τα φορολογικά αντικείμενα που αναφέρονται στην εντολή και μετά την πάροδο των ενενήντα (90) ημερών και μέχρι το πέρας της προθεσμίας της παραγράφου 1 του άρθρου 57, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή προστίμου.
Αναφορικά με την υποβολή δηλώσεων του ν. 4446/2016, εφόσον η εντολή ελέγχου ή η πρόσκληση παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν. 4174/2013 ή η ειδική πρόσκληση της παρ. 2 του άρθρου 7 της παρούσας κοινοποιείται μετά την 12-12-2016, ισχύουν τα ακόλουθα:

α. Σε περίπτωση που οι δηλώσεις του ν. 4446/2016 υποβάλλονται πριν την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών καθώς και στην περίπτωση που αυτές υποβάλλονται μετά την ανωτέρω προθεσμία και δεν έχει κοινοποιηθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προστίμου, τότε οι δηλώσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου.

β. Σε περίπτωση που οι δηλώσεις του ν. 4446/2016 υποβάλλονται μετά την ανωτέρω προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών και έχει ήδη κοινοποιηθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προστίμου, τότε έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Εφόσον με την φορολογητέα ύλη που περιλαμβάνεται στις υποβαλλόμενες δηλώσεις του ν. 4446/2016, αποκαθίστανται πλήρως ή μερικώς φορολογικές παραβάσεις σε όλες τις φορολογίες που επηρεάζονται από τις παραβάσεις αυτές, έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αντιστοίχως.

4. Οι υποβαλλόμενες σύμφωνα με τον ν. 4446/2016 δηλώσεις, επαληθεύονται και αξιολογούνται πριν η Φορολογική Διοίκηση προβεί στην έκδοση ή την τροποποίηση της εκδοθείσας οριστικής πράξης, εφόσον επηρεάζουν το αποτέλεσμα του φορολογικού ελέγχου.

Η Απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 18 Ιανουαρίου 2017.

Το κείμενο αφορά τη διαδικασία οικειοθελούς αποκάλυψης φορολογητέας ύλης παρελθόντων ετών των άρθρων 57 έως 61 του ν.4446/2016. Οι προθεσμίες υπαγωγής ήταν αποκλειστικές και έχουν παρέλθει.

Σχετική υπηρεσία του γραφείου: υπηρεσίες ελέγχου επιχειρήσεων.

Τι ισχύει σήμερα

  • Οι δηλώσεις έπρεπε να υποβληθούν έως τις 23.1.2017 (τριάντα ημέρες από τη δημοσίευση του ν.4446/2016), ή, εφόσον είχε ήδη κοινοποιηθεί εντολή ελέγχου ή πρόσκληση παροχής πληροφοριών, εντός εξήντα ημερών από τη δημοσίευση· εντολές ελέγχου που θα εκδίδονταν μέχρι την 31.5.2017 κάλυπταν επίσης την υπαγωγή στη ρύθμιση.
  • Οι προθεσμίες αυτές έχουν παρέλθει και δεν υπάρχει σήμερα δυνατότητα υπαγωγής στη ρύθμιση των άρθρων 57 έως 61 του ν.4446/2016.
  • Η διόρθωση προηγούμενων δηλώσεων και η τακτοποίηση μη δηλωθέντων εισοδημάτων γίνεται πλέον με τις γενικές διαδικασίες του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων, έλεγχος, κυρώσεις), χωρίς το ευνοϊκό καθεστώς κυρώσεων που προέβλεπαν τα άρθρα 57 έως 61.

Νομοθετική βάση

  • ν.4446/2016, Μέρος Πέμπτο, Κεφάλαιο Α’, άρθρα 57-61 (έληξε).
  • ΠΟΛ.1006/2017 (ΦΕΚ Β’ 43/17.01.2017).
  • ΚΦΔ (ν.4174/2013), άρθρο 7 (τροποποίηση φορολογικής δήλωσης) και οι διατάξεις περί προστίμων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής.

Οι μεταβολές στη φορολογία εισοδήματος που ισχύουν αναδρομικά από 1/1/2016.

Οι μεταβολές στη φορολογία εισοδήματος που ισχύουν αναδρομικά από 1/1/2016.

Με τους ν. 4387/2016 και 4386/2016, επήλθαν σημαντικές μεταβολές στη Φορολογία Εισοδήματος Φυσικών και Νομικών Προσώπων. Οι αλλαγές αυτές οι οποίες εφαρμόζονται γενικά για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2016 και μετά.

Συνοπτικά σας παρουσιάζουμε τις κυριότερες αλλαγές που επήλθαν.

1.    Φορολόγηση μισθωτών – συνταξιούχων

Κλίμακα φορολογίας εισοδήματος από μισθούς, συντάξεις και ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Εισόδημα (Μισθοί, Συντάξεις, Επιχειρηματική Δραστηριότητα) σε ευρώ Φορ. Συντελεστής
0 – 20.000 22%
20.001 – 30.000 29%
30.001 – 40.000 37%
40.001 – 45%

Επί του φόρου που προκύπτει βάσει της ανωτέρω κλίμακας, υπολογίζεται μείωση φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Η μείωση αυτή του φόρου εισοδήματος, η οποία έχει αντικαταστήσει το αφορολόγητο κλιμάκιο της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος των προηγούμενων ετών, συνδέεται πλέον με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του φορολογούμενου. 

Αναλυτικότερα, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2016 και επόμενα, ο φόρος που προκύπτει βάσει της κλίμακας μισθωτών – συνταξιούχων μειώνεται κατά το ποσό:

  • των 1.900 ευρώ για το φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα,
  • των 1.950 ευρώ για το φορολογούμενο με ένα (1) εξαρτώμενο τέκνο,
  • των 2.000 ευρώ για το φορολογούμενο με δύο (2) εξαρτώμενα τέκνα και
  • των 2.100 ευρώ για το φορολογούμενο με τρία (3) εξαρτώμενα τέκνα και άνω

Η μείωση αυτή του φόρου υπολογίζεται όταν το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ.

Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των ποσών αυτών, η μείωση του φόρου περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου (δεν προκύπτει, δηλαδή, σε καμία περίπτωση, επιστροφή φόρου για το φορολογούμενο από αυτή την αιτία)

Για φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, το ποσό της μείωσης μειώνεται κατά 10 ευρώ ανά 1.000 ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος από μισθούς και συντάξεις.

2. Φορολόγηση εισοδήματος φυσικού προσώπου από επιχειρηματική δραστηριότητα

Με την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος μισθωτών – συνταξιούχων, φορολογούνται από το φορολογικό έτος 2016 και επόμενα, και τα κέρδη από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού προστεθούν σε τυχόν εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις. Για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζονται οι μειώσεις του άρθρου 16 του ΚΦΕ.

Κλίμακα φορολογίας εισοδήματος από μισθούς, συντάξεις και ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα
Εισόδημα (Μισθοί, Συντάξεις, Επιχειρηματική Δραστηριότητα) σε ευρώ Φορ. Συντελεστής
0 – 20.000 22%
20.001 – 30.000 29%
30.001 – 40.000 37%
40.001 – 45%

Βέβαια εδώ δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τον νέο τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών που θα είναι πλέον το 26,95% του καθαρού  εισοδήματος.  Οπότε,  η φαινομενική μείωση των φορολογικών συντελεστών , θα αντισταθμιστεί από την αντίστοιχη αύξηση.

3. Φορολόγηση κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα προσωπικών εταιρειών κ.λπ. με απλογραφικά βιβλία

Εξομοιώνεται ο συντελεστής φορολόγησης των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν οι υπόχρεοι των περ. β’, δ’, ε’, στ’ και ζ’ του άρθρου 45 που τηρούν απλογραφικά βιβλία με εκείνους που τηρούν διπλογραφικά βιβλία.
Τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα, των Ο.Ε., Ε.Ε, κλπ, θα φορολογούνται με συντελεστή 29% από το φορολογικό έτος 2016 και μετά , αντί των 2 συντελεστών που ίσχυαν. (26% και 33% για κέρδη άνω των 50.000).

4. Φορολόγηση κερδών από ατομική αγροτική επιχείρηση

Για τα φορολογικά έτη 2016 και επόμενα, τα κέρδη από ατομική αγροτική επιχείρηση φορολογούνται αυτοτελώς με την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος μισθωτών – συνταξιούχων.

Ο φόρος που προκύπτει για το εισόδημα από ατομική αγροτική επιχείρηση μειώνεται κατά το ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 16 του ΚΦΕ (μείωση φόρου μισθωτών – συνταξιούχων).

  1. Φορολόγηση μερισμάτων

Τα μερίσματα, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ΚΦΕ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, φορολογούνται με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με τον ίδιο συντελεστή (15%) διενεργείται και η παρακράτηση φόρου κατά τη διανομή μερισμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 64 του ΚΦΕ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

4. Φορολόγηση εισοδήματος από ακίνητη περιουσία

Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία που αποκτάται από το φορολογικό έτος 2016 και επόμενα φορολογείται αυτοτελώς, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Κλίμακα φορολογίας εισοδήματος από ακίνητη
Εισόδημα από ακίνητη περιουσία (ευρώ) Συντελεστής %
0 – 12.000 15%
12.001 – 35.000 35%
35.001 – 45%

5. Ειδική εισφορά αλληλεγγύης

Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης επιβάλλεται στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων. Για την επιβολή της εισφοράς, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του εισοδήματος, όπως αυτό προκύπτει από την άθροιση των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία και συντάξεις, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από κεφάλαιο, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό

Υπολογίζεται, με βάση την ακόλουθη κλίμακα:

Κλίμακα ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης
Εισόδημα σε ευρώ Εισφ. Αλληλεγγύης
0 – 12.000 0%
12.001 – 20.000 2,2%
20.001 – 30.000 5,00%
30.001 – 40.000 6,50%
40.001 – 65.000 7,50%
65.001 – 220.000 9,00%
>220.000 10,00%

 

Οι μεταβολές στη φορολογία εισοδήματος που ισχύουν αναδρομικά από

 


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 16 Ιανουαρίου 2017 και συνοψίζει τις μεταβολές στη φορολογία εισοδήματος που επέφεραν οι ν.4386/2016 και ν.4387/2016 για το φορολογικό έτος 2016: κλίμακα 22%/29%/37%/45% για μισθωτούς, συνταξιούχους και ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, μειώσεις φόρου 1.900/1.950/2.000/2.100 ευρώ ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων με όριο τις 20.000 ευρώ, φορολόγηση Ο.Ε. και Ε.Ε. με 29% και μερίσματα 15%.

Η κλίμακα και οι μειώσεις φόρου που περιγράφει το άρθρο δεν αντιστοιχούν στο σημερινό κείμενο των άρθρων 15 και 16 του ν.4172/2013.

Τι ισχύει σήμερα

  • Η κλίμακα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων του άρθρου 15 ν.4172/2013 διαμορφώνεται σε 9%/20%/26%/34%/39%/44%, με κλιμάκια 10.000, 20.000, 30.000, 40.000 και 60.000 ευρώ.
  • Η μείωση φόρου λόγω εξαρτώμενων τέκνων (άρθρο 16 ν.4172/2013) ανέρχεται σε 777 ευρώ χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, 900 ευρώ για ένα, 1.120 ευρώ για δύο, 1.340 ευρώ για τρία, 1.580 ευρώ για τέσσερα και 1.780 ευρώ για πέντε ή περισσότερα τέκνα.
  • Η μείωση περιορίζεται κατά 20 ευρώ ανά 1.000 ευρώ φορολογητέου εισοδήματος άνω των 12.000 ευρώ — και όχι άνω των 20.000 ευρώ, όπως περιγράφει το αρχικό άρθρο για το έτος 2016.

Νομοθετική βάση

  • Άρθρο 15 ν.4172/2013 (Α΄ 167) — ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Άρθρο 16 ν.4172/2013 (Α΄ 167), παράγραφοι 1 και 2 — ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.

Διατήρηση της ρύθμισης των 100 δόσεων από 1.1.2017

Διατήρηση της ρύθμισης των 100 δόσεων από 1.1.2017

Θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σας, καθώς από 1.1.2017, υπάρχουν αλλαγές στους όρους για την  διατήρηση  της ρύθμισης των 100 δόσεων.

Σε συνέχεια λοιπόν του προηγούμενου άρθρου μας  (ΕΝΦΙΑ , ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ 100 ΔΟΣΕΩΝ)

και σύμφωνα με την ΠΟΛ.1273/30.12.2015 θα πρέπει οι οφειλέτες για  νέες  βεβαιωμένες οφειλές, εφόσον δεν τελούν σε καθεστώς αναστολής είσπραξης, μετά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση 100 δόσεων:

α) Εξοφλήσουν  τις νέες οφειλές πριν αυτές γίνουν ληξιπρόθεσμες

β) Οι νέες οφειλές να υπαχθούν σε ρύθμιση μετά από αίτηση του οφειλέτη που υποβάλλεται  πριν τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους  στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τους.

γ) να εξοφλήσουν  ολόκληρη τη νέα οφειλή εντός 15 ημερών από την καταληκτική ημερομηνία λήξης εφόσον μέσα στο προηγούμενο εξάμηνο δεν έχουν εξοφλήσει εκπρόθεσμα άλλη οφειλή

Υπάρχει λοιπόν, η δυνατότητα για ρύθμιση των νέων χρεών σας, αλλά ΠΡΙΝ  αυτά γίνουν ληξιπρόθεσμα και ΜΟΝΟΝ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Διατήρηση της ρύθμισης των 100 δόσεων από 1.1.2017

 


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 3 Ιανουαρίου 2017 και αποτυπώνει την ΠΟΛ.1273/30.12.2015, δηλαδή τους όρους διατήρησης της ρύθμισης των 100 δόσεων από 1.1.2017 για νέες βεβαιωμένες οφειλές: εξόφληση των νέων οφειλών πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες, υπαγωγή τους σε ρύθμιση με αίτηση πριν τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ή εξόφληση ολόκληρης της οφειλής εντός 15 ημερών από την καταληκτική ημερομηνία.

Η ρύθμιση των 100 δόσεων δεν αποτελεί σήμερα το ισχύον πλαίσιο τμηματικής καταβολής. Καταργήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 67 του ν.4646/2019 (Α΄ 201) και οι όροι διατήρησής της που περιγράφει το άρθρο δεν εφαρμόζονται πλέον.

Τι ισχύει σήμερα

  • Το ισχύον πλαίσιο τμηματικής καταβολής θεσπίστηκε με το άρθρο 4 ν.5036/2023 (Α΄ 163) και προβλέπει έως εβδομήντα δύο (72) δόσεις.
  • Υπάγονται βεβαιωμένες οφειλές που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την 1η.11.2021 και έως και την 1η.2.2023, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη.
  • Οι προϋποθέσεις υπαγωγής και διατήρησης της νέας ρύθμισης είναι διαφορετικές από εκείνες της ρύθμισης των 100 δόσεων που περιγράφει το αρχικό άρθρο.

Νομοθετική βάση

  • Άρθρο 4 ν.5036/2023 (Α΄ 163) «Ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως εβδομήντα δύο (72) δόσεις» — ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Άρθρο 67 παράγραφος 4 ν.4646/2019 (Α΄ 201) — κατάργηση της ρύθμισης των 100 δόσεων του άρθρου 43 ν.4174/2013.

Ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών

ΠΟΛ.1201/2016
Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 47 του ν.4410 /2016 σχετικά με το ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ, και παροχή σχετικών διευκρινίσεων
Αθήνα, 28/12/2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α’ – Φ.Π.Α.

Ταχ. Δ/νση :Σίνα 2 – 4
Ταχ. Κώδικας :106 72 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες:Φ. Αθανασάκη,
Τ. Σφελινιώτη
Τηλέφωνο:210 – 3645832, 3627717
Fax:210 – 3645413
e-mail:dfpa.b1@1992.syzefxis.gov.gr

ΠΟΛ 1201/2016

Θέμα: Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 47 του ν.4410 /2016 σχετικά με το ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ, και παροχή σχετικών διευκρινίσεων.

Κοινοποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 47 του ν.4410/2016 (ΦΕΚ Α’ 141/03.08.2016), οι οποίες ισχύουν από 1.1.2017 με τις οποίες, αντικαθίσταται το άρθρο 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ αγροτών και την πλήρη εναρμόνισή του με το κοινοτικό δίκαιο και παρέχονται οι ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή του:

Με τις νέες διατάξεις το ειδικό καθεστώς αγροτών καθίσταται πιο αποτελεσματικό και δίκαιο, δεδομένου ότι σε αυτό εντάσσονται οι σχετικά μικροί αγρότες οι οποίοι ασκούν αποκλειστικά αγροτική εκμετάλλευση και δυσκολεύονται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις του κανονικού καθεστώτος ΦΠΑ.

Εν συντομία, οι βασικές αλλαγές που επέρχονται στο ειδικό καθεστώς των αγροτών είναι οι ακόλουθες:
· Ως προς τον προσδιορισμό των ορίων που αποτελούν τα κριτήρια για την παραμονή στο ειδικό καθεστώς ή τη μετάταξη στο κανονικό καθεστώς, με σαφήνεια ορίζεται ότι στις 15.000 ευρώ περιλαμβάνεται η αξία όλων των παραδόσεων αγροτικών προϊόντων ιδίας παραγωγής και των παροχών αγροτικών υπηρεσιών προς κάθε πρόσωπο, που πραγματοποιήθηκαν στο προηγούμενο φορολογικό έτος, και στις 5.000 ευρώ περιλαμβάνεται κάθε είδους επιδότηση που έλαβαν οι αγρότες.
· Προβλέπεται η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος για παραδόσεις των προϊόντων τους ή παροχές αγροτικών υπηρεσιών προς άλλους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ή προς πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο και η υποχρεωτική εγγραφή των εν λόγω αγροτών στο ειδικό καθεστώς, ακόμη και στην περίπτωση που αποκλειστικά πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις.
· Ορίζεται η υποχρεωτική υπαγωγή της αγροτικής εκμετάλλευσης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ στις περιπτώσεις που οι αγρότες παράλληλα ασκούν και άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων που πωλούν τα προϊόντα τους στις λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή τα εξάγουν ή τα παραδίδουν ενδοκοινοτικά ή διαχειρίζονται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή λειτουργούν αγροτοτουριστικές μονάδες.
· Επακόλουθα, καταργείται η επιστροφή ΦΠΑ με τον κατ’ αποκοπή συντελεστή 3% στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος που δικαιούνταν της επιστροφής αυτής.
· Σε περίπτωση προαιρετικής μετάταξης από το ειδικό καθεστώς αγροτών στο κανονικό καθεστώς, η υποχρεωτική παραμονή σε αυτό είναι πλέον τριετής αντί πενταετής.
Αναλυτικότερα, σε σχέση με τις κυριότερες τροποποιήσεις, διευκρινίζονται τα εξής:
1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ προβλέπονται τα κριτήρια για την ένταξη των αγροτών στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ. Συγκεκριμένα, στο ειδικό καθεστώς εντάσσονται οι αγρότες οι οποίοι κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν προς οποιοδήποτε πρόσωπο παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχές αγροτικών υπηρεσιών αξίας κατώτερης των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις συνολικής αξίας κατώτερης των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ
Τα προαναφερόμενα κριτήρια λαμβάνονται σωρευτικά, δηλαδή θα πρέπει να συντρέχουν και τα δύο προκειμένου τα εν λόγω πρόσωπα να εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς. Σε περίπτωση που δεν πληρούται είτε το ένα είτε το άλλο κριτήριο, οι αγρότες εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ και παράλληλα έχουν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα ΕΛΠ ως προς την τήρηση λογιστικών βιβλίων και την έκδοση στοιχείων.
Με τις νέες διατάξεις στον προσδιορισμό του ορίου των 15.000 ευρώ περιλαμβάνεται το συνολικό ποσό, που προέρχεται από την παράδοση αγροτικών προϊόντων των αγροτών από δική τους αγροτική εκμετάλλευση ή παροχή αγροτικών υπηρεσιών στο πλαίσιο της αγροτικής τους εκμετάλλευσης, όχι μόνο προς άλλους υποκείμενους στο φόρο και προς απαλλασσόμενα πρόσωπα (νοσοκομεία, κλινικές κλπ) αλλά και σε άλλους αγρότες του ειδικού καθεστώτος και σε πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο (ιδιώτες, ΝΠΔΔ, δημόσιο, δήμοι κλπ), όπως το ποσό αυτό προκύπτει από τα τιμολόγια αγοράς που εκδίδουν στον πωλητή αγρότη οι υποκείμενοι στο φόρο αγοραστές των αγροτικών προϊόντων, καθώς και από τα ειδικά στοιχεία που εκδίδει ο αγρότης του ειδικού καθεστώτος.
Ειδικότερα, όμως, για το έτος 2016, δεδομένου ότι δεν υπήρχε υποχρέωση, για τον αγρότη του ειδικού καθεστώτος, έκδοσης «ειδικού στοιχείου» για τις παραδόσεις των προϊόντων του και τις παροχές των υπηρεσιών του, για τον προσδιορισμό του ορίου των 15.000 ευρώ λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο (π.χ. απόδειξη είσπραξης, δεδομένα Ε3 της δήλωσης φόρου εισοδήματος) που αποδεικνύει την αξία των ανωτέρω πράξεων.
Στον προσδιορισμό του ορίου των 5.000 ευρώ από επιδοτήσεις, από 01.01.2017 και εφεξής, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό επιδοτήσεων ή ενισχύσεων κάθε μορφής που πράγματι καταβλήθηκε στον αγρότη εντός του προηγούμενου φορολογικού έτους, έστω και αν στο ποσό αυτό περιέχονται και ποσά επιδοτήσεων ή ενισχύσεων που αφορούν άλλα φορολογικά έτη (χρήσεις).
Διευκρινίζεται ότι στο ποσό των επιδοτήσεων, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ποσό επιδότησης ή ενίσχυσης καταβλήθηκε στον αγρότη, όπως πράσινη ενίσχυση, βασική ενίσχυση, ενίσχυση για γεωργούς νεαρής ηλικίας, συνδεδεμένες ενισχύσεις, εξισωτική, ειδική ενίσχυση για το βαμβάκι κ.λ.π. Δεν θεωρούνται επιδοτήσεις ή ενισχύσεις και δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ορίου των 5.000 ευρώ, οι κάθε είδους ενισχύσεις από το κράτος για την πραγματοποίηση επενδύσεων, καθώς και οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τον ΕΛΓΑ.
Συνεπώς, για να κριθεί το καθεστώς ενός αγρότη την 1.1.2017, λαμβάνεται υπόψη το ποσό των επιδοτήσεων που πράγματι έλαβε ο αγρότης εντός του 2016, ακόμη κι αν πρόκειται για ποσά που ανάγονται σε παλαιότερα έτη (π.χ. 2014, 2015 κλπ).
Επισημαίνεται ότι για προηγούμενα του 2016 φορολογικά έτη, δεδομένου ότι οι αγρότες πράγματι δεν γνώριζαν το ακριβές ποσό που δικαιούνταν να λάβουν για κάθε έτος, γίνεται δεκτό, για λόγους χρηστής διοίκησης, τα ποσά των επιδοτήσεων που καταβλήθηκαν αναδρομικά στους αγρότες να λαμβάνονται υπόψη, για τον προσδιορισμό του ύψους του ετήσιου ποσού επιδοτήσεων, είτε στο φορολογικό έτος στο οποίο αφορούν οι επιδοτήσεις αυτές, είτε στο φορολογικό έτος που πράγματι εισπράχθηκαν από τον αγρότη κατά ανάλογη εφαρμογή των ανωτέρω.
Παραδείγματα
1. Αγρότης του ειδικού καθεστώτος στη Μυρτέα Λακωνίας, πραγματοποίησε το φορολογικό έτος 2017 χονδρικές πωλήσεις αξίας 14.500 ευρώ και παράλληλα πραγματοποίησε λιανικές πωλήσεις(π.χ. από τις παραδόσεις 20 τενεκέδων λαδιού που τους πούλησε πόρτα -πόρτα με έκδοση ειδικού στοιχείου ) αξίας 600 ευρώ και έλαβε επιδοτήσεις 3.000 ευρώ. Από την 1.1.2018 θα ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, δεδομένου ότι οι πωλήσεις των αγροτικών προϊόντων του υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ.
2. Αγρότης του ειδικού καθεστώτος πραγματοποίησε το φορολογικό έτος 2016 χονδρικές πωλήσεις αξίας 7.000 ευρώ και παράλληλα πραγματοποίησε λιανικές πωλήσεις από την πώληση οπωροκηπευτικών σε ιδιώτες (με απόδειξη είσπραξης) αξίας 3.000 ευρώ και έλαβε αναδρομικά το έτος 2016 δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης 3.000 ευρώ που αφορούσαν το έτος 2015 και παράλληλα έλαβε δικαιώματα βασικής ενίσχυσης 4.000 ευρώ για το έτος 2016. Ο εν λόγω αγρότης από την 1.1.2017 θα ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.
3. Αγρότης του ειδικού καθεστώτος πραγματοποίησε το φορολογικό έτος 2016 χονδρικές πωλήσεις αξίας 7.000 ευρώ και παροχές αγροτικών του υπηρεσιών (με λήψη εργόσημου) αξίας 3.000 ευρώ και έλαβε επιδοτήσεις 4.000 ευρώ. Ο εν λόγω αγρότης παραμένει στο ειδικό καθεστώς αγροτών από 1.1.2017.
2. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ, προβλέπεται για πρώτη φορά η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου για τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος σε άλλους αγρότες του ειδικού καθεστώτος και σε πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο, προκειμένου η αξία των εν λόγω πωλήσεων και παροχών να συμπεριλαμβάνεται στο όριο των 15.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αποτελεί κριτήριο για την παραμονή στο ειδικό καθεστώς ή την υποχρεωτική ένταξη στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.
Διευκρινίζεται ότι το ειδικό αυτό στοιχείο εκδίδεται αθεώρητο και δεν επιβάλλεται ΦΠΑ επί της αναγραφόμενης αξίας αυτού. Ο αγρότης δεν δικαιούται επιστροφής με την εφαρμογή του κατ’ αποκοπή συντελεστή 6% επί της αξίας αυτής.
Επισημαίνεται ότι οι αγρότες που διενεργούν τις ανωτέρω πράξεις (πωλήσεις σε μη υποκειμένους και αγρότες του ειδικού καθεστώτος) και υποχρεούνται στην έκδοση του ειδικού αυτού στοιχείου, εγγράφονται υποχρεωτικά στο ειδικό καθεστώς αγροτών (άρθρο 41, παραγρ. 12, τελευταίο εδάφιο) .
Συνεπώς το ειδικό καθεστώς αγροτών διευρύνεται και περιλαμβάνει, πέραν των χονδρικών πωλήσεων, οποιαδήποτε παράδοση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχή αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποίησαν οι αγρότες κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος προς οποιοδήποτε πρόσωπο.
Παράδειγμα:
Αγρότης του ειδικού καθεστώτος ο οποίος το φορολογικό έτος 2017 παραδίδει το λάδι του σε τενεκέδες λιανικώς και παράλληλα στην άκρη του χωραφιού του παραδίδει προϊόντα παραγωγής του λιανικώς έχει υποχρέωση να εγγραφεί στο ειδικό καθεστώς αγροτών και να εκδίδει το ειδικό στοιχείο για τις πωλήσεις αυτές.
3. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ προβλέπονται οι περιορισμοί υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς αγροτών και η υποχρεωτική ένταξη των αγροτών στο κανονικό καθεστώς, πλέον όχι μόνο λόγω του ότι η αγροτική δραστηριότητά τους δεν εμπίπτει στην έννοια της αγροτικής εκμετάλλευσης κατά το άρθρο 42 του Κώδικα ΦΠΑ, οπότε και εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες του ΦΠΑ, όπως εξάλλου ανέκαθεν ίσχυε (παρ. 5, περ. α’ και β’ ), αλλά για πρώτη φορά και λόγω άσκησης από μέρους των αγροτών άλλης δραστηριότητας για την οποία τηρούνται λογιστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και η διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αγροτοτουριστικών μονάδων (παρ. 5, περ. γ’), καθώς και λόγω πραγματοποίησης παραδόσεων των αγροτικών τους προϊόντων στις λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή εξαγωγών ή ενδοκοινοτικών παραδόσεων (παρ. 5, περ δ’).
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την περίπτωση γ’ της ανωτέρω παραγράφου, οι αγρότες οι οποίοι, παράλληλα με την αγροτική εκμετάλλευση, ασκούν και άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται στην τήρηση λογιστικών βιβλίων (απλογραφικά ή διπλογραφικά), μεταξύ των οποίων και η διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η λειτουργία αγροτοτουριστικών μονάδων, υπάγονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ για την αγροτική τους εκμετάλλευση, έχοντας όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς αυτό.
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω υποχρέωση αφορά όχι μόνο επαγγελματίες που για την άσκηση της δραστηριότητάς τους υπάγονται σε ΦΠΑ (π.χ. λογιστές) αλλά και επαγγελματίες που απαλλάσσονται από το ΦΠΑ (π.χ. γιατροί, ασφαλιστικοί πράκτορες κ.λ.π)
Επίσης, σημειώνεται ότι ως άλλη, κι όχι αγροτική, δραστηριότητα, για την οποία υφίσταται υποχρέωση τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχειών, θεωρείται και η εκμετάλλευση αγροτικών μηχανημάτων, όπως είναι οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές, τα σπαρτικά μηχανήματα που προσαρτώνται σε τρακτέρ, κλπ, επομένως αγρότες οι οποίοι παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες υποχρεούνται να ενταχθούν στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ και για την αγροτική τους εκμετάλλευση.
Παραδείγματα :
1. Γιατρός, ο οποίος ταυτόχρονα με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, κατά το φορολογικό έτος 2016 ασκεί και αγροτική εκμετάλλευση, ανεξαρτήτως ορίου για την εν λόγω αγροτική εκμετάλλευση θα υποχρεωθεί από 1.1.2017 να ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ για την αγροτική του δραστηριότητα, εφόσον εξακολουθήσει να την ασκεί.
2. Αγρότης που καλλιεργεί και πουλά ακτινίδια λιανικώς και παράλληλα παρέχει υπηρεσίες με τη θεριζοαλωνιστική μηχανή του, ανεξαρτήτως της αξίας των παραδόσεων των ακτινιδίων παραγωγής του, θα υποχρεωθεί από 1.1.2017 να εντάξει στο κανονικό καθεστώς και την αγροτική του εκμετάλλευση (καλλιέργεια ακτινιδίων).
3. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος το φορολογικό έτος 2016 έχει αγροτική εκμετάλλευση (καλλιέργεια και παραγωγή λαδιού) από την οποία εισέπραξε, από χονδρικές πωλήσεις, 12.000 ευρώ και έλαβε επιδότηση αξίας 3.000 ευρώ . Ο εν λόγω συνταξιούχος θα μπορεί να είναι αγρότης του ειδικού καθεστώτος και από 01.01.2017.
4. Αγρότης, ο οποίος παράλληλα με την αγροτική του εκμετάλλευση ασχολείται και με τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW, για την οποία τηρεί απλογραφικά βιβλία, ανεξάρτητα του ύψους των πωλήσεων του κατά το φορολογικό έτος 2016 από την αγροτική του εκμετάλλευση καθώς και των επιδοτήσεων που έλαβε, από την 1.1.2017 θα υπάγεται στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ και θα τηρεί βιβλία όχι μόνο για τη δραστηριότητα της διαχείρισης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και για την αγροτική του εκμετάλλευση.
Επίσης, σύμφωνα με την περίπτωση δ’ της εν λόγω παραγράφου, από 1.1.2017 υπάγονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς για το σύνολο της αγροτικής τους δραστηριότητας οι αγρότες οι οποίοι παραδίδουν προϊόντα παραγωγής τους από λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. Πρόκειται για τις περιπτώσεις των αγροτών που έως και 31.12.2016 είχαν δικαίωμα επιστροφής ΦΠΑ με το συντελεστή 6% για τις πωλήσεις τους προς άλλους υποκειμένους στο φόρο και με το συντελεστή 3% για τις λοιπές, ως άνω, πωλήσεις των προϊόντων τους.
Από 1.1.2017 με τις νέες διατάξεις οι αγρότες εφαρμόζουν τους γενικούς κανόνες του ΦΠΑ για κάθε είδους παραδόσεις των αγροτικών τους προϊόντων, όπως και για ενδεχόμενες παροχές αγροτικών υπηρεσιών.
Παραδείγματα
1. Αγρότης, κατά το φορολογικό έτος 2016, πραγματοποίησε πωλήσεις στη λαϊκή αγορά αξίας 8.000 ευρώ και χονδρικές πωλήσεις εκτός λαϊκής αγοράς αξίας 4.000 ευρώ και, επίσης, έλαβε επιδοτήσεις 2.000 ευρώ. Από την 1.1.2017 θα εντάξει στο κανονικό καθεστώς όχι μόνο τις πωλήσεις των προϊόντων του στη λαϊκή αγορά αλλά και τις πωλήσεις των προϊόντων του εκτός λαϊκής αγοράς.
2. Αγρότης του ειδικού καθεστώτος, παράλληλα με την αγροτική του εκμετάλλευση διατηρεί και ένα πάγκο εκτός οργανωμένων λαϊκών αγορών και πωλεί αγροτικά προϊόντα παραγωγής του. Κατά το φορολογικό έτος 2016 πραγματοποίησε πωλήσεις από τον πάγκο αξίας 6.000 ευρώ και χονδρικές πωλήσεις αξίας 10.000 ευρώ και έλαβε επιδοτήσεις 6.000 ευρώ. Από την 1.1.2017 θα ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ δεδομένου ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 1 του άρθρου 41.
Όσον αφορά στις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 5 του άρθρου 41, παρόλο που δεν περιλαμβάνουν νέους περιορισμούς ως προς την ένταξη στο ειδικό καθεστώς των αγροτών, εντούτοις για λόγους ορθής εφαρμογής τους κρίνεται αναγκαίο να επισημανθούν, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα:
Περίπτωση α’ : ορίζεται ότι δεν εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, αλλά υπάγονται στο κανονικό καθεστώς, οι αγρότες οι οποίοι ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42 του Κώδικα ΦΠΑ (ν2859/2000), με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών.
Παράδειγμα:
Αγρότης του ειδικού καθεστώτος συστήνει εταιρεία με άλλους αγρότες με σκοπό την καλλιέργεια μανιταριών. Η εταιρεία για τη δραστηριότητα αυτή δεν θα υπάγεται στο ειδικό καθεστώς. Στην περίπτωση που ο εν λόγω αγρότης διατηρεί και ατομική αγροτική εκμετάλλευση μανιταριών, υπάγεται στο ειδικό καθεστώς αγροτών και δικαιούται επιστροφής με τον κατ’ αποκοπή συντελεστή για τις πωλήσεις που πραγματοποιεί από την ατομική του αυτή αγροτική δραστηριότητα, καθόσον η εταιρεία αποτελεί διαφορετικό πρόσωπο. Επισημαίνεται ότι σε μια τέτοια περίπτωση η διάκριση των περιουσιακών στοιχείων και των συναλλαγών της ατομικής αγροτικής εκμετάλλευσης και της εταιρείας πρέπει να είναι σαφής και αποτελεί αντικείμενο ελέγχου.
Περίπτωση β’: σύμφωνα με τη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αγρότης που προβαίνει σε επεξεργασία των προϊόντων του και η εν λόγω επεξεργασία προσδίδει σε αυτά το χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων δεν εμπίπτει στο ειδικό καθεστώς αγροτών για τα προϊόντα που επεξεργάζεται και διαθέτει ως βιομηχανικό ή βιοτεχνικό προϊόν και οι πωλήσεις του κατ’ αρχήν υπάγονται στο ΦΠΑ.
Διευκρινίζεται ότι ο αγρότης εξακολουθεί να υπάγεται στο ειδικό καθεστώς, έστω και αν πωλεί τα προϊόντα του ύστερα από κάποια στοιχειώδη επεξεργασία που γίνεται με συνηθισμένα μέσα, στα πλαίσια της αγροτικής του παραγωγής, και εφόσον μετά την επεξεργασία αυτή, τα προϊόντα του δεν χαρακτηρίζονται ως βιομηχανικά ή βιοτεχνικά .
Στο πλαίσιο αυτό π.χ. ο ελαιοπαραγωγός που πωλεί το λάδι σε τενεκέδες ή ο αγρότης που πωλεί εμφιαλωμένο κρασί ή τσίπουρο, το οποίο δεν έχει υποστεί ιδιαίτερη επεξεργασία, αλλά είναι προϊόν φυσικής ζύμωσης, ή ο κτηνοτρόφος που παρασκευάζει τυρί με συνήθη μέσα, καθώς και ο αγρότης που μαζεύει διάφορα βότανα και τα συσκευάζει σε μικρά σακουλάκια, δεν μπορεί να αποκλειστεί από το ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών.
Σχετική, με το εν λόγω θέμα, είναι η εγκύκλιος ΠΟΛ.1132/10.4.1996, η οποία κοινοποίησε τη γνωμοδότηση του ΝΣΚ 783/95, σύμφωνα με την οποία, εφόσον οι μεταποιητικές δραστηριότητες του αγρότη δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας, έτσι ώστε να δημιουργείται νέο προϊόν και, εφόσον δεν έχουμε μαζική παραγωγή, τότε οι μεταποιητικές δραστηριότητες του αγρότη, βάσει του άρθρου 42, παρ. 3,    περ. ε’, του Κώδικα ΦΠΑ, εντάσσονται στο πλαίσιο των αγροτικών δραστηριοτήτων και ο εν λόγω αγρότης παραμένει στο ειδικό καθεστώς αγροτών.
Παράδειγμα
Αγρότης, ιδιοκτήτης 100 στρεμμάτων στην περιοχή της Βέροιας, καλλιεργεί 80 στρέμματα με βερύκοκα, τα οποία στη συνέχεια τα επεξεργάζεται περαιτέρω για την παραγωγή κομπόστας σε κονσέρβες. Στα υπόλοιπα 20 στρέμματα καλλιεργεί καλαμπόκι το οποίο διαθέτει στην αγορά αυτούσιο
Ο αγρότης αυτός, δεδομένου ότι για την παραγωγή και επεξεργασία του βερύκοκου σε κονσέρβες δεν μπορεί να ανήκει στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών, δεν εμπίπτει στο ειδικό καθεστώς ούτε για την παραγωγή του καλαμποκιού του, οπότε από 1.1.2017 θα ανήκει στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ για το σύνολο της εκμετάλλευσης του (παραγωγή και επεξεργασία βερύκοκων και παραγωγή καλαμποκιού).
4. Με την παράγραφο 6 ρυθμίζεται η προαιρετική μετάταξη από το ειδικό καθεστώς αγροτών στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, η υποχρεωτική ένταξη στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ λόγω μη πλήρωσης των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 41, καθώς και η προαιρετική μετάταξη από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς αγροτών.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις μετατάξεις αυτές αναφέρουμε τις εξής περιπτώσεις:
α) Προαιρετική μετάταξη υφίσταται :
· από το κανονικό στο ειδικό καθεστώς και
· από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς.
Η προαιρετική μετάταξη από το κανονικό στο ειδικό καθεστώς πραγματοποιείται μόνο από την έναρξη του φορολογικού έτους με την υποβολή δήλωσης μεταβολών εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013, άρθρο 10), όπως ισχύουν.
Η προαιρετική μετάταξη από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς πραγματοποιείται είτε από την έναρξη του φορολογικού έτους με την υποβολή δήλωσης μεταβολών εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, κατά τα ανωτέρω, ή κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους με την υποβολή δήλωσης μεταβολών και ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω δήλωσης. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση της προαιρετικής μετάταξης από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς, οι αγρότες υποχρεούνται να παραμείνουν σε αυτό για μια τριετία. Η τριετία υπολογίζεται από την αρχή του φορολογικού έτους στην περίπτωση που η δήλωση μεταβολών για τη μετάταξη στο κανονικό καθεστώς υποβάλλεται στην αρχή του φορολογικού έτους, ενώ, εάν η μετάταξη πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους, η τριετία υπολογίζεται από την αρχή του επόμενου από τη μετάταξη φορολογικού έτους. Μετά την πάροδο της τριετίας ο αγρότης εξακολουθεί να παραμένει στο κανονικό καθεστώς, εκτός αν με δήλωση μεταβολών εκφράσει αντίθετη βούληση.
Παράδειγμα:
Αγρότης του ειδικού καθεστώτος μετατάσσεται προαιρετικά στο κανονικό καθεστώς υποβάλλοντας δήλωση μεταβολών στις 19.7.2017. Σε αυτή την περίπτωση η μετάταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από 19.7.2017 και η τριετία για την παραμονή στο κανονικό καθεστώς υπολογίζεται από 1.1.2018.
β) Υποχρεωτική μετάταξη υφίσταται από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς, λόγω μη πλήρωσης των κριτηρίων της παραγράφου 1.
H μετάταξη αυτή, για την οποία επίσης υποβάλλεται δήλωση μεταβολών εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους, πραγματοποιείται από την έναρξη του φορολογικού έτους. Σε περίπτωση που η δήλωση μεταβολών υποβληθεί μετά το πέρας της προαναφερόμενης προθεσμίας, θεωρείται εκπρόθεσμη και επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 54, παρ. 2 του ΚΦΔ. Η μη υποβολή της δήλωσης μεταβολών δεν επηρεάζει την υποχρεωτική μετάταξη στο κανονικό καθεστώς από την αρχή του φορολογικού έτους.
Στην περίπτωση της ανωτέρω υποχρεωτικής μετάταξης, δεν υφίσταται κάποιος χρονικός περιορισμός για υποχρεωτική παραμονή στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, πέραν του τρέχοντος φορολογικού έτους, και από την έναρξη του επόμενου φορολογικού έτους ο υποκείμενος στο φόρο μπορεί να επιλέξει τη μετάταξή του στο ειδικό καθεστώς, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 1 και δεν υφίστανται οι περιορισμοί των περιπτώσεων α’ έως και δ’ της παραγράφου 5.
5. Γενικά για τις περιπτώσεις των προσώπων που εντάσσονται στο κανονικό ή στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ, σύμφωνα με τις νέες τροποποιήσεις, επισημαίνονται τα εξής:
(i) Αγρότης ο οποίος το φορολογικό έτος 2016 πραγματοποιεί αποκλειστικά και μόνο λιανικές πωλήσεις (π.χ. πωλεί τα προϊόντα σε ένα πάγκο που έχει στην άκρη του χωραφιού του), χωρίς να έχει δικαίωμα επιστροφής με τον κατ’ αποκοπή συντελεστή 6% για τις πωλήσεις αυτές, εντάσσεται υποχρεωτικά στο ειδικό καθεστώς πριν την πρώτη πώληση που θα πραγματοποιήσει εντός του φορολογικού έτους 2017. Αν η πρώτη πώληση προηγηθεί της ένταξης, η ένταξη θεωρείται εκπρόθεσμη.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο αγρότης επιλέξει την υπαγωγή του στο κανονικό καθεστώς.
(ii) Οι αγρότες οι οποίοι, παράλληλα με την αγροτική εκμετάλλευση, ασκούν και άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται στην τήρηση λογιστικών βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που διαχειρίζονται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή λειτουργούν αγροτοτουριστικές μονάδες, υποχρεούνται στην ένταξη της αγροτικής τους εκμετάλλευσης στο κανονικό καθεστώς. Προς το σκοπό αυτό θα πρέπει να υποβάλουν δήλωση μεταβολών εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους. Η υποχρέωση υποβολής δήλωσης μεταβολών δεν καταλαμβάνει τους αγρότες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς και παράλληλα διαχειρίζονται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως 100 KW ή λειτουργούν αγροτοτουριστικές μονάδες έως 10 δωματίων, καθώς η ένταξη της αγροτικής τους εκμετάλλευσης στο κανονικό καθεστώς από 1.1.2017 θα πραγματοποιηθεί κεντρικά από τις αρμόδιες για τα πληροφοριακά συστήματα υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης.
(iii) Για τις περιπτώσεις των αγροτών που παραδίδουν προϊόντα παραγωγής τους από λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε, από 1.1.2017 υπάγονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς για το σύνολο της αγροτικής τους εκμετάλλευσης. Προς το σκοπό αυτό δεν απαιτείται η υποβολή δήλωσης μεταβολών από μέρους των αγροτών αυτών, καθώς η ένταξη του συνόλου της δραστηριότητάς τους στο κανονικό καθεστώς θα πραγματοποιηθεί κεντρικά από τις αρμόδιες για τα πληροφοριακά συστήματα υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης. Ωστόσο, οι εν λόγω αγρότες έχουν δυνατότητα προαιρετικής μετάταξης στο ειδικό καθεστώς, εφόσον από 1.1.2017 επιλέξουν την παύση των πωλήσεων στη λαϊκή ή από δικό τους κατάστημα ή των εξαγωγών ή των ενδοκοινοτικών παραδόσεων και πληρούνται και τα κριτήρια της παραγράφου 1. Για τη μετάταξή τους στο ειδικό καθεστώς αγροτών οφείλουν να υποβάλουν δήλωση μεταβολών εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους 2017.
Παράδειγμα
Αγρότης που παρέδιδε ορισμένα από τα προϊόντα παραγωγής του σε λαϊκές αγορές, μέχρι 31.12.2016 ταυτόχρονα υπαγόταν στο κανονικό καθεστώς για τις πωλήσεις των προϊόντων του στη λαϊκή και στο ειδικό για τις πωλήσεις των προϊόντων του προς άλλους υποκειμένους στο φόρο. Από 1.1.2017 υπάγεται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς για το σύνολο της δραστηριότητάς του. Αν αυτός ο αγρότης αποφασίσει από 1.1.2017 να διακόψει τις πωλήσεις του στην λαϊκή αγορά και με βάση τα κριτήρια της παραγρ. 1 του άρθρου 41 μπορεί να υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς αγροτών, τότε θα πρέπει εντός ανατρεπτικής προθεσμίας από 1.1.2017 έως και 30.1.2017 να υποβάλει δήλωση μεταβολών προκειμένου να μεταταχθεί στο ειδικό καθεστώς αγροτών.
(iv) Για τους νέους αγρότες, δηλαδή για τους αγρότες που για πρώτη φορά ξεκινούν την άσκηση αγροτικής εκμετάλλευσης, δεν εφαρμόζεται η προϋπόθεση της παρ. 1 του άρθρου 41 για την ένταξη στο ειδικό καθεστώς. Σε κάθε περίπτωση μπορούν να επιλέξουν την ένταξή τους στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ. Στην περίπτωση, δε, που επιλέξουν το κανονικό καθεστώς, υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση έναρξης και να παραμείνουν σε αυτό τουλάχιστον για μια τριετία.
(v) Οι αγρότες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου και πραγματοποιούν αποκλειστικά παραδόσεις ή και παροχές προς άλλους υποκειμένους στο φόρο, πριν την υποβολή της δήλωσης- αίτησης επιστροφής του φόρου εγγράφονται στο καθεστώς αυτό με δηλούμενη ημερομηνία τουλάχιστον την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου φορολογικού έτους, προκειμένου να έχουν δικαίωμα επιστροφής για το φορολογικό αυτό έτος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 12 του άρθρου 41.
6. Διευκρινίζεται ότι για την επιστροφή του φόρου στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος, με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, ισχύει η διαδικασία που έχει ορισθεί με την ΠΟΛ.1066/2.4.2013, όπως έχει τροποποιηθεί με τις ΠΟΛ.1089/20.4.2015 και ΠΟΛ.1021/5.2.2016.

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
Γ. Πιτσιλής


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2016 και αποτυπώνει την ΠΟΛ.1201/2016 (28.12.2016), με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 47 του ν.4410/2016 (Α΄ 141). Με αυτές αντικαταστάθηκε το άρθρο 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000) και αναμορφώθηκε από 1.1.2017 το ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. αγροτών, με όρια 15.000 ευρώ (αξία παραδόσεων και παροχών) και 5.000 ευρώ (επιδοτήσεις), υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου και κατ’ αποκοπή επιστροφή 6% για παραδόσεις προς άλλους υποκειμένους στον φόρο.

Οι ουσιαστικοί κανόνες διατηρήθηκαν, έχει όμως μεταβληθεί η νομοθετική τους θέση. Με τον ν.5144/2024 (Α΄ 162) κυρώθηκε εκ νέου ο Κώδικας Φ.Π.Α. και το ειδικό καθεστώς αγροτών ρυθμίζεται πλέον στο άρθρο 48 του νέου Κώδικα.

Σχετική υπηρεσία του γραφείου: φορολογικά θέματα επιχειρήσεων και ιδιοτών.

Τι ισχύει σήμερα

  • Τα όρια του ειδικού καθεστώτος παραμένουν: αξία παραδόσεων αγαθών και παροχών υπηρεσιών έως 15.000 ευρώ και επιδοτήσεις έως 5.000 ευρώ (άρθρο 48 παράγραφος 1 ν.5144/2024).
  • Η κατ’ αποκοπή επιστροφή ανέρχεται σε έξι τοις εκατό (6%) επί της αξίας των παραδόσεων αγαθών και παροχών υπηρεσιών προς άλλους υποκειμένους στον φόρο, με δήλωση-αίτηση (άρθρο 48 παράγραφος 4).
  • Η επιστροφή δεν εφαρμόζεται για παραδόσεις προς αγρότες του ίδιου καθεστώτος ή προς μη υποκείμενα πρόσωπα· στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται ειδικό στοιχείο (άρθρο 48 παράγραφος 5).
  • Η επιστροφή με συντελεστή 3% έχει καταργηθεί από 1.1.2017, όπως περιγράφει και το αρχικό άρθρο.

Νομοθετική βάση

  • Άρθρο 48 ν.5144/2024 (Α΄ 162) «Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας» — ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Προϊσχύον: άρθρο 41 ν.2859/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 ν.4410/2016 (Α΄ 141) — ΠΟΛ.1201/2016.

Οι ασφαλιστικές εισφορές των μελών Δ.Σ.

Αριθ. πρωτ.: Φ. 80000/οικ. 61689/ 2215/ 2016
Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 38 και της παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387/2016 (Α, 85)
Αθήνα, 30/12/2016
Αριθ. Πρωτ.:Φ.80000/οικ. 61689/2215

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦ/ΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ και ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ13)
ΤΜΗΜΑ A’

ΤΑΧ. Δ/ΝΣΗ : Σταδίου 29
ΤΑΧ. ΚΩΔΙΚΑΣ : 101 10
Πληροφορίες: Καραμπλιάνη Ανδριάνα
Τηλ.: 2131516799

ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 38 και της παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387/2016 (Α, 85)

Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85, τεύχος Α712.5.2016 δημοσιεύτηκε ο νόμος 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού- συνταξιοδοτικού συστήματος-Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις». Ειδικότερα:
1. ΚΛΑΔΟΣ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Με το άρθρο 38 του ν.4387/2016 θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες εισφορών για τους μισθωτούς ασφαλισμένους στον ΕΦΚΑ και τους εργοδότες τους. Με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου ορίζονται τα ακόλουθα :
α. Για τους ασφαλισμένους που υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων (ΤΑΝΠΥ) του ΟΑΕΕ ως έμμισθοι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, από 1/1/2017 καταβάλλεται για τον κλάδο σύνταξης, ασφαλιστική εισφορά ποσοστού 20% που επιμερίζεται ως εξής:

για το έτος 2017 σε 17,00 % για τον ασφαλισμένο και 3 % για τον εργοδότη,
για το έτος 2018 σε 10,00 % για τον ασφαλισμένο και 10 % για τον εργοδότη,
από 1/1/2019 και εφεξής σε 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33 % για τον εργοδότη.
β. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ) και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση καταβάλλεται από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παραδείγματα:
i) Παλαιός ασφαλισμένος – μηχανικός που παρείχε εξαρτημένη εργασία σε κατασκευαστική εταιρεία στον ιδιωτικό τομέα υπαγόταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ, και κατέβαλλε συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη. Από 1/1/2017, για τον εν λόγω ασφαλισμένο καταβάλλεται εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016, δηλαδή συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη.
ii) Παλαιός ασφαλισμένος – ιατρός που παρείχε εξαρτημένη εργασία σε ιδιωτική κλινική, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ, και κατέβαλε ο ασφαλισμένος ως μηνιαία εισφορά το σταθερό ποσό των €188,30 και ο εργοδότης εισφορά ύψους 13,33% επί των αποδοχών του ασφαλισμένου. Από 1/1/2017, για τον εν λόγω ασφαλισμένο καταβάλλεται εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016, δηλαδή συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη.
γ. Οι διευθυντές, γενικοί διευθυντές, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι, διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών εφόσον συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας για τις εισπραττόμενες αμοιβές, καταβάλλουν από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη, που υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.
δ. Τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και λαμβάνουν αμοιβή ή αποζημίωση όποιας μορφής για την ιδιότητά τους αυτή (δηλαδή ως μέλη Δ.Σ.), καταβάλλουν από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη που υπολογίζεται επί της αμοιβής κατ’ αποκοπή.
Σημειωτέον ότι εφόσον η ανωτέρω αμοιβή καταβάλλεται άπαξ κατ’ έτος , αυτή διαιρείται δια 12 και κατανέμεται σε έκαστο των μηνών, και επί των μηνιαίων ποσών καταβάλλονται οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές . Εννοείται ότι αν για τη συμμετοχή τους ως μέλη Δ.Σ. Α.Ε. δεν λαμβάνουν αμοιβή ή αποζημίωση όποιας μορφής δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
ε. Τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη Δ.Σ. , καταβάλλουν από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33 % για τον εργοδότη που υπολογίζεται επί της αμοιβής.
στ. Για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, δηλαδή τη μισθωτή απασχόληση, καταβάλλεται από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1512/1985 που προβλέπουν την καταβολή εργοδοτικής εισφοράς σε δικηγόρους με έμμισθη εντολή καταργούνται από 1.1.2017
Παράδειγμα:
Παλαιός ασφαλισμένος δικηγόρος που απασχολείται με έμμισθη εντολή σε δικηγορικό γραφείο, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – Τομέας Ασφάλισης Νομικών, και κατέβαλε μηνιαία εισφορά ίση με την εισφορά του ελεύθερου επαγγελματία, επιμεριζόμενη κατά 1/3 (6,67%) στον ασφαλισμένο και κατά 2/3 (13,33%) στον εργοδότη. Επιπλέον, ο εργοδότης κατέβαλλε μηνιαία εισφορά ύψους 3% επί των αποδοχών για ποσό μέχρι το βασικό μισθό του 13 ου μισθολογικού κλιμακίου δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου και 5% για το επιπλέον ποσό των αποδοχών.
Από 1/1/2017 για τον εν λόγω ασφαλισμένο καταβάλλεται εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016, δηλαδή συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη, υπολογιζόμενη επί των αποδοχών του ασφαλισμένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη.
ζ. Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387/2016, οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΓΑ ως μισθωτοί – ανειδίκευτοι εργάτες, μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών, από 1.1.2017 καταβάλλουν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ως μισθωτοί, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων για τους ασφαλισμένους που προέρχονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για απασχολούμενους με αμοιβή ανειδίκευτους εργάτες σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς αγροτικής δραστηριότητας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 52 του ν.3518/2006, σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή και το μέγεθος αυτών, όπως εργάτες ζωικής παραγωγής (βουστάσιο, χοιροτροφική μονάδα, πτηνοτροφείο, εκτροφείο γουνοφόρων ζώων) εργάτες φυτικής παραγωγής (μανιτάρια, φύκια κ.λ.π.), αλιεργάτες, εργάτες ιχθυοκαλλιέργειας, δύτες στον πρωτογενή αγροτικό τομέα, καθώς επίσης και πολίτες τρίτων χωρών που σύμφωνα με το ν.4251/2014 προσκαλούνται από εργοδότες με σκοπό την απασχόληση σε αγροτικές εργασίες για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου Σύνταξης για τα πρόσωπα αυτά ορίζεται στην Υ.Α. Φ11321/οικ.45947/1757/19-12-2016 , η οποία έχει αποσταλεί στο Εθνικό Τυπογραφείο προς δημοσίευση . Ειδικότερα , η ασφαλιστική εισφορά Κλάδου Κύριας Σύνταξης , για τους ανωτέρω ορίζεται ως εξής:
για το έτος 2017 σε 15,5% (1,67% ασφαλισμένου και 13,83% εργοδότη),
για το έτος 2018 σε 17,01% (3,34 % ασφαλισμένου και 13,67 % εργοδότη),
για το έτος 2019 σε 18,5 % (5 % ασφαλισμένου και 13,5 % εργοδότη) ,
για το έτος 2020 και εφεξής σε 20% (6,67 % ασφαλισμένου και 13,33 % εργοδότη).
2. ΣΥΝΕΙΣΠΡΑΤΤΟΜΕΝΑ
Ως γνωστόν οι παρέχοντες με αμοιβή κατά κύριο επάγγελμα εξαρτημένη εργασία , υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση των συνεισπραττόμενων από το τέως Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. κλάδων ΑΝΕΡΓΙΑΣ (Ο.Α.Ε.Δ. – Λ.Α.Ε.Κ., Ο.Α.Ε.Δ. – Λ.ΠΕ.ΑΕ) Ο.Ε.Κ. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ) και Ο.Ε.Ε. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ).
Συνεπώς, από 1/1/2017 ως προς τα ανωτέρω συνεισπραττόμενα συνεχίζουν να έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα , για τα πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων α,β, γ,στ,ζ , για τα οποία υπάρχει υποχρέωση ασφάλισης στους ανωτέρω Κλάδους (ΟΑΕΔ,ΟΕΕ,ΟΕΚ). Όμως, για τα πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων δ’και ε’ δεν καταβάλλονται εισφορές υπέρ συνεισπραττόμενων κλάδων, επειδή οι αμοιβές/αποζημιώσεις από τη συμμετοχή τους ως μέλη Δ.Σ. δεν απορρέουν από σύναψη σχέσης εξαρτημένης εργασίας.
3. ΕΙΣΦΟΡΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ
Για όλες τις ανωτέρω κατηγορίες καταβάλλεται εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης σε χρήμα και σε είδος , σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν.4387/2016. Ειδικότερες λεπτομερείς οδηγίες για την εφαρμογή του άρθρου 41 θα δοθούν πολύ σύντομα.
4. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
“Όσον αφορά την επικουρική ασφάλιση για όλες τις ανωτέρω κατηγορίες ασφαλισμένων, πλην των προσώπων της ανωτέρω περίπτωσης 1 ζ , καταβάλλονται οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97 του ν.4387/2016 (σχετική εγκύκλιος η υπ’αριθμ. Φ80020/οικ22104/Δ15.405/30.6.2016/ ΑΔΑ: ΩΒΔ4465Θ1Ω-ΒΥ0).

Σχετική υπηρεσία του γραφείου: λογιστική υποστήριξη ανώνυμης εταιρείας · ασφαλιστικές εισφορές μελών Δ.Σ..

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Καθορισμός ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών

Αριθ. πρωτ.: Φ. 80000/οικ. 61327/1484/ 2016
Εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 39, 40 και 98 του ν.4387/2016 – Καθορισμός ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών από 1/1/2017

Αθήνα, 30 / 12 / 2016
Αριθ. Πρωτ. : Φ.80000 / οικ. 61327 / 1484

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΩΝ (Δ14)

Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29
Ταχ. Κώδικας : 10110 – Αθήνα
Πληροφορίες : Ι. Παπαδόπουλος 210 – 3368110 (για θέματα ΟΑΕΕ)
Ε. Ράπτη 210 – 3368109 (για θέματα ΕΤΑΑ)
Γ. Βανικιώτης 210 – 3368312 (για θέματα ΟΓΑ)
FAX : 210 – 3368116

ΘΕΜΑ : «Εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 39, 40 και 98 του ν.4387/2016 – Καθορισμός ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών από 1/1/2017»

Με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 40 του ν.4387/2017 επέρχονται μεταβολές από 1.1.2017 στο καθεστώς υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, των αυτοαπασχολούμενων και των αγροτών που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων του ΟΑΕΕ, του ΕΤΑΑ και του ΟΓΑ, όπως αυτές ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016, ανεξάρτητα από το χρόνο υπαγωγής τους στην κοινωνική ασφάλιση (ασφαλισμένοι πριν και μετά την 1/1/1992).

Βασικό γνώρισμα του νέου καθεστώτος είναι η μετάβαση για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών από το τεκμαρτό εισόδημα (ασφαλιστικές κατηγορίες για ΟΑΕΕ και ΟΓΑ και νέους ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ), και τις σταθερές μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές (για τους παλαιούς ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ), στο πραγματικό εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Ειδικότερα, ανά κατηγορία ασφαλισμένων, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Α. Εισφορές ελευθέρων επαγγελματιών προερχόμενων από τον ΟΑΕΕ

Από 1/1/2017 καταργούνται οι ασφαλιστικές κατηγορίες του ΟΑΕΕ και πλέον βάση υπολογισμού των εισφορών αποτελεί το μηνιαίο εισόδημα, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την άσκηση της δραστηριότητάς τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος. Επιπλέον ορίζεται ανώτατο και κατώτατο μηνιαίο εισόδημα που αποτελεί κατά μήνα τη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης.

1. Ποιοι θεωρούνται ελεύθεροι επαγγελματίες υπόχρεοι καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν.4387/2016

Ι. Όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ (και επομένως και των ενταχθέντων σε αυτόν Ταμείων) ανεξάρτητα του χρόνου υπαγωγής τους στην ασφάλιση.

Στους ελεύθερους επαγγελματίες περιλαμβάνονται – όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται και στις Καταστατικές διατάξεις του τέως ΟΑΕΕ – σύμφωνα με την παρ.7 του άρθρου 39 και

α) τα μέλη ή μέτοχοι οργανισμών, κοινοπραξιών ή κάθε μορφής εταιρειών, πλην ανωνύμων και ΙΚΕ, των οποίων ο σκοπός συνιστά δραστηριότητα για την οποία τα ασκούντα αυτήν πρόσωπα υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ,

β) τα μέλη του ΔΣ των ΑΕ με αντικείμενο επιχειρήσεως επαγγελματική ή εμπορική ή βιοτεχνική δραστηριότητα σε όλη την επικράτεια, εφόσον είναι μέτοχοι με ποσοστό 3% τουλάχιστον

γ) οι μέτοχοι των ΑΕ, των οποίων ο σκοπός είναι η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων με κόμιστρο, με ΔΧ αυτοκίνητα, εφόσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών και
δ) οι διαχειριστές των ΙΚΕ, καθώς και ο μοναδικός εταίρος μονοπρόσωπης ΙΚΕ.

ΙΙ. Οι ασφαλισμένοι του τέως ΤΑΝΠΥ που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα

ΙΙΙ. Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ οι οποίοι, σύμφωνα με την παρ. 18 του άρθρου 39 (όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ. 6β του ν.4393/2016), κρίνονται ως μη μισθωτοί.

IV. Οι αμειβόμενοι με δελτίο παροχής υπηρεσιών για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημα προέρχεται από απασχόληση σε περισσότερους από 2 εργοδότες (παρ. 9 του ίδιου άρθρου 39).

2. Ποσοστό μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης

Το ποσοστό ασφαλιστικής εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης ανέρχεται σε 20% από 1/1/2017.

Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα ποσοστά στον κλάδο σύνταξης που προβλέπονται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, αναπροσαρμόζονται σταδιακά και ισόποσα από 1/1/2017 ώστε από 1/1/2020 το ποσοστό του ασφαλίστρου να διαμορφώνεται σε 20%.

3. Εισόδημα υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών κλάδου κύριας σύνταξης

Βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των ανωτέρω προσώπων από 1/1/2017 είναι το μηνιαίο εισόδημα, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος από την άσκηση της δραστηριότητας που δημιουργεί την υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση.

Συνεπώς, για τον καθορισμό του μηνιαίου εισοδήματος επί του οποίου θα υπολογιστούν οι ασφαλιστικές εισφορές λαμβάνεται το εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ, κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, όπως το εισόδημα αυτό καθορίζεται με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αναγόμενο σε 12μηνη βάση.

Ειδικά για τα μέλη των προσωπικών εταιρειών ως ετήσιο εισόδημα που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών είναι εκείνο που προκύπτει από το γινόμενο του πολλαπλασιασμού των συνολικών κερδών της εταιρείας επί του ποσοστού συμμετοχής εκάστου μέλους σε αυτήν. Σε περίπτωση ζημιών ή μηδενικών κερδών, τα μέλη των προσωπικών εταιρειών καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές επί του προβλεπόμενου κατωτάτου ορίου μηνιαίου εισοδήματος.

Σε περίπτωση που το ίδιο πρόσωπο ασκεί πολλαπλή επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία όμως υπαγόταν βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την ισχύ του ν.4387/2016, σε έναν εκ των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης, για το υπολογισμό του μηνιαίου εισοδήματος αθροίζεται το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα των επιμέρους επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Για παράδειγμα ασφαλισμένος που υπάγεται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ ως έμπορος και ως μέλος Δ.Σ. σε Α.Ε. με ποσοστό 3% τουλάχιστον, δραστηριότητες για τις οποίες είχε υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ, για τον καθορισμό του μηνιαίου εισοδήματος θα ληφθεί υπόψη το άθροισμα του φορολογητέου αποτελέσματος και από τις δύο αυτές δραστηριότητες.

4. Μηνιαία ελάχιστη και ανώτατη βάση εισοδήματος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών

Με τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 39 θεσπίζεται ανώτατο και κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος επί του οποίου υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές.

I. Κατώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού των εισφορών

Ως ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού των εισφορών καθορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών το οποίο ανέρχεται σήμερα στα 586,08 ευρώ.

Όπως προαναφέρθηκε, επί του ανωτέρω ποσού (€586,08) καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές και στην περίπτωση μελών προσωπικών εταιρειών που εμφανίζουν ζημίες ή μηδενικά κέρδη από την άσκηση της δραστηριότητας.

Σημειώνουμε ότι το κατώτατο όριο εισφορών έχει εφαρμογή και για τα πρόσωπα που για πρώτη φορά από την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016 και εφεξής αποκτούν ιδιότητα ή προβαίνουν σε έναρξη εργασιών ή δραστηριοτήτων. Συγκεκριμένα καταβάλλουν μηνιαία εισφορά που αντιστοιχεί στο κατώτατο όριο εισφορών από τον πρώτο μήνα έναρξης εργασιών έως τον τελευταίο μήνα του έτους.

II. Ανώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού των εισφορών

Ως ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν.4387/2016 για τους μισθωτούς. Συνεπώς, η ανώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αντιστοιχεί στο δεκαπλάσιο του κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών όπως ισχύει κάθε φορά. Το ποσό αυτό σήμερα ανέρχεται σε 5.860,80 ευρώ (€586,08 x 10).

Παράδειγμα 1

Ελεύθερος επαγγελματίας ο οποίος υπάγεται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του ΟΑΕΕ, όπως αυτές ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016, έχει μηνιαίο εισόδημα με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα του προηγούμενου φορολογικού έτους μικρότερο του ποσού των €7.032,96 (€586,08 x 12).

Συνεπώς ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά κλάδου σύνταξης, ύψους €117,22 (€586,08 x 20%).

Εφόσον το εισόδημά του υπερβεί το ποσό των 7.032,96 ευρώ θα καταβάλλει εισφορά επί του πραγματικού εισοδήματος, όπως καθορίζεται ανωτέρω.

5. Ειδικές ρυθμίσεις για ασφαλισμένους κάτω 5ετίας

Σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 39, το μηνιαίο ασφάλιστρο ύψους 20% καταβάλλεται μειωμένο από τους αυτοαπασχολούμενους αποφοίτους σχολών ανώτατης εκπαίδευσης που είναι εγγεγραμμένοι σε επιστημονικούς συλλόγους ή επιμελητήρια που έχουν τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ για τα πρώτα 5 έτη από την υπαγωγή τους για πρώτη φορά στην ασφάλιση. Συγκεκριμένα για τα δύο πρώτα έτη από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση το ύψος του μηνιαίου ασφαλίστρου ανέρχεται σε 14%, σε ποσοστό 17% για τα τρία επόμενα έτη και διαμορφώνεται στο 20% από το 6ο έτος υπαγωγής τους και εφεξής.

Επιπλέον, για τα ανωτέρω πρόσωπα για τα πρώτα 5 έτη από την υπαγωγή τους για πρώτη φορά στην ασφάλιση οι ως άνω μειωμένες εισφορές υπολογίζονται επί του ποσού των €586,08 μειωμένου κατά 30% δηλαδή επί του ποσού των €410,26.

Σημειώνουμε ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις (καταβολή χαμηλότερου ασφαλίστρου, μειωμένο κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος σύμφωνα με το άρθρο 234 παρ. 2 του ν.4389/2016) η διαφορά που προκύπτει αποτελεί ασφαλιστική οφειλή και εξοφλείται, αφού προηγουμένως αναπροσαρμοστεί κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, όπως αυτή θα καθοριστεί από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, από τον ασφαλισμένο κατά 1/5 κατ’ έτος, για τα έτη κατά τα οποία το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος υπερβαίνει το ποσό των €18.000 και σε κάθε περίπτωση μέχρι και τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης.

Καταργούμενες διατάξεις:

Οι διατάξεις του ΟΑΕΕ (άρθρο 14 του Π.Δ.258/2005) που προβλέπουν εφάπαξ εισφορά απογραφής των υπό ασφάλιση προσώπων καταργείται. Επίσης καταργείται και η εισφορά εγγραφής των νεοασφαλιζόμενων και η εισφορά αναγνώρισης γάμου στον Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων του ΟΑΕΕ (περιπτώσεις αα και ββ της παρ.δ του άρθρου 7 του Καταστατικού του). Επισημαίνεται δε ότι η καταβολή των εισφορών θα γίνεται σε 12μηνη βάση και όχι σε 14μηνη όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του Καταστατικού του.

B. Εισφορές αυτοαπασχολούμενων προερχόμενων από το ΕΤΑΑ

1. Γενικές Ρυθμίσεις

Το ύψος της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για την κύρια ασφάλιση των ασφαλισμένων που υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των Τομέων του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ, όπως ίσχυαν μέχρι τη δημοσίευση του ν.4387/2016, ανέρχεται από 1/1/2017 σε 20%.

Επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση των ασφαλισμένων του ΕΤΑΑ, σύμφωνα με το ισχύον μέχρι 31/12/2016 καθεστώς υπολογισμού των εισφορών των αυτοαπασχολούμενων για την κύρια ασφάλιση, οι ασφαλιστικές τους εισφορές είναι σταθερά ποσά (παλαιοί ασφαλισμένοι του ΤΣΑΥ και του Τομέα Ασφάλισης Νομικών) ή ίσες με το 20% επί του ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας (παλαιοί ασφαλισμένοι του ΤΣΜΕΔΕ) ή 20% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας στην οποία υπάγονται οι ασφαλισμένοι (νέοι ασφαλισμένοι ΕΤΑΑ). Ως εκ τούτου στην περίπτωση των ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ που προέρχονται από το ΕΤΑΑ δεν έχει εφαρμογή η πρόβλεψη της παρ. 8 του άρθρου 39 για σταδιακή και ισόποση προσαρμογή του ασφαλίστρου στο 20% μέχρι την 1/1/2020. Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις το μηνιαίο ασφάλιστρο για τον κλάδο κύριας σύνταξης των αυτοαπασχολούμενων που προέρχονται από το ΕΤΑΑ διαμορφώνεται από 1/1/2017 σε 20%.

Ως προς τη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών έχουν εφαρμογή τα ως άνω αναφερόμενα για τους ασφαλισμένους που προέρχονται από τον ΟΑΕΕ.

Για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ που υπάγονται στην ασφάλιση βάσει των σχετικών διατάξεων του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής τους στην κοινωνική ασφάλιση (παλαιοί και νέοι ασφαλισμένοι), προβλέπεται κατά τα πρώτα πέντε χρόνια από την υπαγωγή στην ασφάλιση, καταβολή μειωμένου ασφαλίστρου (14% για τα πρώτα δύο έτη ασφάλισης και 17% για τα επόμενα τρία έτη ασφάλισης) και χαμηλότερη κατώτερη βάση υπολογισμού (ίση με €410,26). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις καταβολής μειωμένης ασφαλιστικής εισφοράς (μειωμένη βάση και χαμηλότερο ποσοστό εισφορών) εφαρμόζεται η διαδικασία καταβολής της σχετικής ασφαλιστικής οφειλής σύμφωνα με τα αναφερόμενα για τους ασφαλισμένους του ΕΦΚΑ που προέρχονται από τον ΟΑΕΕ.

Σημειώνουμε ότι στην παρ. 3 του άρθρου 39 προβλέπεται ρητά η κατάργηση των γενικών και καταστατικών διατάξεων των Τομέων του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ που προβλέπουν την καταβολή μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών κατά 50% για τους ασφαλισμένους του ΤΣΜΕΔΕ και του Τομέα Ασφάλισης Νομικών και κατά 40% για τους ασφαλισμένους του ΤΣΑΥ (άρθρο 4 του ν.3518/2006 (ΤΣΜΕΔΕ), άρθρο 4 παρ. 1 του ν.982/1979 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ. 4 του ν.2150/1993 (ΤΣΑΥ), άρθρο 10 παρ. 1 εδάφιο γ περίπτωση 3 του ΝΔ 4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.1090/1980, σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ. 4 του ν.2150/1993 (Τομέας Ασφάλισης Νομικών).

Παράδειγμα 2

Ασφαλισμένος του ΕΦΚΑ από 1/1/2022 βάσει των καταστατικών διατάξεων του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ, καταβάλλει ανά έτος ασφαλιστική εισφορά για την κύρια ασφάλιση ως εξής:

Εισφορές για το 2022 (1ο έτος ασφάλισης): Δεδομένου ότι δεν υπάρχει εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (δηλαδή το 2021), ως μηνιαίο εισόδημα λαμβάνεται το κατώτατο όριο για τους κάτω 5ετίας ασφαλισμένους, δηλαδή το ποσό των €410,26. Συνεπώς, ο ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €57,44 (€410,26 x 14%).

Εισφορές για το 2023 (2ο έτος ασφάλισης) : Κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (δηλαδή το 2022), το ετήσιο καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα ανέρχεται σε €3.600,00 και συνεπώς το μηνιαίο εισόδημα που υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται σε €300,00 (€3.600,00 / 12). Δεδομένου ότι το μηνιαίο εισόδημα υπολείπεται του κατωτάτου ορίου (€410,26), ο ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά υπολογιζόμενη επί του κατωτάτου ορίου, δηλαδή καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €57,44 (€410,26 x 14%).

Εισφορές για το 2024 (3ο έτος ασφάλισης) : Κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (δηλαδή το 2023), το ετήσιο καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα ανέρχεται σε €4.800,00 και συνεπώς το μηνιαίο εισόδημα που υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται σε €400,00 (€4.800,00 / 12). Δεδομένου ότι το μηνιαίο εισόδημα υπολείπεται του κατωτάτου ορίου (€410,26), ο ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά υπολογιζόμενη επί του κατωτάτου ορίου, δηλαδή καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €69,74 (€410,26 x 17%).

Εισφορές για το 2025 (4ο έτος ασφάλισης) : Κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (δηλαδή το 2024), το ετήσιο καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα ανέρχεται σε €6.000,00 και συνεπώς το μηνιαίο εισόδημα που υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται σε €500,00 (€6.000,00 / 12). Δεδομένου ότι το μηνιαίο εισόδημα υπερβαίνει το κατώτατο όριο (€410,26), ο ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά υπολογιζόμενη επί του πραγματικού εισοδήματος, δηλαδή καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €85,00 (€500,00 x 17%).

Εισφορές για το 2026 (5ο έτος ασφάλισης) : Κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (δηλαδή το 2025), το ετήσιο καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα ανέρχεται σε €7.200,00 και συνεπώς το μηνιαίο εισόδημα που υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται σε €600,00 (€7.200,00 / 12). Δεδομένου ότι το μηνιαίο εισόδημα υπερβαίνει το κατώτατο όριο (€410,26), ο ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά υπολογιζόμενη επί του πραγματικού εισοδήματος, δηλαδή καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €102,00 (€600,00 x 17%).

Εισφορές για το 2027 (6ο έτος ασφάλισης) : Κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (δηλαδή το 2026), το ετήσιο καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα ανέρχεται σε €8.400,00 και συνεπώς το μηνιαίο εισόδημα που υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται σε €700,00 (€7.200,00 / 12). Δεδομένου ότι το μηνιαίο εισόδημα υπερβαίνει το κατώτατο όριο (€586,08), ο ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά υπολογιζόμενη επί του πραγματικού εισοδήματος, δηλαδή καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €140,00 (€700,00 x 20%).

Το ύψος της οφειλής που προκύπτει για τον ασφαλισμένο λόγω καταβολής χαμηλότερου ασφαλίστρου και χαμηλότερου κατωτάτου ορίου κατά την πρώτη 5ετία ασφάλισης, ανέρχεται σε:
Έτος Ασφάλισης    Πραγματική Καταβληθείσα Μηνιαία Εισφορά    Προβλεπόμενη Μηνιαία Εισφορά    Μηνιαία Διαφορά
1ο έτος    €410,26 x 14% = €57,44    €586,08 x 20% = €117,22    €117,22 – €57,44 = €59,78
2οέτος    €410,26 x 14% = €57,44    €586,08 x 20% = €117,22    €117,22 – €57,44 = €59,78
3οέτος    €410,26 x 17% = €69,74    €586,08 x 20% = €117,22    €117,22 – €69,74 = €47,48
4οέτος    €500,00 x 17% = €85,00    €586,08 x 20% = €117,22    €117,22 – €85,00 = €32,22
5ο έτος    €600,00 x 17% = €102,00    €600,00 x 20% = €120,00    €120,00 – €102,00 = €18,00

Συνολικά ο ασφαλισμένος οφείλει να καταβάλλει μέχρι τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης το ποσό των €2.607,12 (αφού αναπροσαρμοστεί επιμέρους κατά την ετήσια μεταβολή μισθών), επιμεριζόμενο σε πέντε δόσεις.

2. Μεταβατικές Ρυθμίσεις από 1/1/2017 έως 31/12/2020

Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 98 του ν.4387/2016, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2017 έως 31/12/2020, οι ασφαλισμένοι του ΕΦΚΑ προερχόμενοι από το ΕΤΑΑ που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 του ν.4387/2016 (ελεύθεροι επαγγελματίες), ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση (παλαιοί και νέοι ασφαλισμένοι), ασφαλισμένοι άνω 5ετίας, δικαιούνται μείωση της καταβαλλόμενης ασφαλιστικής τους εισφοράς, σύμφωνα με τον Πίνακα που ακολουθεί:
Εισόδημα από    έως    %
προσαρμογής    Εισόδημα από    έως    %
προσαρμογής
0,00    7.033,00    0,00%    35.000,01    36.000,00    27,00%
7.033,01    13.000,00    50,00%    36.000,01    37.000,00    26,00%
13.000,01    14.000,00    49,00%    37.000,01    38.000,00    25,00%
14.000,01    15.000,00    48,00%    38.000,01    39.000,00    24,00%
15.000,01    16.000,00    47,00%    39.000,01    40.000,00    23,00%
16.000,01    17.000,00    46,00%    40.000,01    41.000,00    22,00%
17.000,01    18.000,00    45,00%    41.000,01    42.000,00    21,00%
18.000,01    19.000,00    44,00%    42.000,01    43.000,00    20,00%
19.000,01    20.000,00    43,00%    43.000,01    44.000,00    19,00%
20.000,01    21.000,00    42,00%    44.000,01    45.000,00    18,00%
21.000,01    22.000,00    41,00%    45.000,01    46.000,00    17,00%
22.000,01    23.000,00    40,00%    46.000,01    47.000,00    16,00%
23.000,01    24.000,00    39,00%    47.000,01    48.000,00    15,00%
24.000,01    25.000,00    38,00%    48.000,01    49.000,00    14,00%
25.000,01    26.000,00    37,00%    49.000,01    50.000,00    13,00%
26.000,01    27.000,00    36,00%    50.000,01    51.000,00    12,00%
27.000,01    28.000,00    35,00%    51.000,01    52.000,00    11,00%
28.000,01    29.000,00    34,00%    52.000,01    53.000,00    10,00%
29.000,01    30.000,00    33,00%    53.000,01    54.000,00    9,00%
30.000,01    31.000,00    32,00%    54.000,01    55.000,00    8,00%
31.000,01    32.000,00    31,00%    55.000,01    56.000,00    7,00%
32.000,01    33.000,00    30,00%    56.000,01    57.000,00    6,00%
33.000,01    34.000,00    29,00%    57.000,01    58.000,00    5,00%
34.000,01    35.000,00    28,00%    58.000,01        0,00%

Σε κάθε περίπτωση το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που προκύπτει μετά την εφαρμογή της δικαιούμενης σύμφωνα με τα ανωτέρω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών δεν μπορεί να υπολείπεται της εισφοράς που προκύπτει σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 (κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος ίσο με τον βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών).

Οι ως άνω ασφαλισμένοι που δεν έχουν συμπληρώσει την πρώτη 5ετία ασφάλισης δικαιούνται μείωση της ασφαλιστικής τους εισφοράς εφόσον το ετήσιο καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος υπερβαίνει το ποσό των €4.922,01. Ειδικότερα, για μηνιαίο εισόδημα που υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές από €0,00 έως €4.922,00 δεν προβλέπεται μείωση της ασφαλιστικής εισφοράς, ενώ για εισόδημα από €4.922,01 έως €13.000,00 προβλέπεται μείωση της ασφαλιστικής εισφοράς κατά 50%. Για εισοδήματα άνω των €13.000,00 εφαρμόζονται τα ποσοστά μείωσης που αναφέρονται στον ανωτέρω Πίνακα.

Και για την εν λόγω κατηγορία ασφαλισμένων το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που προκύπτει μετά την εφαρμογή της δικαιούμενης σύμφωνα με τα ανωτέρω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών δεν μπορεί να υπολείπεται της εισφοράς που προκύπτει σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 (κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος ίσο με το 70% του βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών και ασφάλιστρο 14% ή 17%).

Επισημαίνεται ότι η μείωση στο ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς που προκύπτει για τους ασφαλισμένους κάτω 5ετίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 98 του ν.4387/2016, δεν αποτελεί ασφαλιστική οφειλή του ασφαλισμένου και ως εκ τούτου δεν καταβάλλεται μεταγενέστερα η διαφορά από τον ασφαλισμένο.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται για τους λοιπούς κλάδους ασφάλισης (επικουρική ασφάλιση, πρόνοια, ασθένεια).

Παράδειγμα 3

Ασφαλισμένος του ΕΦΚΑ, προερχόμενος από το ΕΤΑΑ, άνω 5ετίας, που απασχολείται ως ελεύθερος επαγγελματίας, και συνεπώς εμπίπτει στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν.4387/2016, με ετήσιο εισόδημα με βάση το προηγούμενο φορολογικό έτος ύψους €18.000,00 καταβάλλει, την εξής μηνιαία εισφορά:

Ετήσιο Εισόδημα : €18.000,00
Μηνιαίο Εισόδημα : €1.500,00 (€18.000,00 / 12)
Μηνιαία Εισφορά : €300,00 (€1.500,00 x 20%)
Ποσό
Κλίμακες Εισοδήματος    Ποσό εισοδήματος που υπόκειται σε μείωση    μηνιαίας εισφοράς ανά εισοδηματική κλίμακα    Δικαιούμενη μείωση    Μηνιαία εισφορά μετά την μείωση
0,00 – 7.033,00        €117,22    0% (€0,00)    €117,22
7.033,01 – 13.000,00    5.966,99    €99,45    50% (€49,73)    €49,72
13.000,01 – 14.000,00    999,99    €16,67    49% (€8,17)    €8,50
14.000,01 – 15.000,01    999,99    €16,67    48% (€8,00)    €8,67
15.000,01 – 16.000,00    999,99    €16,67    47% (€7,83)    €8,84

16.000,01 – 17.000,00    999,99    €16,67    46% (€7,67)    €9,00
17.000,01 – 18.000,00    999,99    €16,67    45% (€7,50)    €9,17

Συνεπώς, μετά την εφαρμογή των μειώσεων του άρθρου 98 του ν.4387/2016 ο σφαλισμένος καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους €211,12.

3. Εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 39 του ν.4387/2016 σε υγειονομικούς που αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση και σε δικηγόρους σε αναστολή

Με το προγενέστερο καθεστώς οι ασφαλισμένοι του ΤΣΑΥ που ασκούν το επάγγελμα αμειβόμενοι κατά πράξη και περίπτωση κατέβαλαν την προβλεπόμενη για τους ελεύθερους επαγγελματίες εισφορά ασφαλισμένου, όμως οι εργοδότες που τους απασχολούσαν υποχρεούνταν να καταβάλλουν στον ασφαλιστικό φορέα την προβλεπόμενη εργοδοτική εισφορά (άρθρο 12 παρ. 2 του ν.2556/1997). Από 1/1/2017 η εν λόγω κατηγορία υγειονομικών καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.4387/2016, συνεπώς η ασφαλιστική εισφορά του ασφαλισμένου υπολογίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα του προηγούμενου φορολογικού έτους, ενώ δεν καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά.

Αντίστοιχα, για τους δικηγόρους που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1β του Ν.Δ.4114/1960 σε συνδυασμό με το π.δ. 125/1993, προβλεπόταν η καταβολή μηνιαίας εισφοράς ύψους 4% επί του καταβαλλόμενου κατά μήνα βασικού μισθού, ενώ η ως άνω μηνιαία εισφορά δεν μπορεί να είναι μικρότερη της μηνιαίας εισφοράς του ελεύθερου επαγγελματία ή ανώτερη του διπλάσιου αυτής (για τους παλαιούς ασφαλισμένους). Από 1/1/2017 η εν λόγω κατηγορία ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ καταβάλλει εισφορές σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 του ν.4387/2016 για τους αυτοαπασχολούμενους. Συνεπώς, τα εν λόγω πρόσωπα καταβάλλουν μηνιαία εισφορά υπολογιζόμενη επί του κατωτάτου μηνιαίου εισοδήματος, δηλαδή επί του ποσού των €586,08, δεδομένου ότι δεν προκύπτει εισόδημα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (ελεύθερου επαγγελματία). Σημειώνουμε ότι για την εν λόγω κατηγορία ασφαλισμένων δεν προβλέπεται μικρότερο κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος για τους ασφαλισμένους κάτω 5ετίας.

4. Κατάργηση λοιπών ασφαλιστικών εισφορών του Τομέα Ασφάλισης Νομικών και του ΤΣΑΥ

Σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 39, από 1/7/2016 καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 4114/1960, όπως ισχύουν, που προβλέπουν την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΤΑΑ μέσω της επικόλλησης ενσήμων από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς επιμελητές και υποθηκοφύλακες, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από συμβολαιογράφους επί των δικαιωμάτων τους από τη σύνταξη συμβολαίων και πράξεων.

Όσον αφορά στις προβλεπόμενες από το άρθρο 10 του Ν.Δ. 4114/1960 ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από τους ασφαλισμένους του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΤΑΑ για το διορισμό τους σε έμμισθη υπηρεσία ή σε θέση άμισθου ασφαλισμένου ή για την προαγωγή δικηγόρου στο Εφετείο ή τον Άρειο Πάγο (παρ. 1 εδάφιο δ, ζ και θ αντίστοιχα), οι εν λόγω εισφορές καταργούνται από 1/1/2017 και την εισαγωγή του νέου τρόπου καθορισμού των ασφαλιστικών εισφορών των εν λόγω ασφαλισμένων βάσει των άρθρων 38 και 39 του ν.4387/2016.

Αντίστοιχα καταργούνται από 1/1/2017 και οι ρυθμίσεις της παρ. 8 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 4114/1960, όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν.1512/1985, που προβλέπουν την καταβολή εισφοράς επί της συνολικής αμοιβής του δικηγόρου.

Επίσης, από 1/1/2017 καταργείται η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.Δ. 3348/1955 εισφορά υπέρ ΤΣΑΥ (δικαίωμα εγγραφής).

5. Εισφορά δικηγόρων επί του γραμματίου προείσπραξης

Σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 39, από 1/1/2017 οι δικηγόροι καταβάλλουν υπέρ του ΕΦΚΑ εισφορά ύψους 20% επί της ελάχιστης αμοιβής ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση για την οποία προβλέπεται η έκδοση γραμματίου προείσπραξης. Τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω αφαιρούνται από την εισφορά που οφείλει να καταβάλλει ο δικηγόρος, και για το λόγο αυτό ο οικείος δικηγορικός σύλλογος αποστέλλει στον ΕΦΚΑ σχετική συγκεντρωτική κατάσταση ανά δικηγόρο.

6. Κατάργηση κοινωνικών πόρων

Με τις διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 39, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ. 6α του ν.4393/2016, προβλέπεται η κατάργηση των υφιστάμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016 κοινωνικών πόρων του ΤΣΜΕΔΕ και του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΤΑΑ, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.4387/2016.

Ειδικότερα, προβλέπεται η κατάργηση των κοινωνικών πόρων του ΤΣΜΕΔΕ που προβλέπονται :

α) από το άρθρο 7 παρ. 1 περίπτωση β1 του α.ν.2326/1940, όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ 34 του ν.2166/1993 (εισφορά 6%ο επί παντός λογαριασμού για έργα εκτελούμενα από το Δημόσιο κ.λπ.)

β) από το άρθρο 7 παρ. 1 περίπτωση ε’ του α.ν. 2326/1940, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 του ν.915/1979 (2% επί της αμοιβής μελέτης – επίβλεψης για έκδοση οικοδομικών αδειών, τοπογραφικών και μελετών ή επιβλέψεων του Δημοσίου κ.λπ.)

γ) από το άρθρο 7 παρ. 1 περίπτωση ιγ του α.ν.2326/1940, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν.915/1979 (2% επί της αμοιβής μελέτης – επίβλεψης μηχανολόγων – μηχανικών, για άδεια λειτουργίας εργοστασίων, υποσταθμών κ.λπ.)

δ) από το άρθρο 7 παρ. 1 περίπτωση ιη του α.ν.2326/1940, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν.915/1979 (2% επί των καθαρών τεκμαρτών κερδών που προέρχονται από την είσπραξη λογαριασμών για την εκτέλεση έργων).

Όσον αφορά στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών, καταργούνται οι κοινωνικοί πόροι που περιλαμβάνονται στο άρθρο 150 παρ. 1 του ν.3655/2008, και συγκεκριμένα:

α) δικαιώματα από δημοσιεύεις καταστατικών εταιρειών ή τροποποιήσεις αυτών : 0,5% στο ποσό του κεφαλαίου κάθε εμπορικής εταιρείας που συνίσταται εκτός ΑΕ και ΕΠΕ (άρθρο 10 παρ. 1 εδάφιο ιστ υπεδάφιο ββ του Ν.Δ. 4114/1960, όπως ισχύει)

β) δικαιώματα από μεταγραφές : 0,25% στην αξία του αντικειμένου για την μεταγραφή κάθε πράξης μεταβίβασης ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου (άρθρο 10 παρ.1 εδάφιο ιη του Ν.Δ. 4114/1960, άρθρο 7 παρ.1 του Ν.Δ. 3842/1958)

γ) δικαιώματα στις εισπραττόμενες από το Δημόσιο χρηματικές ποινές και μετατροπής ποινών εκ ποσοστού 4,5% (άρθρο 10 παρ.1 εδάφιο κγ του Ν.Δ. 4114/1960, άρθρο 24 παρ.2 του ν.2145/1993)

δ) ποσοστό 20% στο δικαστικό ένσημο (άρθρο 10 παρ.1 εδάφιο ιε του Ν.Δ. 4114/1960, άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ.1 περίπτωση 6 του ν.4093/2012 και άρθρο 40 παρ.6 του ν.4111/2013)

ε) 10% επί μεταβίβασης ακινήτων (άρθρο 10 παρ.1 εδάφιο ιστ περίπτωση εε του Ν.Δ. 4114/1960, άρθρο 14 παρ.2 του ν.1515/85)

στ) δικαιώματα σε συμβολαιογραφικές πράξεις (πλην εκείνων που αφορούν μεταβιβάσεις ακινήτων από επαχθή αιτία) σε ποσοστά 1,3%, 0,325% και 0,65% κατά περίπτωση, στην αξία του αντικειμένου κάθε σύμβασης (άρθρο 10 παρ.1 εδάφιο ιστ υπεδάφιο αα του Ν.Δ. 4114/1960, άρθρο 14 παρ.1 του ν.1512/1985) ζ) δικαιώματα στις μεταβιβάσεις ακινήτων που υπόκεινται σε ΦΠΑ σε ποσοστό 4% (άρθρο 39 του ν.3942/2006)

Όσον αφορά στο ΤΣΑΥ, καταργείται η αναφερόμενη στο άρθρο 18 παρ. 2 του ν.3232/2004 προμήθεια ύψους 3% επί της εισφοράς υπέρ του Π.Φ.Σ., η οποία είχε εξαιρεθεί από τους αναφερόμενους στο άρθρο 59 του ν.2084/1992 κοινωνικούς πόρους.

Σημειώνουμε ότι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 7 παρ. 1 περίπτωση β του α.ν. 2326/1940 κοινωνικός πόρος του ΤΣΜΕΔΕ (1% επί παντός ανεξαιρέτως λογαριασμού πληρωμής εργολάβου), έχει ήδη καταργηθεί με τις ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου, παράγραφος ΙΑ, υποπαράγραφος ΙΑ.3, περίπτωση 2Α, υποπερίπτωση ιθ του ν.4254/2014.

Γ. Εισφορές αυτοαπασχολούμενων προερχόμενων από τον ΟΓΑ

1) Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού επέρχονται από 1/1/2017 ουσιαστικές αλλαγές στο ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των προσώπων που με βάση τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις του ΟΓΑ υπάγονταν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 4387/2016 ως αυτοαπασχολούμενοι στην ασφάλιση του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του ΟΓΑ ή θα υπάγονται σε αυτόν μετά και την αυτοδίκαια ένταξή του στον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 53 του ν.4387/2016.

Στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 40 υπάγονται:

Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία, για τους οποίους βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων του ΟΓΑ, όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 προκύπτει υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση. Ειδικότερα υπάγονται:

– οι αγρότες, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι, αλιείς κ.λ.π.
– όσοι σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές καταστατικές διατάξεις του ΟΓΑ όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 υπάγονταν ή θα υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ με εισοδηματικά ή πληθυσμιακά κριτήρια.
– οι κατά κύριο επάγγελμα τουλάχιστον για μια 5ετία αγρότες, όπως ορίζονται από το Μητρώο Αγροτών, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που εντάσσονται σε επιδοτούμενα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης νέων γεωργών, που εγκαθιστούν φωτοβολταϊκά συστήματα συνολικής ισχύος μέχρι 100kw.
– οι απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία, πρώην ασφαλισμένοι του ΟΓΑ που έχουν ενταχθεί στα επενδυτικά προγράμματα για την αγροτική ανάπτυξη, όπως αυτά του αγροτουρισμού και της αγροβιοτεχνίας, στο πλαίσιο κανονισμών της ΕΕ και χρηματοδοτούνται για τον σκοπό αυτό.
– οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και αγρότισσες που είναι παράλληλα και μέλη Αγροτικών Συνεταιρισμών καθώς και οι αγρεργάτες που απασχολούνται σε παραγωγούς αγροτικών προϊόντων και ως λιανοπωλητές σε λαϊκές αγορές.
– ο/η σύζυγος και τα ενήλικα τέκνα οικογένειας, σε περίπτωση οικογενειακής αγροτικής εκμετάλλευσης. Επίσης, τα μέλη οικογενειών αλιέων, κατόχων αλιευτικού σκάφους.
– οι μοναχοί/ες που απασχολούνται σε αγροτικές εργασίες, οποίοι έχουν υπαχθεί ή θα υπαχθούν προαιρετικά στην ασφάλιση.
– οι ασφαλισμένοι οι οποίοι, σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις, όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 υπάγονταν ή θα υπάγονται στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του ΟΓΑ και οι οποίοι απασχολούνται εποχικά για χρονικό διάστημα μέχρι 150 ημέρες ετησίως σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, οι οποίες μεταποιούν, τυποποιούν και διακινούν προϊόντα εδάφους, κτηνοτροφίας, αλιείας, δασοπονίας, θηραματοπονίας, και κάθε είδους εκτροφών, οι οποίοι συνεχίζουν να ασφαλίζονται ως αυτοτελώς απασχολούμενοι αγρότες για τη συγκεκριμένη απασχόλησή τους εξαιρούμενοι της ασφάλισής τους ως μισθωτοί.
– όσοι έχουν παύσει την γεωργική τους δραστηριότητας κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1096/88 του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 1988 σχετικά με την καθιέρωση κοινοτικού καθεστώτος για την ενθάρρυνση της παύσης γεωργικής δραστηριότητας, όπου οι εντασσόμενοι στο μέτρο αυτό αγρότες και οι σύζυγοί τους, συνεχίζουν και μετά τη λήξη του μέτρου και μέχρι τη συμπλήρωση και του 67ου έτους της ηλικίας τους, να λογίζονται ως ενεργοί αγρότες σε ότι αφορά τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και σε περίπτωση που το μέτρο λήξει πριν τη συμπλήρωση του 67ου έτους ηλικίας των εντασσόμενων σε αυτό.

Στο άρθρο 40 δεν εντάσσονται:

– Οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 και του πδ.33/1979 όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κύριων και μη κύριων καταλυμάτων με σήμα λειτουργίας του ΕΟΤ, δυναμικότητας έως και 5 δωματίων, σε ολόκληρη την Επικράτεια, καθώς και τουριστικών καταλυμάτων από 6 έως 10 δωματίων, που είναι παράλληλα εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 58 του ν.4144/2013. Τα πρόσωπα αυτά, λόγω της εξαίρεσής τους από την ασφάλιση στον ΟΓΑ, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.4425/2016, υπάγονται από 1-1-2017 στα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 του ν.4387/2016.
– Οι μισθωτοί – ανειδίκευτοι εργάτες, μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι υπήχθησαν στην ασφάλιση του ΟΓΑ από 1-1-2004, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.7 του ν.3232/2004, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν.3518/2006. Τα πρόσωπα αυτά, από 1-1-2017 καταβάλλουν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ως μισθωτοί, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων για τους ασφαλισμένους μισθωτούς που προέρχονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς εργοδότη-ασφαλισμένου, διαμορφώνεται ισόποσα και σταδιακά από 1 -1-2017 και έως 31-12-2019 ώστε από 1-1-2020 να έχει διαμορφωθεί στο ύψος του άρθρου 38 του νόμου 4387/2016 που αφορά τις εισφορές των μισθωτών. Κατηγορίες που εντάσσονται στην προαναφερόμενη περίπτωση:

Α) Μισθωτοί ανειδίκευτοι εργάτες : Εργάτες ζωϊκής παραγωγής (βουστάσια, χοιροτροφικές μονάδες, πτηνοτροφεία, εκτροφεία γουνοφόρων ζώων, εκμετάλλευση αιγοπροβάτων κ.λ.π).
Εργάτες φυτικής παραγωγής: (Μανιτάρια, φύκια κ.λ.π), Αλιεργάτες, Εργάτες ιχθυοκαλλιέργειας. Δύτες στον πρωτογενή αγροτικό τομέα, όπως ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν.3518/2006.

Β) Μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών: Πολίτες τρίτων χωρών που σύμφωνα με το ν.4251/2014 προσκαλούνται από εργοδότες με σκοπό την απασχόληση σε αγροτικές εργασίες για ορισμένο χρονικό διάστημα.

2. α) Βάση υπολογισμού εισφοράς υπαγόμενων στην ασφάλιση του άρθρου 40

Η εισφορά καταβάλλεται επί του εισοδήματός, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο εισόδημα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ, κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.

Κατώτατο μηνιαίο ασφαλιστέο εισόδημα (εδάφιο δεύτερο περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 40)

Ως κατώτατο μηνιαίο ασφαλιστέο εισόδημα για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς ορίζεται το ποσό που αναλογεί στο 70 % του εκάστοτε προβλεπομένου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. (586,08 Χ70% = 410, 26 Ευρώ.)

Ανώτατο μηνιαίο ασφαλιστέο εισόδημα (εδάφιο τρίτο περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 40)

Ως ανώτατο όριο μηνιαίου ασφαλιστέου εισοδήματος για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς αποτελεί το 10πλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. (σήμερα 586,08 x 10 = 5860,80 Ευρώ)

Οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση

Στην περίπτωση οικογενειακής αγροτικής εκμετάλλευσης στην οποία απασχολείται ο/η σύζυγος και τα ενήλικα τέκνα, ως φορολογητέο εισόδημα του καθενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη το κατώτατο ασφαλιστέο εισόδημα όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 περίπτωση β του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου άρθρου (δηλ. 70 % του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, ήτοι σήμερα 410,26 Ευρώ).

Σε περίπτωση όμως που το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα (δηλ. το συνολικό εισόδημα όλων των μελών της εκμετάλλευσης) είναι μεγαλύτερο από το γινόμενο του αριθμού των μελών της εκμετάλλευσης επί την ελάχιστη βάση υπολογισμού, αναγόμενη σε ετήσια βάση (δηλ. αριθμός μελών Χ το 70 % του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών Χ 12 ) τότε η εισφορά ισούται για όλα τα μέλη της εκμετάλλευσης με το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος δια του αριθμού των μελών.

β) Ποσοστό εισφοράς

Ορίζεται μηνιαία ασφαλιστική εισφορά ύψους 20 % επί της ανωτέρω βάσης υπολογισμού από 1-1-2022. Μέχρι την ημερομηνία αυτή υφίσταται μεταβατικό στάδιο ως εξής :

– Από 1-7-2015 έως και 31-12-2016 το ύψος της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς του κλάδου κύριας σύνταξης αυξάνεται κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται στο 10 % επί των υφιστάμενων κατά την δημοσίευση του νόμου ασφαλιστικών κατηγοριών. (περίπτωση α της παρ. 2)
– Από 1-1-2017 και εφεξής οι υφιστάμενες ασφαλιστικές κατηγορίες καταργούνται και το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς υπολογίζεται πλέον ως ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος, αναγόμενο σε μηνιαία βάση δηλ. επί του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος δια του 12. (πρώτο εδάφιο της περίπτ. β της παρ. 2).
– Από 1-1-2017 έως και 31-12-2017 το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς διαμορφώνεται σε 14 % επί του φορολογητέου εισοδήματος.
– Από 1-1-2018 έως και 31-12-2018 το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται σε 16 % .
– Από 1-1-2019 έως και 31-12-2019 το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται σε 18 %.
– Από 1-1-2020 έως και 31-12-2020 το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται σε 19 % .
– Από 1-1-2021 έως και 31-12-2021 το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται σε 19,5 % .
– Από 1-1-2022 και εντεύθεν το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται στο τελικό 20 % .

3) Ασφαλιστικές εισφορές Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας (παρ. 10)

Όπως προβλέπεται στην παρ.10 του άρθρου 40 του ν. 4387/2016, οι ασφαλισμένοι του ιδίου άρθρου στο Λογαριασμό Αγροτικής Εστίας του ΟΓΑ, θα καταβάλλουν από 1-1-2017 εισφορά υπέρ του Λογαριασμού, καταργούμενης της Κρατικής Επιχορήγησης. Η εισφορά βαρύνει τον ασφαλισμένο και συνεισπράττεται με τις εισφορές για τον Κλάδο Κύριας Σύνταξης και Λοιπών Παροχών του ΕΦΚΑ. Το ποσοστό της εισφοράς ορίζεται σε ποσοστό 0,25 % επί του ασφαλιστέου εισοδήματος όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 40 του ανωτέρω νόμου.

Α. Εισφορά υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Ανεργίας του ΟΑΕΑ

Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 44 παρ. 2 του ν.3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν.4144/2013, συστάθηκε στον ΟΑΕΔ ο Ειδικός Λογαριασμός Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξάρτητα Απασχολούμενων, για την χρηματοδότηση του οποίου οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ (ελεύθεροι επαγγελματίες) καταβάλλουν μηνιαία εισφορά ύψους €10,00.

Σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 39, η ανωτέρω εισφορά εξακολουθεί να συνεισπράττεται και μετά την 1/1/2017 από τον ΕΦΚΑ με τις ασφαλιστικές εισφορές και να αποδίδεται στον ΟΑΕΔ.

Ε. Καταβολή Μειωμένων Ασφαλιστικών Εισφορών

Πέραν των προβλεπόμενων μειώσεων στις ασφαλιστικές εισφορές για τους ασφαλισμένους κάτω 5ετίας (προερχόμενους από τον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ), δικαίωμα καταβολής μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών προβλέπεται και στις εξής περιπτώσεις:

α) σύμφωνα με την παρ. 13 του άρθρου 39, όσοι ασφαλισμένοι συμπληρώνουν 40 χρόνια ασφάλισης, μπορούν, με αίτησή τους, να καταβάλλουν μειωμένη κατά 50% ασφαλιστική εισφορά, παραιτούμενοι όμως από την προσαύξηση της σύνταξής τους για τα επόμενα έτη ασφάλισης (αφορά ασφαλισμένους προερχόμενους από τον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ).

β) καταβολή μειωμένων κατά 50% ασφαλιστικών εισφορών για γυναίκες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 141 παρ. 2 του ν.3655/2008 κατά το πρώτο δωδεκάμηνο απασχόλησης που ακολουθεί τον μήνα του τοκετού.

Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω μείωση αφορά και γυναίκες προερχόμενες από τον ΟΓΑ, και ως εκ τούτου καταργούνται οι ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 7 του ν.3227/2004.

ΣΤ. Εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 39 του ν.4387/2016 από 1/1/2017

Όπως προαναφέρθηκε, βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών από 1/1/2017 αποτελεί το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος. Συνεπώς, για τις ασφαλιστικές εισφορές του 2017 λαμβάνεται το εισόδημα που αποκτήθηκε από τον ασφαλισμένο κατά το έτος 2016.

Έως ότου καταστεί ευχερής η έγκαιρη χρήση των εισοδημάτων του προηγούμενου φορολογικού έτους, η βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος.

Σημειώνουμε ότι με τις διατάξεις του άρθρου 59 του ν.4445/2016, δίνεται η δυνατότητα στους ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες να προχωρήσουν από 1/1/2017 σε μερική καταβολή του ποσού των ασφαλιστικών τους εισφορών. Το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των ανωτέρω προσώπων που δεν καταβάλλεται βάσει των άρθρων 39 και 40 του ν.4387/2016, κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας πληρωμής των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών επιβαρύνεται με τις νόμιμες προσαυξήσεις και τόκους. Σε περίπτωση που κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας πληρωμής των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών καταβληθεί ποσό μεγαλύτερο από το ποσό που απαιτείται, το επιπλέον ποσό μεταφέρεται ως πιστωμένο και συμψηφίζεται με τις ασφαλιστικές εισφορές του επόμενου χρονικού διαστήματος.

Ζ. Καθορισμός λεπτομερειών με Υπουργική Απόφαση

Σημειώνουμε ότι για ειδικότερα θέματα που αφορούν στους κανόνες προσδιορισμού της βάσης υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών ανά επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στον τρόπο είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, προβλέπεται η έκδοση σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων.

Τέλος επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω αφορούν περιπτώσεις άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας ή δραστηριοτήτων, για τις οποίες προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης σε έναν από τους εντασσόμενους στον ΕΦΚΑ φορείς. Για τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός εντασσόμενους φορείς θα επακολουθήσουν νεότερες οδηγίες.

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ


Επικαιροποίηση 2026

Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2016 και αποτυπώνει την εγκύκλιο Φ.80000/οικ.61327/1484/2016 (30.12.2016) του Υπουργείου Εργασίας για τον καθορισμό των ασφαλιστικών εισφορών ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών από 1.1.2017. Κρίσιμα στοιχεία του τότε κανόνα ήταν η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού 586,08 ευρώ (410,26 ευρώ για ασφαλισμένους της πρώτης πενταετίας), το ανώτατο όριο των 5.860,80 ευρώ και η συνολική εισφορά 26,95% για τους κλάδους σύνταξης και υγείας.

Ο τρόπος αυτός προσδιορισμού δεν εφαρμόζεται πλέον. Με το άρθρο 1 του ν.4670/2020 (Α΄ 43) αντικαταστάθηκε το άρθρο 39 του ν.4387/2016 και καθιερώθηκε υποχρεωτική κατάταξη των μη μισθωτών σε έξι ασφαλιστικές κατηγορίες.

Τι ισχύει σήμερα

  • Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες κατατάσσονται από 1.1.2020 υποχρεωτικά σε μία από τις έξι ασφαλιστικές κατηγορίες του άρθρου 39 παράγραφος 1 ν.4387/2016· η εισφορά υπολογίζεται επί του ποσού της κατηγορίας και όχι επί ελάχιστης μηνιαίας βάσης 586,08 ευρώ.
  • Ο ασφαλισμένος επιλέγει ελεύθερα κατηγορία και μπορεί να μεταταγεί σε ανώτερη.
  • Για τους ασφαλισμένους που υπάγονταν στον Ο.Γ.Α. ισχύουν οι έξι ασφαλιστικές κατηγορίες του άρθρου 40 ν.4387/2016, με ετήσια αναπροσαρμογή των ποσών (άρθρο 40 παράγραφος 4).
  • Τα ποσά των κατηγοριών αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος, οπότε τα μεγέθη του 2017 δεν αποτυπώνουν το σημερινό ύψος των εισφορών.

Νομοθετική βάση

  • Άρθρο 39 ν.4387/2016 (Α΄ 182), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.4670/2020 (Α΄ 43) — ενοποιημένο κείμενο σε ισχύ.
  • Άρθρο 40 ν.4387/2016 (Α΄ 182), παράγραφοι 1 και 4.