TΕΛΙΚΟ – ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ- ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»

TΕΛΙΚΟ – ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ- ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ  ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

«ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»

Α. ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Η Ελληνική οικονομία στα τρία χρόνια εφαρμογής του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής έχει καταφέρει να επιτύχει αξιοθαύμαστα επιτεύγματα που έχουν διορθώσει στρεβλώσεις ετών και έχουν θέσει τις βάσεις για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας. Στο διάστημα αυτό επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ ταυτόχρονα προωθήθηκαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας, μείωσαν το μοναδιαίο κόστος εργασίας και εξάλειψαν το τεράστιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μέσω της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου.
Το σημαντικότερο επίτευγμα των τελευταίων τριών ετών είναι η πρωτοφανής για αναπτυγμένη χώρα δημοσιονομική προσαρμογή που επιτεύχθηκε σε ένα περιβάλλον βαθιάς ύφεσης. Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης από το 15,6% το 2009 έπεφτε σταθερά τα τρία τελευταία χρόνια και το 2012 μειώθηκε σε όρους καθαρής δημοσιονομικής επίδοσης στο 6,0% (το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης που ανακοινώθηκε από την Eurostat στις 22.4.2013 ανέρχεται στο 10% του ΑΕΠ, αλλά περιλαμβάνει μία εφάπαξ επίδραση της στήριξης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ύψους περίπου 4% του ΑΕΠ) έναντι στόχου για έλλειμμα 6,6% του ΑΕΠ στον Προϋπολογισμό του 2012. Το έλλειμμα μειώθηκε κατά 3,8% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2011 (9,8% του ΑΕΠ), ενώ το πρωτογενές έλλειμμα κατά το 2012 μειώθηκε στο 1% του ΑΕΠ έναντι 2,7% του ΑΕΠ που ήταν το 2011 και 10,5% του ΑΕΠ το 2009. Το κυκλικό προσαρμοσμένο αποτέλεσμα αναμένεται να μειωθεί από έλλειμμα -19,1% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα της τάξης του 0,2% το 2013 και σε πλεόνασμα της τάξης του 1,6% το 2016. Το κυκλικό προσαρμοσμένο πρωτογενές αποτέλεσμα αναμένεται να μειωθεί από έλλειμμα -13,6% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα της τάξης του 4,3% το 2013 και σε πλεόνασμα της τάξης του 6,1% το 2016..
Τον Μάρτιο του 2012, η Ελληνική Κυβέρνηση ολοκλήρωσε την εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων κατ’ εφαρμογή του ν. 4050/2012 (Α’ 36) και το Δεκέμβριο του 2012 την επαναγορά ομολόγων, με αποτέλεσμα τη σημαντική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Eurostat στις 22.4.2013, το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 355 δισ. ευρώ το 2011 σε περίπου 304 δισ. ευρώ το 2012, ή σε ποσοστό του ΑΕΠ, από 170,3% το 2011 σε 156,9% το 2012. Μακροπρόθεσμα προβλέπεται περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους, όπου το 2022 θα κατέλθει σε ποσοστό κάτω του 110% του ΑΕΠ.
Το 2013 αναμένεται να είναι το τελευταίο έτος της ύφεσης και από το τέλος του τρέχοντος έτους αναμένεται η μεταβολή του ΑΕΠ να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς. Η πρώτη εκτίμηση για το 2012 έδειξε ότι η ύφεση κινήθηκε στα επίπεδα του -6,4% παρόλη τη θετική επίδραση που είχε ο εξωτερικός τομέας. Για το 2013, το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί κατά 4,2% και το 2014 θα είναι η πρώτη χρονιά ανάπτυξης σε ποσοστό 0,6%, ενώ για τα επόμενα χρόνια το ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξάνεται σταθερά. Η απασχόληση προβλέπεται να ακολουθήσει την ίδια πορεία με το ΑΕΠ και από το επόμενο έτος το ποσοστό της ανεργίας αναμένεται ότι θα αρχίσει να μειώνεται από το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο που βρίσκεται τώρα (26,0% το τέταρτο τρίμηνο του 2012). Αναφορικά με το επίπεδο τιμών, η Ελλάδα είναι εδώ και αρκετούς μήνες η χώρα με τον χαμηλότερο εναρμονισμένο πληθωρισμό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ για το τρέχον και το επόμενο έτος η μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή προβλέπεται να είναι αρνητική.
Ο εξωτερικός τομέας της χώρας βελτιώνεται με γοργούς ρυθμούς, όπως καταγράφεται στο ισοζύγιο πληρωμών. Το 2012 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 5,6 δις € ή 2,9% του ΑΕΠ, έναντι 9,9% του ΑΕΠ το 2011 και 14,6% του ΑΕΠ το 2008. Το 2014 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να μηδενιστεί το 2014 και από το 2015 να περάσουμε σε πλεόνασμα.
Παράλληλα με τη δημοσιονομική εξυγίανση, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προωθήσει ένα ευρύ πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτών των αλλαγών στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στις τιμές των προϊόντων έχουν αρχίσει να γίνονται ήδη ορατά. Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν φέρει τα πρώτα αποτελέσματα και το μοναδιαίο κόστος εργασίας έχει μειωθεί κατά 10,9% για το σύνολο της οικονομίας και κατά 16,1% για τον επιχειρηματικό τομέα την τριετία 2010-2012, ενώ αναμένεται περαιτέρω βελτίωση αυτό και το επόμενο έτος.
Το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής περιλαμβάνει κατά το τρέχον και το επόμενο έτος παρεμβάσεις που συνήθως δεν έχουν άμεσα μετρήσιμα αποτελέσματα, συνεισφέρουν όμως μεσοπρόθεσμα στη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αφορούν την κοινωνική ασφάλιση, την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων, τις παρεμβάσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών, στις μεταρρυθμίσεις στον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης, την απελευθέρωση στον τομέα της ενέργειας, την απλοποίηση των διαδικασιών στην επιχειρηματικότητα και τη μείωση της γραφειοκρατίας, τις παρεμβάσεις στον κλάδο της υγείας (με σημαντικό δημοσιονομικό όφελος), τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος με σκοπό να γίνει δικαιότερο και πιο απλό, την αποτελεσματικότερη οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εξυγίανση των δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων. Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση προωθεί ένα ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, που όχι μόνο θα αποτελέσουν μία σημαντική πηγή εσόδων, αλλά και θα τονώσουν περαιτέρω τον ανταγωνισμό.

Στο παρόν σχέδιο νόμου περιλαμβάνονται σημαντικές παρεμβάσεις που αφορούν κυρίως:

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α’: Τροποποίηση διατάξεων Ν.Δ. 356/1974, ν. 2238/1994, ν. 2859/2000

Στόχος της παραγράφου Α. του νόμου είναι η εξυγίανση των φορολογικών διαδικασιών εν γένει και η αποφυγή της απόκλισης από τον τεθέντα στόχο για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η αποτελεσματικότερη είσπραξη των οφειλών, η επιτάχυνση των διαδικασιών και η προώθηση της οικειοθελούς συμμόρφωσης των φορολογουμένων συμβάλλουν αποφασιστικά στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων και στη δημιουργία μίας φορολογικής διοίκησης φιλικής προς τον πολίτη.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β’ : Οργανωτικές διατάξεις Υπουργείου Οικονομικών

Στόχος των υποπαραγράφων Β2-Β10, της Παραγράφου Β’ του νόμου, είναι η αναδιοργάνωση της πολιτικής και της διαχείρισης των Κρατικών ενισχύσεων με τη σύσταση Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων και δικτύου αποκεντρωμένων μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων στα Υπουργεία και στους Δημόσιους Φορείς.
Η Κεντρική Μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης εντάσσεται στο Υπουργείο Οικονομικών δεδομένου ότι, στο πλαίσιο του σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής, είναι αρμόδιο για τη μη διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς διαμέσου της τήρησης των κανόνων του δικαίου περί ανταγωνισμού της ΕΕ, αφού οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί είτε να συνιστούν κρατικές δαπάνες είτε να επηρεάζουν τα κρατικά έσοδα.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ’ – Ρύθμιση της παροχής εκτιμητικών υπηρεσιών

Με τις διατάξεις της παραγράφου Γ’, ρυθμίζεται η πρόσβαση και η άσκηση του επαγγέλματος του πιστοποιημένου εκτιμητή, σε εναρμόνιση προς τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3919/2011 (Α’ 32).
Οι συνθήκες διαμόρφωσης της ζήτησης και η ανάπτυξη των υπηρεσιών εκτίμησης αξιών σε νέα πεδία δεν συνάδουν με τη λειτουργία του Ειδικού Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (στο εξής: Σ.Ο.Ε.), υπό τη σημερινή του μορφή, το οποίο σχεδιάσθηκε και κλήθηκε να υπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό τη δεκαετία του ’70, ιδίως εν όψει και των νέων οικονομικών συνθηκών. Το εκτιμητικό έργο δεν ασκείται από το Σ.Ο.Ε. αυτό καθαυτό, αλλά από τους Ορκωτούς Εκτιμητές – φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι αποτελούν υποχρεωτικά μέλη του και οργανώνονται μέσω ενός ΝΠΙΔ σωματειακού χαρακτήρα. Ωστόσο, το Σ.Ο.Ε. επεμβαίνει καθοριστικά στην άσκηση των εργασιών των μελών του.
Όπως καταδεικνύει η διεθνής εμπειρία, οι εκτιμητικές υπηρεσίες διοργανώνονται βάσει ανοιχτών οργανωτικών σχημάτων με έμφαση κυρίως στην εξειδίκευση. Υπό τα ως άνω δεδομένα και τη διεθνή εμπειρία το προβλεπόμενο σήμερα καθεστώς πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα, η πρόσβαση στη συγκεκριμένη δραστηριότητα πρέπει να είναι ελεύθερη σε όλους όσοι έχουν τα κατάλληλα προσόντα και είναι πιστοποιημένοι για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος. 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ’ : Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητος Υπουργείου Οικονομικών

Με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Δ.2. και Δ.3. ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την οριοθέτηση του πλαισίου εταιρειών ή δικαιωμάτων που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, ώστε να μπορέσει να υλοποιηθεί εντός των χρονοδιαγραμμάτων που έχουν προβλεφθεί για την υλοποίηση αυτών.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε’ – Διατάξεις εφαρμογής ν. 3919/2011

Με τις διατάξεις της παραγράφου Ε’ εξασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για τις περιπτώσεις επαγγελμάτων και οικονομικών δραστηριοτήτων, στις οποίες οι περιορισμοί πρόσβασης ή και άσκησης επαγγέλματος έχουν εισαχθεί με γνώμονα την εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να εισάγουν διακρίσεις και αποτελούν το πρόσφορο και αναγκαίο μέσο και ανάλογο προς τη σπουδαιότητα του σκοπού αυτού. Η τεκμηρίωση των ανωτέρω έχει προκύψει έπειτα από επιστημονική έρευνα νομικής και οικονομικής φύσης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ’: Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου ΣΤ’ επιτυγχάνεται η επίσπευση των πειθαρχικών διαδικασιών. Διασφαλίζεται η σύντομη κίνηση και ολοκλήρωση της διαδικασίας απονομής της πειθαρχικής ευθύνης προς όφελος τόσο της υπηρεσίας όσο και του πειθαρχικά υπόλογου υπαλλήλου. Τέλος, ρυθμίζονται θέματα της κινητικότητας των υπαλλήλων των ΝΠΙΔ, σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ’ – Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2011/7 της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές

Σκοπός της παραγράφου Ζ’ είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, αφενός μεταξύ επιχειρήσεων, αφετέρου μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνιστά και μία από τις δέκα αρχές στην Ανακοίνωση της Επιτροπής της 25ης Ιουνίου 2008 με τίτλο «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» (Small Business Act) για την Ευρώπη, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί, κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ειδικά των μικρών και μεσαίων.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι – Ρυθμίσεις  θεμάτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

Με τις εισαγόμενες διατάξεις, με τις οποίες συμπληρώνεται το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), επιδιώκεται η αντιμετώπιση τόσο τρεχόντων θεσμικών κατά βάση ζητημάτων που έχουν προκύψει από την έως τώρα εφαρμογή του, όσο και η βέλτιστη κατά το δυνατό διαχείριση μιας σύνθετης και κρίσιμης κατάστασης που περιλαμβάνει υποχρεώσεις, στις οποίες θα πρέπει άμεσα και με συνέπεια να ανταποκριθεί η χώρα συνολικά. Έτσι βασικός στόχος και επιδίωξη των εν λόγω ρυθμίσεων είναι η αύξηση των εισροών του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.ΑΓ.Η.Ε. Α.Ε. για την πληρωμή της ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α και η επιβράδυνση της περαιτέρω επιβάρυνσής του, καθώς και η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου ΑΠΕ. Η μη άμεση αντιμετώπιση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε. θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανυπολόγιστη ζημία τόσο στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, όσο και συνολικά στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και κατ΄επέκταση στην ίδια την εθνική Οικονομία.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ – Εθνικός Συντονιστής για την καταπολέμηση της διαφθοράς

Η καταπολέμηση της διαφθοράς αποτελεί καθοριστικής σημασίας παράγοντα  για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ Κράτους  και Πολιτών, για την αποτελεσματική και χρηστή λειτουργία των θεσμών καθώς και για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Για την Ελλάδα η διαφθορά συνιστά  ένα σοβαρό  και διαχρονικό  πρόβλημα  εξ αιτίας του οποίου, αφενός υποβαθμίζεται η αξιοπιστία των δημοσίων υπηρεσιών  και το επίπεδο εξυπηρέτησης που αυτές παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο και αφετέρου επιβαρύνεται η εθνική οικονομία. Μια συστημική προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος της διαφθοράς απαιτεί τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης δημόσιας πολιτικής, η οποία να επεμβαίνει τόσο στην πρόληψη, όσο και στην αντιμετώπιση του φαινομένου, μέσω συνεκτικών δράσεων, την αποτροπή των αιτιών της διαφθοράς (πρόληψη), τον εντοπισμό υφιστάμενων εστιών διαφθοράς και εξάλειψη αυτών, ποινική δίωξη και επιβολή κυρώσεων, ευαισθητοποίηση και αλλαγή της συμπεριφοράς και της αντίληψης στα σχετικά θέματα αλλά και ισχυρούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου. Στο  ευρύ φάσμα των ως άνω επεμβάσεων εμπλέκεται το σύνολο των Υπουργείων και το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων υπηρεσιών.

Β. Επί των άρθρων

Άρθρο πρώτο

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.:
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Ν.Δ. 356/1974, Ν.2238/1994, Ν.2859/2000

Υποπαράγραφος Α.1. – Διατάξεις για την πάγια ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών
Υποπαράγραφος Α.2. Διατάξεις για την πάγια ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών

Με τις προτεινόμενες στις υποπαραγράφους Α.1. και Α.2. για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών διατάξεις επιδιώκεται η αναμόρφωση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου ρυθμίσεων/διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα Τελωνεία του Κράτους με σκοπό τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού συστήματος ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής για την αποπληρωμή των ληξιπροθέσμων οφειλών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή δυσχερή οικονομική συγκυρία αλλά και την ανάγκη εδραίωσης μιας σύγχρονης αντίληψης φορολογικής συμμόρφωσης.
Σκοπός των νέων διατάξεων είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών είσπραξης ληξιπροθέσμων οφειλών από τη φορολογική διοίκηση, αλλά και η παροχή κινήτρων για την άμεση και συστηματική εξόφληση των ληξιπροθέσμων οφειλών.
Ειδικότερα για τις βεβαιωμένες έως και την 31.12.2012 οφειλές, παρέχεται η δυνατότητα στους οφειλέτες, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής ύφεσης, είτε να τις εξοφλήσουν εφάπαξ με έκπτωση κατά 50% στις μέχρι την 31.12.2012 προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ή να υπαχθούν σε προγράμματα τμηματικής καταβολής μέχρι σαράντα οκτώ (48) ισόποσων μηνιαίων δόσεων, με ταυτόχρονη απαλλαγή των εν λόγω προσαυξήσεων κατά ποσοστό που βαίνει μειούμενο, όσο αυξάνεται ο αριθμός των δόσεων .
Η ρύθμιση αυτή κρίνεται απαραίτητη, ως ύστατη ευκαιρία, αφ’ ενός λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας πολλών φορολογούμενων (φυσικών και νομικών προσώπων) να ανταποκριθούν άμεσα στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο και προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρμετρη επιβάρυνση των μικρών απαιτήσεων με δικαστικά έξοδα που δημιουργούνται με την εντατικοποίηση των ενεργειών αναγκαστικής είσπραξης και αφ’ ετέρου λόγω των επιτακτικών δημοσιονομικών αναγκών για άμεση αύξηση των εσόδων.
Επιπλέον, στα πλαίσια αντιμετώπισης των πολιτών και των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, οι μικροοφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μόνοι τους το ποσό της μηνιαίας δόσης που δύνανται να καταβάλουν, ενώ για τις μεγαλύτερες οφειλές, απαιτείται, ανάλογα με το ύψος αυτών, προσκόμιση επιχειρηματικού σχεδίου που να αποδεικνύει την οικονομική αδυναμία και τη βιωσιμότητα της ρύθμισης, ή και παροχή εγγυήσεων και εμπραγμάτων ασφαλειών για τη διασφάλιση της οφειλής, ως προϋπόθεση για την παροχή ρύθμισης.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις της ρύθμισης βοηθούν τους συνεπείς οφειλέτες που αντιμετωπίζουν πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους σε λίγες ή πολλές δόσεις ανάλογα με την οικονομική δυνατότητά τους και ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να δημιουργήσουν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη και γενικότερα από το να μην είναι συνεπείς στις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις τους.
Επίσης, η ρύθμιση είναι αρκετά ευέλικτη, ώστε ο οφειλέτης που για οποιοδήποτε λόγο δεν εντάχθηκε μέχρι την ημερομηνία λήξης της πρώτης δόσης, να δύναται να ενταχθεί μεταγενέστερα, σε λιγότερες δόσεις και με καταληκτική ημερομηνία ρύθμισης την 30.06.2017 και να τύχει των ευεργετημάτων της ρύθμισης.
Παράλληλα όμως με τα ευεργετήματα για τον οφειλέτη, το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβαίνει σε ενέργειες και μέτρα που διασφαλίζουν τα συμφέροντά του.
Πέραν της ανωτέρω ρύθμισης τελευταίας ευκαιρίας, παρέχεται η δυνατότητα στους οφειλέτες που είναι συνεπείς στις λοιπές υποχρεώσεις τους αλλά αδυνατούν να εξοφλήσουν εμπρόθεσμα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους να υπαχθούν σε πρόγραμμα τμηματικής καταβολής 12 δόσεων, που δύναται να ανέλθουν στις 24 σε περιπτώσεις έκτακτης και μη αναμενόμενης οφειλής.
Οι οφειλέτες δύνανται να ενημερώνονται για τις δυνατότητές τους, να υποβάλουν την αίτηση και να ολοκληρώνουν τη διαδικασία εν όλω ή εν μέρει ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτύου, ανάλογα με το ύψος της οφειλής, χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία στη Δ.Ο.Υ. ή στο Τελωνείο.
Μέχρι την οριστική εφαρμογή της πάγιας ρύθμισης, ορίζεται μεταβατικό στάδιο ισχύος των προηγούμενων ρυθμίσεων.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση, τα κριτήρια υπαγωγής στη ρύθμιση ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα και τη βιωσιμότητα της επιχείρησης,  η παροχή εγγυήσεων και διασφαλίσεων και οι εν γένει λεπτομέρειες εφαρμογής της όλης διαδικασίας μέσω διαδικτύου και στις Δ.Ο.Υ. και στα Τελωνεία θα καθοριστούν με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που του παρέχεται με την περίπτωση 15 της υποπαραγράφου Α.1. και την περίπτωση 16 της υποπαραγράφου Α.2.

Υποπαράγραφος Α.3. – Διάκριση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης
Υποπαράγραφος Α.4.  – Διαγραφή των οφειλών προς το Δημόσιο

Με τις προτεινόμενες υποπαραγράφους Α.3. και Α.4. επαναδιατυπώνονται τα άρθρο 82 και 82 Α του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, όπως το τελευταίο προστέθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3943/2011. Προηγούνται για λόγους συστηματικούς οι διατάξεις για τη διάκριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης και ακολουθούν οι διατάξεις για τη διαγραφή των οφειλών. 

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου Α.3. σκοπείται η επιτάχυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης των επί σειρά ετών σωρευμένων ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο από εκείνες που πραγματικά και εμπεριστατωμένα θεωρούνται επισφαλείς, προκειμένου  το Δημόσιο να διαθέτει μια ολοκληρωμένη, διαφανή, αποτελεσματική και ελέγξιμη διαδικασία είσπραξης των οφειλών, βάσει της οποίας θέτει στόχους και  λογοδοτεί, λαμβάνοντας υπόψη και τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα V_2_EΛΛ του ν. 4046/2012. Περαιτέρω οι διατάξεις αυτές εναρμονίζονται με τις νομοθετικές μεταβολές που επήλθαν μετά την ψήφιση των τροποποιούμενων διατάξεων, όπως η σύσταση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και η σύσταση της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, ως ειδικής αποκεντρωμένης υπηρεσίας, αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλών. 
Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις επέρχονται οι παρακάτω μεταβολές: απλουστεύεται η διαδικασία και εξοικονομείται χρόνος για την υποβολή της ανωτέρω πρότασης με την κατάργηση της σύνθετης και χρονοβόρου διαδικασίας ανάρτησης αυτής στο Διαδίκτυο, καθόσον κρίνεται σκόπιμη η διασφάλιση της μη γνωστοποίησης στον οφειλέτη των αποτελεσμάτων της κινηθείσας διαδικασίας, καθόσον η γνώση αυτής δύναται να αποτελέσει κίνητρο για τον οφειλέτη μεθοδευμένα να αποκρύψει περιουσιακά στοιχεία και την ενδεχόμενη επιχειρηματική του δραστηριότητα. Περαιτέρω, επιταχύνεται η διαδικασία εκκαθάρισης των σωρευμένων ληξιπροθέσμων οφειλών με την κατάργηση του προβλεπόμενου χρόνου της εικοσαετίας, που παρέτεινε τον ισχύοντα χρόνο παραγραφής αυτών.
Στην περίπτωση 2 ορίζεται η διαδικασία και το όργανο έκδοσης των πράξεων χαρακτηρισμού των οφειλών ως επιδεκτικών ή ανεπίδεκτων είσπραξης και η καταχώριση των απαιτήσεων αυτών μετά το χαρακτηρισμό τους σε ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης. Στις περιπτώσεις που η συνολική βασική οφειλή υπερβαίνει το ποσό του ενάμισυ εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ απαιτείται για το χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτων είσπραξης η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.  
Παρέχεται επίσης η δυνατότητα στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη Κλιμακίου ή Τμήματος ή Διεύθυνσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στις περιπτώσεις που η συνολική βασική οφειλή είναι μικρότερη του 1.500.000 ευρώ. 
Στην περίπτωση 3 ορίζονται οι συνέπειες της καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη  λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση και προβλέπεται ρητά ότι το Δημόσιο διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά του για την είσπραξη της οφειλής ή συμψηφισμού της και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.
Με την περίπτωση 4 ορίζεται ότι εντός της 10ετίας, μετά την παρέλευση της οποίας παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου, οφειλή που έχει καταχωρισθεί ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν διαπιστωθεί με νέα στοιχεία ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής ικανοποίησης της, είτε από τον οφειλέτη είτε από συνυπόχρεο πρόσωπο.
Στην περίπτωση 5 ορίζεται ότι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί με απόφασή του να εκχωρεί τις αρμοδιότητές του  και  να ορίζει άλλα όργανα των φοροελεγκτικών υπηρεσιών ως αρμόδια για την υποβολή της σύμφωνης γνώμης της υποπερίπτωσης α’ της περίπτωσης 2, να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και να ορίζει κάθε σχετικό θέμα  με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών. Επίσης, μπορεί με απόφασή του που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να ορίζονται τα θέματα της μεταβολής των κριτηρίων και των προϋποθέσεων καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης καθώς και του επαναχαρακτηρισμού τους ως εισπράξιμων και των λοιπών σχετικών θεμάτων. 

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου Α.4. σκοπείται ο επαναπροσδιορισμός της διαδικασίας για τη διαγραφή των οφειλών προς το Δημόσιο υπό συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις και όρους.
Ειδικότερα με την περίπτωση 1 ορίζεται, ότι όσες από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές  προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με τη διαδικασία της υποπαραγράφου αυτές μπορούν να κριθούν διαγραπτέες και να διαγραφούν πριν από την παρέλευση της δεκαετίας εάν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες στην ίδια περίπτωση προϋποθέσεις, δηλαδή εάν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι κατά νόμο οριζόμενες ενέργειες της Φορολογικής Διοίκησης στην ημεδαπή και την αλλοδαπή και δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή απαιτήσεων αυτού έναντι τρίτων και έχει ολοκληρωθεί ήδη η ποινική διαδικασία σε βάρος των οφειλετών κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43).

Στην περίπτωση 2 ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες κατ’ εξαίρεση χωρεί  διαγραφή χωρίς να απαιτείται η ολοκλήρωση των διαδικασιών της περίπτωσης 1. Αυτές οι περιπτώσεις αφορούν αποκλειστικά και μόνο οφειλές αποβιωσάντων που δεν καταλείπουν περιουσιακό στοιχείο και των οποίων οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά καθώς και οφειλές ανά φορολογούμενο μικρότερες του ποσού του εκάστοτε ελάχιστου ποσού φόρου από την καταβολή του οποίου απαλλάσσεται ο φορολογούμενος.

Στην περίπτωση 3 ορίζονται η διαδικασία και το όργανο έκδοσης των αποφάσεων διαγραφής των απαιτήσεων. Για τη διαγραφή των οφειλών αρμόδιο όργανο είναι το Ελεγκτικό Συνέδριο εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της προηγούμενης περίπτωσης 2 ή των περιπτώσεων που υπάρχει παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου. 

Στην περίπτωση 4 προβλέπεται η δυνατότητα εκκαθάρισης του χαρτοφυλακίου μέχρι το τέλος του 2013 με τη διαγραφή μικρών βασικών οφειλών που έχουν γεννηθεί πριν από το 1993 ύψους μέχρι 200 ευρώ ανά φορολογούμενο με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. 
Τέλος, στην περίπτωση 5 παρέχεται εξουσιοδότηση στο Γενικό Γραμματέα  Δημοσίων Εσόδων για τη ρύθμιση των ειδικότερων θεμάτων για τον τρόπο, τη  διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών και λοιπών, ενώ ορίζεται ότι για τη μεταβολή των κριτηρίων και των προϋποθέσεων καταχώρισή τους πρέπει να έχει διατυπωθεί πριν από την έκδοση της απόφασής τους η σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 

Υποπαράγραφος Α.5.: Τροποποίηση διατάξεων σχετικά με τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών

Με την αντικατάσταση του άρθρου 70 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος επιδιώκεται, κατά τα διεθνή πρότυπα, η κατά το δυνατόν αποφόρτιση των διοικητικών δικαστηρίων από υποθέσεις που μπορεί να επιλυθούν σε επίπεδο φορολογικής διοίκησης και, μάλιστα, σε σύντομες προθεσμίες. Γι αυτόν το λόγο προβλέπεται η αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκειμένου να αποφαίνεται επί αιτήσεων των φορολογουμένων από την 1.8.2013 και εφεξής. Η προσφυγή των φορολογουμένων στην εν λόγω υπηρεσία καθίσταται υποχρεωτική δια της υποβολής αιτήσεως στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη, η οποία και έχει τη νομική μορφή της ενδικοφανούς προσφυγής.
Το υποχρεωτικό της καταθέσεως ενδικοφανούς προσφυγής εξυπηρετεί δύο σκοπούς: πρώτον, επιλύει όσες υποθέσεις επιδέχονται άμεσης επιλύσεως και, δεύτερον, λειτουργεί ως στάδιο προελέγχου για εκείνες τις υποθέσεις που πρόκειται να εισαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης, έτσι ώστε να έχουν ήδη αναδειχθεί τα βασικά νομικά ζητήματα και να έχουν τεθεί υπό επεξεργασία τα πραγματικά ζητήματα, που χρήζουν τεχνικών αναλύσεων και παρατηρήσεων.
Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης στη φορολογική αρχή, η οποία, εν συνεχεία, διαβιβάζεται μαζί με τις απόψεις της και όλα τα σχετικά έγραφα στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης. Η απόφαση της Υπηρεσίας οφείλει να εκδοθεί ή να κοινοποιηθεί στο φορολογούμενο εντός εξήντα (60) ημερών, άλλως τεκμαίρεται, ότι έχει απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση του φορολογούμενου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου που εξέδωσε η Φορολογική Αρχή είναι απαράδεκτη. Ως παραδεκτή νοείται μόνον η άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης ή της σιωπηρής απόρριψης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Περαιτέρω, επιδίωξη της ως άνω διατάξεως συνιστά η είσπραξη δημοσίων εσόδων, τα οποία μέχρι τούδε έχει κατασταθεί άκρως δυσχερές να εισπραχθούν ή – πάντως – εισπράττονται με μεγάλες καθυστερήσεις. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με την άμεση βεβαίωση της οφειλής σε ποσοστό 50% επί του αμφισβητούμενου από το φορολογούμενο ποσού που αναγράφεται στην πράξη, το οποίο και εισπράττεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Η βεβαίωση και είσπραξη του ως άνω οφειλόμενου ποσού δεν θέτει εκποδών το δικαίωμα του φορολογούμενου να καταθέσει ενώπιον της Υπηρεσίας αίτημα αναστολής της πληρωμής που έχει βεβαιωθεί και οφείλεται, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Αρχή, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3 επιδιώκεται η τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του ισχύοντος άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., προκειμένου κατά βάση να επιτευχθεί η ομαλή μετάβαση από την Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, η οποία διατηρείται σε ισχύ μέχρι τις 31.7.2013, στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης η οποία τίθεται σε ισχύ από την 1.8.2013. Επιπλέον, το ως άνω άρθρο υπόκειται σε τροποποιήσεις που αφορούν την οριακή βελτίωση των ήδη ισχυουσών διαδικασιών καθώς και τη νομοτεχνική τακτοποίηση των διατάξεων αυτών για συστηματικούς λόγους.

Υποπαράγραφος Α.6. : Τροποποίηση των διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής επιδιώκεται η προώθηση της οικειοθελούς συμμόρφωσης των υποκείμενων στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Για το σκοπό αυτό ορίζεται ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλλουν ορθές περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, ακόμη και στην περίπτωση που αδυνατούν να καταβάλλουν το σύνολο του οφειλόμενου φόρου, καταβάλλοντας μόνο το συμβολικό ποσό των δέκα (10) ευρώ. Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό στην περίπτωση της εμπρόθεσμης δήλωσης θα βεβαιώνεται και θα καταβάλλεται σε δύο δόσεις στο τέλος του ίδιου και επόμενου αντίστοιχα μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η δήλωση. Το ποσό της δεύτερης δόσης επιβαρύνεται κατά δύο τοις εκατό (2%). Για την καταβολή του ποσού αυτού θα ακολουθούνται οι υφιστάμενες διαδικασίες για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών. Στην περίπτωση της εκπρόθεσμης δήλωσης το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό καταβάλλεται στο τέλος του μήνα για τον οποίο υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος.
Παράλληλα προβλέπεται ότι σε περίπτωση ελέγχου, δεν θα μειώνεται ο πρόσθετος φόρος κατά το συμβιβασμό, καθώς και ότι δεν θα παρέχεται η δυνατότητα καταβολής σε δόσεις του κύριου και πρόσθετου φόρου, τόσο στην περίπτωση επίτευξης συμβιβασμού μετά την καταβολή του 1/5, όσο και στην περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή, ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής. Επίσης προβλέπεται ότι ο φόρος που βεβαιώνεται με βάση έλεγχο δεν είναι δυνατόν να υπαχθεί σε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σύμφωνα με το ν. 2648/1998 περί διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων βεβαιωμένων οφειλών και κάθε άλλης ισχύουσας σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.
Με τον τρόπο αυτό κάθε επιχείρηση έχει όφελος να υποβάλλει ειλικρινείς περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, εκμεταλλευόμενη τις σχετικές διατάξεις για τμηματική καταβολή των ποσών που αδυνατεί να καταβάλλει με την υποβολή της δήλωσης. Παράλληλα η φορολογική διοίκηση θα γνωρίζει με περισσότερη ακρίβεια τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων και θα είναι σε θέση να επιδιώξει την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών με ασφαλέστερο τρόπο και ο ελεγκτικός μηχανισμός θα έχει τη δυνατότητα να επικεντρώσει τις προσπάθειές του στην καταπολέμηση της πραγματικής φοροδιαφυγής.

Ειδικότερα
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1, δίνεται η δυνατότητα υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ με την καταβολή τουλάχιστον δέκα (10) ευρώ, με ταυτόχρονη βεβαίωση και υποχρέωση καταβολής του υπόλοιπου οφειλόμενου φόρου σε δύο δόσεις στην περίπτωση εμπρόθεσμης δήλωσης μέχρι το τέλος του ίδιου και του επόμενου αντίστοιχα μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η δήλωση και στην περίπτωση εκπρόθεσμης δήλωσης στο τέλος του μήνα για τον οποίο υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος.  Η δεύτερη δόση επιβαρύνεται κατά δύο τοις εκατό (2%).  Με την διάταξη αυτή διασφαλίζεται η εκούσια συμμόρφωση των φορολογουμένων σχετικά με την υποχρέωσή τους για υποβολή περιοδικής δήλωσης. Παράλληλα επιτυγχάνεται ο προσδιορισμός των οφειλόμενων ποσών με μεγαλύτερη ακρίβεια γεγονός που διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την εισπραξιμότητα του φόρου και τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων. 
Οι διατάξεις της περίπτωσης 2 είναι νομοτεχνικού χαρακτήρα και με αυτές ορίζεται ότι οι υποκείμενοι στο φόρο, οι οποίοι ενεργούν αποκλειστικά πράξεις για τις οποίες δεν τους παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης, τα νομικά πρόσωπα που δεν υπάγονται στο φόρο, καθώς και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ, έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν περιοδική δήλωση μόνο στις φορολογικές περιόδους κατά τις οποίες πραγματοποιούν ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών ή λήψη υπηρεσιών.  Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής εκκαθαριστικής δήλωσης.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3, τροποποιούνται οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 38 του Κώδικα ΦΠΑ και δίδεται η δυνατότητα με υπουργική απόφαση να ορίζεται μεγαλύτερη ή μικρότερη φορολογική περίοδος η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός, για την υποβολή της περιοδικής δήλωσης.  Επίσης ορίζεται ότι η χορηγούμενη παράταση, της καταληκτικής προθεσμίας υποβολής των περιοδικών ή εκκαθαριστικών δηλώσεων ή ανακεφαλαιωτικών πινάκων στις περιπτώσεις ειδικών συνθηκών, εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας και ισχύει από το χρόνο έκδοσής της.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 4 καταργείται η δυνατότητα μείωσης του πρόσθετου φόρου στην περίπτωση διοικητικού η δικαστικού συμβιβασμού καθώς και η υπαγωγή σε οποιαδήποτε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στην περίπτωση πράξεων  προσδιορισμού του φόρου (που αφορούν σε τακτικό έλεγχο). Στόχος των διατάξεων αυτών είναι η παροχή κινήτρου για την υποβολή ειλικρινών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 5 καταργείται η δυνατότητα μείωσης του πρόσθετου φόρου στην περίπτωση διοικητικού η δικαστικού συμβιβασμού καθώς και η υπαγωγή σε οποιαδήποτε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στην περίπτωση προσωρινών πράξεων  προσδιορισμού του φόρου. Στόχος των διατάξεων αυτών είναι η παροχή κινήτρου για την υποβολή ειλικρινών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 6 καταργείται η παράγραφος 2 του άρθρου 53 του Κώδικα ΦΠΑ και αυτή ενσωματώνεται, τροποποιημένη, στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση 7.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 7 τροποποιούνται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 53 του Κώδικα ΦΠΑ, ως απόρροια της δυνατότητας υποβολής περιοδικής δήλωσης με καταβολή ελάχιστου ποσού 10 ευρώ.  Επίσης με τις διατάξεις αυτές ορίζεται, ότι στην περίπτωση προσωρινής πράξης προσδιορισμού, αν δεν επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκηθεί από τον υπόχρεο εμπρόθεσμη προσφυγή, βεβαιώνεται το σύνολο του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα και στην παράγραφο 4 του άρθρου 50 του Κώδικα ΦΠΑ.  Επίσης ορίζεται ότι στην περίπτωση πράξης προσδιορισμού που αφορά τακτικό έλεγχο και εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 49 του Κώδικα ΦΠΑ, βεβαιώνεται το σύνολο του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου, ωστόσο στην περίπτωση αυτή, η είσπραξη του 50% του ποσού που βεβαιώθηκε αναστέλλεται έως την κοινοποίηση στη Δ.Ο.Υ. της οριστική πρωτόδικης απόφασης.  Με την διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα συνολικής βεβαίωσης του φόρου ακόμα και στην περίπτωση άσκησης της προσφυγής.
Οι διατάξεις της περίπτωσης 8 τροποποιούν τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του Κώδικα ΦΠΑ και με αυτές ορίζεται ότι και στην αναστολή του φόρου που προβλέπεται στην περίπτωση β) της παραγράφου 1 του άρθρου 53, όπως τροποποιείται με την περίπτωση 7 της παρούσας υποπαραγράφου, βεβαιώνεται ταμειακά το ποσό αυτό.
Οι διατάξεις της περίπτωσης 9 είναι νομοτεχνικού χαρακτήρα και με αυτές ορίζεται ότι φόρος που έχει ήδη βεβαιωθεί, κατά το ποσό που δεν οφείλεται με βάση οριστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, εκπίπτεται ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 10 που αφορούν το άρθρο 54 του Κώδικα ΦΠΑ, καταργούνται οι διατάξεις που αφορούν την τμηματική καταβολή του φόρου στην περιοδική δήλωση, όπως ισχύει σήμερα. Περαιτέρω με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του Κώδικα ΦΠΑ καταργείται η δυνατότητα καταβολής του φόρου με δόσεις, στην περίπτωση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή δικαστικού συμβιβασμού ή λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης προσφυγής που αφορούν πράξεις προσδιορισμού του φόρου.  Με τη διάταξη αυτή οι ειλικρινείς φορολογούμενοι αντιμετωπίζονται με ευνοϊκότερο τρόπο από τα πρόσωπα που δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν ανακριβείς περιοδικές δηλώσεις.
Με την περίπτωση 11 ρυθμίζονται ζητήματα εφαρμογής κατά τη μεταβατική περίοδο εφαμρογής των διατάξεων της υποπαραγράφου αυτής.

Υποπαράγραφος Α7: Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Α.)

Για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος, που συνίστανται στην αποφυγή της απόκλισης από τον τεθέντα στόχο για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την εξ αυτής ενεργοποίηση των ρητρών αυτόματης διόρθωσης, αποφασίστηκε από την Κυβέρνηση, αποκλειστικά για το έτος 2013, η επιβολή έκτακτου ειδικού τέλους υπέρ του Δημόσιου στις ηλεκτροδοτούμενες επιφάνειες ακινήτων (ΕΕΤΑ).
Η επιβολή του ανωτέρω έκτακτου και κατεπείγοντος χαρακτήρα μέτρου δημοσιονομικής εξυγίανσης αποφασίστηκε με κριτήριο την καθολικότητα, την αναλογικότητα και την προσφορότητα, ως το λιγότερο επαχθές, δεδομένων των δημοσιονομικών του κράτους στη συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία και ως επιβαλλόμενο σε περιουσία, της οποίας η πραγματική αξία εξαρτάται απολύτως από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και από την εθνική δημοσιονομική ανεξαρτησία της χώρας.  
Ειδικότερα :
– με τις περ. 1 και 2, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 78 του Συντάγματος, ορίζεται η φύση του ΕΕΤΑ, ο χρόνος και το αντικείμενο επιβολής αυτού, και ορίζεται συγκεκριμένα ότι αντικείμενο του τέλους είναι οι ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες ακινήτων οποιασδήποτε μορφής, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι αποπερατωμένες ή μη και ανεξάρτητα από την ορθή αναγραφή τους στους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος.
– με τις περ. 3 και 4 καθορίζεται το υποκείμενο του ΕΕΤΑ, το οποίο είναι ο κύριος ή ο επικαρπωτής του ακινήτου, ενώ υπόχρεος για την καταβολή του καθίσταται ο χρήστης αυτού κατά την ημερομηνία έκδοσης του λογαριασμού κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος που περιλαμβάνει ΕΕΤΑ. Αν ο χρήστης είναι μισθωτής, με την καταβολή του τέλους επέρχεται αυτοδικαίως συμψηφισμός με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Η διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και κατισχύει κάθε άλλης αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, με εξαίρεση τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986, στις οποίες ο μισθωτής έχει το δικαίωμα αγοράς του ακινήτου κατά τη λήξη της μίσθωσης.
– με την περ. 5 ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ΕΕΤΑ, ο οποίος είναι προοδευτικός, με την εφαρμογή 10 συντελεστών από 0,5 έως και 16 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την τιμή ζώνης στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, και με συντελεστή προσαύξησης για τα νεόδμητα κτίρια της τελευταίας 25ετίας. Τα στοιχεία υπολογισμού του τέλους, ήτοι το εμβαδό της δομημένης επιφάνειας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, όπως αυτά αναγράφονται στη βάση πληροφοριών του ΔΕΔΔΗΕ, σύμφωνα με τα οποία υπολογίζεται το τέλος ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) της παρ. 24 του ν. 2130/1993. Επιπλέον ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ΕΕΤΑ σε περίπτωση μη αναγραφής τιμής ζώνης στη βάση πληροφοριών του ΔΕΔΔΗΕ και αναγραφής μηδενικής τιμής στα τετραγωνικά μέτρα του ΤΑΠ, καθώς και η περίπτωση που τα τετραγωνικά μέτρα του ΤΑΠ είναι υπερδιπλάσια εκείνων που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών ή δημοτικών φόρων. 
Περαιτέρω προβλέπεται αποκλειστική προθεσμία, μέσα στην οποία τυχόν λάθη στα στοιχεία υπολογισμού του τέλους μπορούν να διορθωθούν από τους πολίτες στον αρμόδιο Δήμο. Σε διαφορετική περίπτωση τεκμαίρεται ότι οι πολίτες αποδέχονται τα στοιχεία ως ακριβή. Επιπλέον ορίζεται προθεσμία, μέσα στην οποία όλοι οι δήμοι  οφείλουν να ελέγξουν εάν τα τετραγωνικά μέτρα είναι συμπληρωμένα και οι τιμές ζώνης είναι οι ορθές και  να αποστείλουν στο ΔΕΔΔΗΕ  τις καταστάσεις αυτές.
Επίσης, ορίζεται ότι στην περίπτωση που δεν επιβλήθηκε ΕΕΤΑ ή εάν αυτό υπολογίστηκε μειωμένο, διενεργείται βεβαίωση αυτού στον κατά περίπτωση υπόχρεο στο τέλος.
Τέλος, περιλαμβάνεται ειδική ρύθμιση για υπολογισμό των ακινήτων που δεν έχουν οικιακή χρήση, με μειωμένους συντελεστές 30% και 60%, για το εμβαδόν τους που υπερβαίνει τα 1.000 και τα 2.000 τ.μ. αντίστοιχα.
– Στην περ. 6 ορίζεται ρητά ο τρόπος υπολογισμού του ΕΕΤΑ.
– Στην περ. 7 καθορίζονται οι υποκειμενικές και αντικειμενικές απαλλαγές από το ΕΕΤΑ. Συγκεκριμένα, στο τέλος δεν υπόκεινται τα ακίνητα που ανήκουν :
α) στο Ελληνικό Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλην των οριζόμενων στην υποπερ. β’ νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οργανισμούς  τοπικής αυτοδιοίκησης, και τις δημοτικές επιχειρήσεις,
β) στα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα της περ. ιγ της παρ. 1 του άρθρου 129 του ν. 3842/2010, στα  οποία περιλαμβάνονται και όσα έχουν περιβληθεί τον τύπο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αποκλειστικά για τα ακίνητα ιδιοχρησιμοποιούν για να επιτελούν το λατρευτικό, εκπαιδευτικό, θρησκευτικό και κοινωφελές έργο τους. 
γ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης στ’ της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των θρησκευτικών, εκκλησιαστικών, φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή κοινωφελών σκοπών τους. 
δ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης στ’ της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως γήπεδα ή χώροι αθλητικών εγκαταστάσεων για την πραγματοποίηση των αθλητικών τους σκοπών και
ε) σε ξένα κράτη, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση πρεσβειών και προξενείων,  υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
– Στην περ. 8 ορίζονται επιπλέον απαλλαγές για :
α) τους κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικιών, τους κοινόχρηστους χώρους των κύριων τουριστικών καταλυμάτων.
β) τα διατηρητέα ακίνητα, που δε χρησιμοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο (ιδιοχρησιμοποίηση, μίσθωση, δωρεάν παραχώρηση κ.λπ.)
γ) τα αρχαία μνημεία, τα ιστορικά διατηρητέα μνημεία ή έργα τέχνης και οι χώροι ιστορικών ή αρχαιολογικών μνημείων, ανεξάρτητα από το εάν αυτά ιδιοχρησιμοποιούνται, μισθώνονται, παραχωρούνται δωρεάν ή είναι κενά.
δ) τα ακίνητα που αφορούν σε γεωργική ή βιομηχανική χρήση, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται αποκλειστικά από το εάν στο πεδίο χρήσης του συστήματος «ΕΡΜΗΣ» του ΔΕΔΔΗΕ αναγράφονται οι κωδικοί αριθμοί χρήσης 3 και 4 αντίστοιχα.
– Στις περ. 9, 10 και 11 λαμβάνεται ειδική πρόνοια, απαλλαγή ή χρήση μειωμένου συντελεστή για τον υπολογισμό του τέλους, για τις ευπαθείς κοινωνικά ομάδες, ήτοι τους άνεργους, τους πολύτεκνους και τα άτομα με αναπηρία και ορίζονται οι ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν ανά περίπτωση.
– Στην περ. 12 ορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης του τέλους, η αρμόδια Δ.Ο.Υ για θέματα ΕΕΤΑ, το πρόσωπο στο οποίο αυτό βεβαιώνεται καθώς και η διαδικασία επιστροφής τυχόν μη οφειλόμενου καταβληθέντος τέλους.
– Στην περ. 13 ορίζεται ότι το ΕΕΤΑ εισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις στους λογαριασμούς που εκδίδονται  από αυτούς από τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους μέχρι το Φεβρουάριο του 2014  και καθορίζεται η τύχη του ΕΕΤΑ  σε περιπτώσεις διακανονισμού ή ρύθμισης των οφειλών ηλεκτρικού ρεύματος.
– Στην περ. 14 ορίζεται ο χρόνος απόδοσης του ΕΕΤΑ στο Ελληνικό Δημόσιο και οι συνέπειες τυχόν καθυστέρησης απόδοσής του, θεσπίζεται η δυνατότητα του Ελληνικού Δημοσίου να ζητά χρηματικές προκαταβολές από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και μέχρι 25% του προς είσπραξη ποσού, καθορίζεται ποσοστό παρακράτησης 0,25% επί των εισπράξεων υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι είναι επιπλέον υποχρεωμένοι να  θέτουν στη διάθεση του Υπουργείου Οικονομικών προκειμένου να ελέγχεται η ορθή επιβολή του ΕΕΤΑ.
– Στην περ. 15 καθορίζεται ο χρόνος διαγραφής των υπόχρεων καταναλωτών  ως προς το ΕΕΤΑ καθώς και ο τρόπος της βεβαίωσης του ΕΕΤΑ στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.
Επίσης ορίζεται ρητά η δυνατότητα αποκοπής, οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο, του ΕΕΤΑ από το λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος,  καθώς και οι προϋποθέσεις για τη βεβαίωση του τέλους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. 
– Στην περ. 16 λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τους οικονομικά αδύναμους πολίτες, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις περ. 9, 10 και 11  του εν λόγω άρθρου. Συγκεκριμένα δίνεται η δυνατότητα στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., εφόσον ο υπόχρεος σε ΕΕΤΑ, ο οποίος πρέπει να  είναι και χρήστης του ακινήτου, δεν έχει άλλα ακίνητα στην κυριότητά του και διαβιεί υπό μειονεκτικά κοινωνικά συνθήκες, να αποφασίσει είτε την καταβολή του τέλους σε περισσότερες από τις προβλεπόμενες δόσεις είτε και τον περιορισμό αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, κατά της εν λόγω απόφασης παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ένστασης στην τριμελή επιτροπή που ορίζεται στις διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011.
 – Στην περ. 17 προβλέπεται ότι με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία για την είσπραξη του ΕΕΤΑ μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία επιστροφής του τέλους, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων των περ. 9, 10 και 11 της υποπαραγράφου Α.7., καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου.

Υποπαράγραφος Α.8.: Ρυθμίσεις Φόρου Ακίνητης Περιουσίας

περίπτωση 1: Θεωρήθηκε απαραίτητο, για λόγους ισότητας και χρηστής διοίκησης, να καταργηθεί η διάταξη της περ. ε της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία, ως προς τα νομικά πρόσωπα, φορολογείται με μικρότερο συντελεστή (1‰) η αξία των κτιρίων, τα οποία είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία ή ως έργα τέχνης, που χρήζουν ειδικής προστασίας, από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Η συγκεκριμένη διάταξη, που εισάγει διαφοροποίηση σε σχέση με το συντελεστή φορολόγησης και θέτει σε δυσμενέστερη θέση τα  λοιπά νομικά πρόσωπα που έχουν διατηρητέα κτίρια ή κτίρια που χρήζουν ειδικής προστασίας από άλλα Υπουργεία, αφορά ελάχιστες περιπτώσεις που δε δικαιολογούν τη διαφορική νομοθετική αντιμετώπιση.
περίπτωση 2: Με την προτεινόμενη διάταξη παρατείνεται και για το έτος 2013 ο υπολογισμός του ΦΑΠ με συντελεστή 0,33‰ για τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων – νομικών προσώπων και η μη εφαρμογή του ελάχιστου ορίου του ενός  ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο των κτισμάτων.
περίπτωση 3: Για λόγους χρηστής διοίκησης και για να μπορέσουν οι φορολογούμενοι να αντεπεξέλθουν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, κρίθηκε απαραίτητο να οριστούν επτά (7) μηνιαίες δόσεις καταβολής του Φ.Α.Π. για τα έτη 2011 και 2012, η εκκαθάριση των οποίων αναμένεται να πραγματοποιηθεί μέσα στο έτος 2013, και τέσσερις (4) μηνιαίες δόσεις για την καταβολή του ΦΑΠ  έτους 2013.
περίπτωση 4: Με την προσθήκη της διαδικαστικού περιερχομένου διάταξης, διευκρινίζεται ο συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου (ΣΑΟ) που λαμβάνεται για τον υπολογισμό της αξίας οικοπέδου, στις δηλώσεις ΦΑΠ φυσικών προσώπων.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β΄
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Υποπαράγραφος Β.1. Μεταφορά αρμοδιοτήτων στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων

Η εξασφάλιση μιας ευέλικτης και αποτελεσματικής φορολογικής διοίκησης συνιστά τον αναμφίλεκτο και συστηματικά επιδιωκόμενο σκοπό μιας σειράς νομοθετικών παρεμβάσεων που έχουν λάβει χώρα τα τελευταία χρόνια στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία και η αποδοτικότητα στον ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των δημοσίων εσόδων, μεταβιβάζονται επιπλέον αρμοδιότητες στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Οι νέες διατάξεις συμβάλλουν στην ενίσχυση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, η οποία είναι απαραίτητη για την επιτάχυνση των οργανωτικών αλλαγών, τη βελτίωση της ποιότητας του προσωπικού και των λειτουργικών διαδικασιών, ενώ παράλληλα επιδιώκεται και η αντιμετώπιση ενδεχόμενων πολιτικών επιρροών, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
Συγκεκριμένα, με την περίπτωση 3α, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) μεταφέρονται οι αρμοδιότητες, το προσωπικό και οι διαθέσιμοι πόροι των ακόλουθων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) που αφορούν στην άσκηση της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης:
i.    Διεύθυνση Εφαρμογών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ 30), με την εξαίρεση των Τμημάτων Προϋπολογισμού και Δημοσίων Δαπανών, Μισθοδοσίας και Συντάξεων
ii.    Διεύθυνση Εισαγωγής και Ελέγχου στοιχείων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ 32).
Με αυτόν τον τρόπο, όλες οι αρμοδιότητες της ΓΓΠΣ που σχετίζονται με είσπραξη εσόδων μεταφέρονται στη ΓΓΔΕ και ως εκ τούτου ενοποιείται ο τομέας των δημοσίων εσόδων και, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις, επιδιώκεται η ημιαυτονομία της ΓΓΔΕ.
Περαιτέρω, με την υποπερίπτωση β’ της περίπτωσης 3 που προστίθεται στην υποπαράγραφο Ε.2. του ν. 4093/2012 (Α’ 222) μεταφέρονται οι αρμοδιότητες προληπτικού ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και προσωρινού φορολογικού ελέγχου, ο έλεγχος εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και το προσωπικό και οι πόροι που είναι αναγκαίοι για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Στόχος της διάταξης είναι η μεταφορά όλων των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με είσπραξη δημοσίων εσόδων υπό μία ενιαία διοίκηση, τη ΓΓΔΕ. Με το ίδιο σκεπτικό επιτρέπεται στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΓΓΔΕ να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες κατά την άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με τη νέα περίπτωση 3γ. Εξίσου δε συμβάλλει στην αυτονομία της ΓΓΔΕ η προβλεπόμενη μεταφορά σε αυτήν της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Οικονομικών (περίπτωση 3δ).
Περίπτωση 2: Επίσης, με την υποπερίπτωση (9) μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα να αποφασίζει ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων τις προϋποθέσεις πρόσληψης προσωπικού, πάντοτε υπό την απαραίτητη εγγύηση και τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.. Σκοπός της ως άνω διάταξης είναι η διασφάλιση της αυτονομίας του ΓΓΔΕ και της αποδοτικότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πάντοτε υπό την αίρεση διασφαλίσεως της διαφάνειας των αποφάσεων της διοίκησης.
Προς την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η υποπερίπτωση (10) βάσει της οποίας παρέχεται στον ΓΓΔΕ η δυνατότητα να καθορίζει ειδικό σύστημα προαγωγών, βαθμολογικής και υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαλλήλων της ΓΓΔΕ κατά παρέκκλιση των κριτηρίων και της διαδικασίας του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) και κάθε άλλης διάταξης. Η κρίση του ΓΓΔΕ δεν είναι ανέλεγκτη, καθότι το εν λόγω ειδικό σύστημα καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται μετά από πρόταση του ΓΓΔΕ. Η νέα διάταξη επιτρέπει στον Γενικό Γραμματέα να αποφασίζει με γνώμονα τις ικανότητες των προσώπων την προαγωγή και εξέλιξη τους, χωρίς αναγκαστικά να απαιτείται η πλήρωση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας.
Εν συνεχεία στην περίπτωση 3 συστήνεται Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της ΓΓΔΕ, το οποίο αναφέρεται στον Υπουργό Οικονομικών (στοιχείο δ). Στόχος της ρύθμισης αυτής είναι η δημιουργία ενός συμβουλευτικού οργάνου, το οποίο συμβουλεύει σε σημαντικά ζητήματα φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης, ελέγχει την επίδοση της φορολογικής διοίκησης, την υποστηρίζει στις σχέσεις της με άλλους φορείς και επιβεβαιώνει ότι ο ΓΓΔΕ ασκεί τις εξουσίες του δεόντως.
Τέλος, ορίζεται στην περίπτωση 4 ότι με αποφάσεις του ΓΓΔΕ, ύστερα από γνώμη του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που διατυπώνεται εντός δεκατεσσάρων ημερών, μπορεί να καθορίζεται ή να ανακαθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση, ειδικά, των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και να συστήνονται ή να καταργούνται ή να συγχωνεύονται ή να αναστέλλεται η λειτουργία οργανικών μονάδων επιπέδου αυτοτελούς γραφείου ή αυτοτελούς τμήματος ή τμήματος ή υποδιεύθυνσης ή διεύθυνσης. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο ΓΓΔΕ να καθορίζει την εσωτερική διάρθρωση της ΓΓΔΕ ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες, βελτιώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την αποτελεσματικότητα της ΓΓΔΕ.

Υποπαράγραφοι Β.2. – Β.10. – Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων

Βασικός ρόλος της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων, είναι να ανταποκριθεί επιτυχώς στις προκλήσεις που θέτει η ποικιλομορφία των νομοθετημάτων και των διοικητικών πράξεων που δύναται να εμπεριέχουν μέτρα κρατικών ενισχύσεων, καθώς και στην επιταγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για πληρέστερο έλεγχο από Ελληνικής πλευράς των κρατικών ενισχύσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές στοχεύουν στην αποδοτικότερη εφαρμογή του πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων, ώστε να προληφθούν οι συνέπειες από την χορήγηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων τόσο για τους αποδέκτες αυτών όσο και για τη Χώρα.
Παράλληλα συστήνεται δίκτυο συνεργαζόμενων φορέων μεταξύ των Υπουργείων προκειμένου να δημιουργηθεί αποτελεσματικότερο πλαίσιο συνεργασίας, το οποίο θα διευκολύνει τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων.

Υποπαράγραφος Β.2. Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων

Στην περίπτωση 1 καταγράφονται επιγραμματικά και αναλύονται, οι αρμοδιότητες της υπό σύσταση μονάδας.
Η μονάδα αναλαμβάνει στο σύνολο τους τις αρμοδιότητες που σχετίζονται με την εφαρμογή των κανόνων δικαίου περί ανταγωνισμού της ΕΕ όσον αφορά στις κρατικές ενισχύσεις, λαμβάνοντας υπόψη  το δημόσιο συμφέρον και τις εκτιμώμενες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, αποτελώντας παράλληλα το κεντρικό σημείο επαφής με την ΕΕ για θέματα κρατικών ενισχύσεων.
Πιο συγκεκριμένα συμμετέχει στη διαμόρφωση και τον έλεγχο της πολιτικής των κρατικών ενισχύσεων κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 106, 107 και 108 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ. Επίσης, συνεργάζεται με τους αρμόδιους φορείς προκειμένου να ελέγξει και να συντονίσει το σύνολο των ενεργειών τους ως προς την από πλευράς τους διατύπωση τεκμηριωμένων και εμπρόθεσμων απαντήσεων προς την ΕΕ. Επιπρόσθετα μεριμνά σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, για την κοινοποίηση προς την ΕΕ όλων των μέτρων που ενδέχεται να συνιστούν κρατική ενίσχυση. Τέλος δύναται να παρέχει εκπαίδευση και τεχνογνωσία καθώς και πάσης φύσεως κατευθυντήριες γραμμές, σε θέματα κρατικών ενισχύσεων.

Υποπαράγραφος Β.3. : Στελέχωση της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.3. θεσπίζεται ρύθμιση για την οργάνωση και το προσωπικό της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων.
Συστήνεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών. Η μονάδα απαρτίζεται από Προϊστάμενο – Διευθυντή και υπαλλήλους όλων των κλάδων κατηγοριών και ειδικοτήτων του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και αποσπασμένους σε αυτό από τον δημόσιο ή ευρύτερο Δημόσιο τομέα και τις Ανεξάρτητες Αρχές. Επίσης δύναται να απασχολεί  δικηγόρους με έμμισθη εντολή προσληφθέντες στο Υπουργείο Οικονομικών. Ανάλογα με τις ανάγκες που θα προκύπτουν η μονάδα θα μεριμνά για την πρόσληψη μέσω της Διεύθυνσης Διοικητικού του Υπουργείου Οικονομικών μέσω ΑΣΕΠ Ειδικών Επιστημόνων οι οποίοι θα διορίζονται ως υπάλληλοι κατηγορίας Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού. Σε περίπτωση που οι κενές οργανικές θέσεις του Φορέα για τον συγκεκριμένο κλάδο δεν επαρκούν η μονάδα εισηγείται στην Διεύθυνση Οργάνωσης να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη σύσταση νέων θέσεων.
Ο αριθμός των υπαλλήλων που απαιτούνται για τις ανάγκες στελέχωσης της Υπηρεσίας ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, τα ειδικότερα ή πρόσθετα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα καθώς και η διαδικασία επιλογής αυτών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

 Υποπαράγραφος Β.4.: – Δίκτυο Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων

Με την υποπαράγραφο Β.4. : συστήνεται δίκτυο αποκεντρωμένων μονάδων κρατικών ενισχύσεων σε όλα τα Υπουργεία, αντικείμενο των οποίων είναι η προετοιμασία και η προώθηση σχεδίων για γνωμοδότηση ή και έγκριση από την μονάδα κρατικών ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Με τον τρόπο αυτό αξιοποιούνται και εντάσσονται στον συνολικό εθνικό σχεδιασμό, οι υφιστάμενες υπηρεσίες στα Υπουργεία. Η σύσταση του δικτύου κρατικών ενισχύσεων κρίθηκε απαραίτητη λόγω της πολυπλοκότητας  και της ιδιαιτερότητας των εκάστοτε μέτρων που αφορούν κρατικές ενισχύσεις. Το κάθε Υπουργείο οφείλει να μεριμνά για την τήρηση της διαδικασίας έγκρισης των μέτρων των κρατικών ενισχύσεων τα οποία θεσπίζει και των οποίων είναι αρμόδιο.
Η μορφή και η στελέχωση των ανωτέρω αποκεντρωμένων Μονάδων εξαρτάται από τον όγκο των υποθέσεων των κρατικών ενισχύσεων που ενίοτε διαχειρίζεται το κάθε Υπουργείο και οι εποπτευόμενοι φορείς του, σε περίπτωση δε, που δεν υφίσταται σχετική υπηρεσία, αποφασίζεται η σύστασή της με Κοινή Υπουργική Απόφαση του καθ΄ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση των αρμοδίων υπηρεσιών. 

Υποπαράγραφος Β.5. :Διυπουργική Επιτροπή Κρατικών Ενισχύσεων

Με την υποπαράγραφο Β.5. συγκροτείται διυπουργική  επιτροπή  κρατικών ενισχύσεων όπως προβλέπεται από το αρ. 15 παρ. 2β’ και το αρ. 16 παρ.6 του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (Α’ 98). Ως Πρόεδρος αυτής ορίζεται ο Υπουργός Οικονομικών και μέλη της οι Υπουργοί Εξωτερικών και Ανάπτυξης, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και από τους κατά περίπτωση Υπουργούς αναλόγως με το προς συζήτηση θέμα.
Αντικείμενο της επιτροπής είναι η λήψη αποφάσεων επί μείζονος σημασίας θεμάτων κρατικών ενισχύσεων και η διαπραγμάτευση αυτών με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και η  επίλυση διαφωνιών, κατά περίπτωση, μεταξύ των αρμόδιων φορέων και της μονάδας.
Η επιτροπή συνεδριάζει κατόπιν πρόσκλησης του προϊστάμενου της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του ΥΠΟΙΚ ο οποίος συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις αυτής ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι αποφάσεις της ανωτέρω επιτροπής είναι δεσμευτικές για όλους τους εμπλεκόμενους στο εκάστοτε υπό συζήτηση θέμα φορείς.

Υποπαράγραφος Β.6. : – Διαδικασία Γνωμοδότησης από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.6. περιγράφεται και αναλύεται, η διαδικασία αξιολόγησης των μέτρων που δύνανται  να περιέχουν μεταφορά και διάθεση κρατικών πόρων οποιασδήποτε μορφής για παράδειγμα δανείων, εγγυήσεων, χορηγήσεων, φορολογικών και άλλων απαλλαγών, αποκρατικοποιήσεων, επενδύσεων, προς δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, οπότε και συνιστούν πιθανά μέτρα κρατικών ενισχύσεων. Για το σύνολο των μέτρων αυτών γνωμοδοτεί η μονάδα κρατικών ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών χωρίς τη θετική γνώμη της οποίας κανένα μέτρο δεν μπορεί να υλοποιηθεί.

Υποπαράγραφος Β.7.: Υποστήριξη από ΚΔΕΟΔ

Με την υποπαράγραφο Β.7. παρέχεται τεχνική υποστήριξη από τη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ΚΔΕΟΔ, ως νπιδ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η οποία υποχρεούται να εξετάζει κατά προτεραιότητα τα θέματα που της υποβάλλονται από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων και τις Αποκεντρωμένες Μονάδες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας των υποπαραγράφων Β.2., Β.4. και Β.5.
Ειδικότερα η Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ΚΔΕΟΔ παρέχει εξειδικευμένες νομικές συμβουλές στην Κεντρική Μονάδα και στις Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων που χορηγούν ή που δύνανται να χορηγήσουν ενισχύσεις, προς τον σκοπό της πλήρους συμμόρφωσής τους με τους κοινοτικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται επαρκώς υπόψη, αφενός, οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, αφετέρου, η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.

Υποπαράγραφος Β.8. – Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων

Με την υποπαράγραφο Β.8. δημιουργείται Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων, στο οποίο θα συνδεθούν όλα τα υφιστάμενα καθώς και τα υπό προκήρυξη περιφερειακά συστήματα του δικτύου των Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων.
Το εν λόγω Σύστημα περιλαμβάνει όλες τι κρατικές ενισχύσεις που έχουν δοθεί στην Ελληνική Επικράτεια κατόπιν εγκριτικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις ενισχύσεις που έχουν δοθεί βάσει του Κανονισμού 1998/2006 (L 379/5 EL της 28.12.2006), καθώς και αυτές του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού 800/2008 (L 214/3 EL της 09.08.2008).
Ο σκοπός του Κεντρικού αυτού Πληροφοριακού Συστήματος είναι ιδιαίτερης σημασίας λόγω του ότι θα καταγράφονται ανά πάσα στιγμή όλες οι κρατικές ενισχύσεις που έχει λάβει η Ελλάδα (ad hoc και καθεστώτα), θα παρακολουθείται το μέγεθος των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί, η πορεία των κρατικών ενισχύσεων, όπως για παράδειγμα  η έναρξη ή η λήξη ενός καθεστώτος και  η σώρευση.

Υποπαράγραφος Β.9. – Εφαρμογή της υποχρέωσης ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.9.  περιγράφεται η διαδικασία σύμφωνα με την οποία πραγματοποιείται η ανάκτηση παράνομων και ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων.
Η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, σε συνεργασία με τις Αποκεντρωμένες Μονάδες, είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν την ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων.
Η ανάκτηση γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού 659/1999 «για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της Συνθήκης».
Σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις περιπτώσεις κρατικών ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να επιδιώκεται η επαναφορά της κατάστασης που υπήρχε στην αγορά πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης. Αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλιστεί ότι τηρούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού.
Η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση επιτυγχάνεται εφόσον οι επίμαχες ενισχύσεις επιστραφούν από τον αποδέκτη, ο οποίος χάνει το πλεονέκτημα που απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του. Για  το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων. Η ανάκτηση διέπεται από το εθνικό δίκαιο –δικονομική αυτοτέλεια, και η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της  απόφασης της Επιτροπής .
Σε περίπτωση που η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων δεν προσδιορίζει τους αποδέκτες της ενίσχυσης (π.χ. στην περίπτωση καθεστώτων ενισχύσεων που οι αποδέκτες είναι πολλοί), ο προσδιορισμός γίνεται από την Κεντρική Μονάδα σε συνεργασία με τις αποκεντρωμένες Μονάδες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 48 της υπ΄ αριθμ. 2007/C272/05 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αποτελεσματική εφαρμογή των ανακτήσεων (υποπερ. α’).
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων, οι Αποκεντρωμένες Μονάδες παρέχουν στην Κεντρική Μονάδα τις απαραίτητες πληροφορίες για τον  προσδιορισμό των τελικών αποδεκτών και υπολογίζουν το ποσό προς ανάκτηση (αρχικό ποσό και τόκους) καθώς και παίρνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της ανάκτησης σε συνεργασία και σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Μονάδας.

Υποπαράγραφος Β.10. : – Διαδικασία ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων

Στην υποπαράγραφο Β.10. περιγράφεται η διαδικασία της ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων από την Κεντρική Μονάδα σε συνεργασία με τις Αποκεντρωμένες Μονάδες.
Η απόφαση της Επιτροπής για ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων είναι δεσμευτική για όλα τα όργανα του κράτους, περιλαμβανομένων και των δικαστηρίων του. Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε όργανο που συμμετέχει στην εφαρμογή της απόφασης ανάκτησης πρέπει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης αυτής.
Η Κεντρική Μονάδα μόλις ενημερωθεί για την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί ανάκτησης παράνομων κρατικών ενισχύσεων  προσδιορίζει τις ενέργειες που θα οδηγήσουν στην ανάκτηση και ζητεί από τις Αποκεντρωμένες Μονάδες να τις υιοθετήσουν άμεσα (περ. 2). Οι αποκεντρωμένες Μονάδες υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις ενέργειες αυτές μέσα στην οριζόμενη προθεσμία και να αναφέρουν τα αποτελέσματα στην Κεντρική Μονάδα. Η Κεντρική Μονάδα ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις ενέργειες της και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενίσχυσης και συνεχίζει την τακτική ενημέρωση για την πορεία της ανάκτησης.
Οι ωφελούμενοι από την παράνομη κρατική ενίσχυση είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν το ποσό με τους αναλογούντες τόκους, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 22 του ν. 4002/2011, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού 659/1999 (περ. 3).
Η Κεντρική Μονάδα (περ. 4) επισημαίνει στις αποκεντρωμένες μονάδες ότι οφείλουν να αναστείλουν την πληρωμή νέας συμβιβάσιμης ενίσχυσης σε οποιονδήποτε αποδέκτη οφείλει να επιστρέψει παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση που υπόκειται σε προηγούμενη απόφαση ανάκτησης μέχρις ότου ο εν λόγω αποδέκτης έχει επιστρέψει την παλαιά παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση (νομολογία Deggendorf).
Εφαρμόζεται η Εθνική πτωχευτική νομοθεσία (περ. 5), σύμφωνα με την οποία οι απαιτήσεις ανάκτησης πρέπει να έχουν την ίδια σειρά προτεραιότητας (κατάταξη) με τις εθνικές απαιτήσεις. Ασκούνται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι διαχειριστές της πτώχευσης σε περίπτωση που οι τελευταίοι αρνούνται α εγγράψουν τις απαιτήσεις ανάκτησης ή τις εγγράφουν με εσφαλμένη σειρά προτεραιότητας.
Η εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών δεν θα πρέπει να παρεμποδίζει την αποκατάσταση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού παρεμποδίζοντας την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής (περ. 6).
Οι εθνικές διαδικασίες οι οποίες παρεμποδίζουν την άμεση επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και παρατείνουν το πλεονέκτημα αθέμιτου ανταγωνισμού που προκύπτει από την παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του διαδικαστικού κανονισμού 659/1999.
Ο αποδέκτης της ενίσχυσης, ο οποίος έχει αναμφίβολα το δικαίωμα προσβολής της απόφασης ανάκτησης της Επιτροπής ενώπιον κοινοτικών δικαστηρίων δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων με το σκεπτικό, ότι η απόφαση ήταν παράνομη, αλλά πρέπει να έχει προηγουμένως ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφ’ όσον και καθ’ ο μέρος αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης αυτής. Απόρροια της απόφασης αυτής είναι, ότι ο αποδέκτης της ενίσχυσης, ο οποίος θα μπορούσε να είχε ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων από κοινοτικά δικαστήρια και δεν το έπραξε δεν μπορεί να ζητήσει την αναστολή των μέτρων που έχουν ληφθεί από εθνικές αρχές για την εφαρμογή της απόφασης αυτής για λόγους που συνδέονται με το κύρος της εν λόγω απόφασης.
Ωστόσο, στις περιπτώσεις που δεν είναι αυτονόητο, ότι μία προσφυγή ακύρωσης που υποβάλλεται από τον αποδέκτη κατά της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν παραδεκτή, πρέπει να χορηγηθεί η δέουσα νομική προστασία στον αποδέκτη της ενίσχυσης. 
Στην περίπτωση που ο αποδέκτης ζητά επίσης τη λήψη προσωρινών μέτρων όσον αφορά τα εθνικά μέτρα που εκδόθηκαν για την εφαρμογή της απόφασης ανάκτησης λόγω της εικαζόμενης έλλειψης νομιμότητας της απόφασης ανάκτησης της Επιτροπής, ο εθνικός δικαστής θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσο η εξεταζόμενη υπόθεση πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίστηκαν από το ΔΕΚ στις υποθέσεις Zuckerfabrik και Atlanta. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, προσωρινά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από το εθνικό δικαστήριο μόνο:
α) Εφόσον το δικαστήριο αυτό έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και εφόσον, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλλει σχετικό ερώτημα
β) Εφόσον συντρέχει περίπτωση επείγοντος υπό την έννοια ότι τα προσωρινά μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να μην υποστεί ο αιτών σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημιά
γ) Εφόσον το εν λόγω δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας και
δ) Εφόσον, κατά την εκτίμηση όλων αυτών των προϋποθέσεων, το εθνικό δικαστήριο σέβεται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της νομιμότητας της κοινοτικής πράξης  ή διάταξη εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για τη λήψη, στο κοινοτικό επίπεδο παρομοίων προσωρινών μέτρων.
Με την περίπτωση 7, στη δυνατότητα ανάκλησης ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, με ασκηθείσα αίτηση αναστολής στηριζόμενη σε νέα στοιχεία προστίθεται δυνατότητα ανάκλησης στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε., ύστερα από αίτηση δικαστικής προστασίας κατά απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την οποία έχει διαταχθεί η ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης.
Η προτεινόμενη στην περίπτωση 8 τροποποίηση κρίθηκε απαραίτητη προκειμένου να υλοποιηθεί η κοινοτική επιταγή του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού «βασικοί κανόνες ανάκτησης» 659/1999, το οποίο ρητά ορίζει ότι: «η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον αυτές εξασφαλίζουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Διασφαλίζεται, ότι η ανάκτηση διενεργείται σε κάθε περίπτωση εντός της προθεσμίας που θέτει η απόφαση της Επιτροπής, χωρίς δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να παρεκκλίνουν από αυτή.».
Επιπλέον διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που με την ίδια απόφαση ανάκτησης έχουν κριθεί ως μη συμβατές με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις που αφορούν διαφορετικές δραστηριότητες του ίδιου νομικού προσώπου, οι οποίες από τη φύση τους εμπίπτουν στην εποπτεία και αρμοδιότητα διαφορετικών υπηρεσιών (π.χ. φορολογικές ρυθμίσεις, ασφαλιστικές, παραγωγικές), αρμόδια υπηρεσία για την πρόσκληση προς καταβολή και στη συνέχεια τη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου είναι η υπηρεσία που εποπτεύει την κύρια δραστηριότητα του νομικού προσώπου (ανεξαρτήτως του ύψους του ανακτητέου ποσού). Οι υπηρεσίες στην αρμοδιότητα των οποίων εμπίπτουν οι λοιπές δραστηριότητες του νομικού προσώπου υποχρεούνται να προσδιορίσουν εγκαίρως και να ενημερώσουν την κατά τα ανωτέρω αρμόδια υπηρεσία για τα ανακτητέα ποσά που αφορούν τις εποπτευόμενες από αυτές δραστηριότητες.
Στην υποπαράγραφο Β.11. ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το μεταβατικό στάδιο των υφισταμένων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών μέχρι την πλήρη λειτουργίας της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ΄-
ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΚΤΙΜΗΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Σκοπός της παραγράφου Γ είναι η ρύθμιση της πρόσβασης και άσκησης του επαγγέλματος του πιστοποιημένου εκτιμητή, σε εναρμόνιση προς τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3919/2011.

Η αγορά παροχής υπηρεσιών εκτίμησης αξιών διευρύνεται συνεχώς, καθώς πέραν των κλασικών εργασιών εκτίμησης (ενδεικτικά ακινήτων, νησιών, νοσηλευτηρίων και κλινικών, τεχνικών έργων πάσης φύσεως, ξενοδοχείων, τουριστικών επιχειρήσεων, κέντρων εστίασης – διασκέδασης, πλοίων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων και μηχανολογικού εξοπλισμού, επιχειρήσεων των οποίων οι μετοχές δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ειδικών λογαριασμών, ισολογισμών, έργων τέχνης, συλλογών και τιμαλφών, αποθεμάτων μεταλλείων, αντικειμένων φορολογίας γενικώς, ζημιών από τρομοκρατικές ενέργειες, ακινήτων Εταιριών Επενδύσεων Αμοιβαίων Κεφαλαίων) το πεδίο παροχής υπηρεσιών εκτίμησης περιλαμβάνει πλέον και εκτιμήσεις της αξίας ορυκτών αποθεμάτων μεταλλείων, της αξίας της αγροτικής γης, της αξίας γης για επενδύσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, της συνολικής αξίας κτιρίων συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής αποδοτικότητας κτιρίων, της αξίας έργων παραγωγής ενέργειας καθώς και εκτιμήσεις σχετικές με δραστηριότητες πώλησης έργων υποδομών (αεροδρόμια, λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι κτλ). Σε αυτές τις υπηρεσίες πρέπει να προστεθούν και εκτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων για τη διερεύνηση χρηματοοικονομικών εγκλημάτων – ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Εξάλλου, πέραν των νέων αντικειμένων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και που απαιτούν εξειδίκευση, καθώς και των νέων αναγκών που αναφύονται, εξελίσσεται συνεχώς και ο τρόπος διεξαγωγής εκτιμήσεων με την ανάπτυξη νέων προτύπων ανά είδος συναλλαγής και εκτιμώμενης αξίας.
Με τον καθορισμό συγκεκριμένου κλειστού αριθμού ατόμων που μπορούν να ασκήσουν την υπό εξέταση επαγγελματική δραστηριότητα και τη θέσπιση πρόσθετων αντικειμενικών περιορισμών πρόσβασης σε αυτή, το κράτος διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσφοράς των υπηρεσιών του ορκωτού εκτιμητή.
Η εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, όπως της εξασφάλισης της αντικειμενικότητας, της ενότητας, της διαφάνειας και της αρτιότητας της εκτίμησης προστατεύεται με τη θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων πρόσβασης στο επάγγελμα, πιστοποίησης και αξιολόγησης των παρόχων των σχετικών υπηρεσιών καθώς και των κατάλληλων εγγυήσεων για την ορθή άσκηση του επαγγέλματος και όχι με περιορισμούς που οδηγούν στην απαγόρευση πρόσβασης σε αυτό.
Επίσης, επιβάλλεται η πρόσβαση στο επάγγελμα του πιστοποιημένου εκτιμητή και επαγγελματιών άλλων κρατών μελών, καθώς και τρίτων κρατών.
Οι προκαθορισμένες τιμές αποτελούν κανονιστικά μέσα που έχουν τις βαρύτερες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό καθώς περιορίζουν δραστικά τα οφέλη που προσφέρουν στους καταναλωτές οι ανταγωνιστικές αγορές. Για το λόγο αυτό θεσπίζεται ο καθορισμός της αμοιβής του πιστοποιημένου εκτιμητή με ελεύθερη συμφωνία των μερών, ρύθμιση, άλλωστε, που ήδη περιλαμβάνεται στο ν. 4093/2012.
Συμπερασματικά, η απελευθέρωση του επαγγέλματος του εκτιμητή είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Το δημόσιο και κοινωνικό όφελος είναι μεγαλύτερο του πιθανού κόστους, καθώς η απελευθέρωση συμβάλλει θετικά στην καλύτερη απόδοση της μακροοικονομίας, της μικροοικονομίας και των Δημόσιων οικονομικών, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη διαπίστωση της καθαρής οικονομικής θέσης των Ελλήνων πολιτών. Παράλληλα, ενισχύεται η διαφάνεια και επιταχύνονται οι διαδικασίες ενώπιον της δικαιοσύνης, ενώ η αγορά λειτουργεί υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, με την απρόσκοπτη άσκηση του επαγγέλματος και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών.

Ειδικότερα:
Υποπαράγραφος Γ.1. – Ορισμοί
Η υποπαράγραφος Γ.1. ορίζει την εκτίμηση ως επαγγελματική υπηρεσία, δηλαδή ως μια διαδικασία, η οποία διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες – τα εκτιμητικά πρότυπα – και παρέχεται έναντι αμοιβής. Στη συνέχεια ορίζεται ο πιστοποιημένος εκτιμητής, ο οποίος διαφέρει από τον απλό εκτιμητή ως προς το ότι διαθέτει επαγγελματική πιστοποίηση από την αρμόδια Διοικητική Αρχή, και είναι καταχωρημένος στο σχετικό μητρώο που τηρεί η εν λόγω Αρχή  από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Ως Αρμόδια Διοικητική Αρχή ορίζεται η Γενική Δ/νση Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.
Σημειώνεται  ότι στον ορισμό του πιστοποιημένου εκτιμητή γίνεται αναφορά σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οποιασδήποτε μορφής, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ν. 3919/2011.

Υποπαράγραφος Γ.2. – Εγγραφή στο μητρώο
Η υποπαράγραφος Γ.2. προβλέπει την ελεύθερη πλέον πρόσβαση στο επάγγελμα του πιστοποιημένου εκτιμητή, για την άσκηση του οποίου απαιτείται μόνο η αναγγελία, συνοδευόμενη από τα νόμιμα δικαιολογητικά στην αρμόδια Διοικητική Αρχή και η εγγραφή του ενδιαφερόμενου στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών. Παράλληλα καταγράφονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται και τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλονται από  φυσικά και νομικά πρόσωπα. Η αρμόδια Διοικητική Αρχή εξετάζει το φάκελο υποχρεωτικά εντός τριών μηνών από την πλήρη υποβολή όλων των προβλεπόμενων δικαιολογητικών και στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, η Αρμόδια Διοικητική Αρχή ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο για την απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος
Η αποκλειστική προθεσμία των τριών μηνών λειτουργεί προς όφελος του ενδιαφερόμενου, ώστε να μην καθυστερεί υπερβολικά η έναρξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεδομένου ότι μετά την παρέλευση τριμήνου ο ενδιαφερόμενος ασκεί τη δραστηριότητα ελεύθερα, χωρίς άλλη ειδοποίηση ή ενέργεια από τον ίδιο. Η υποχρέωση της διοίκησης για εξέταση του φακέλου εντός προθεσμίας τριών μηνών ξεκινάει από την ημερομηνία παραλαβής όλων των προβλεπόμενων δικαιολογητικών.

Υποπαράγραφος Γ.3. – Διενέργεια εξετάσεων
Η υποπαράγραφος Γ.3.  προβλέπει τη διενέργεια εξετάσεων υπό την εποπτεία της αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να πιστοποιηθούν ως εκτιμητές στον κλάδο ή στους κλάδους που τους ενδιαφέρει και να εγγραφούν στο Μητρώο. Με τη διαδικασία αυτή παρέχεται πλέον η δυνατότητα απόκτησης πιστοποίησης και σε νέους εκτιμητές που δεν είναι μέλη κάποιου αναγνωρισμένου εθνικού ή διεθνούς φορέα. Οι εξετάσεις διενεργούνται δύο φορές τον χρόνο προς διευκόλυνση των υποψηφίων, τα δε ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διαδικασία, την εξεταστέα ύλη, το παράβολο συμμετοχής και κάθε άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Υποπαράγραφος Γ.4. – Κλάδοι πιστοποιημένων εκτιμητών
Η υποπαράγραφος Γ.4. ορίζει τους κλάδους στους οποίους δύνανται να δραστηριοποιούνται οι πιστοποιημένοι εκτιμητές. Ο ορισμός των κλάδων θα συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς των εκτιμητικών υπηρεσιών και στην παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών λόγω της δυνατότητας εξειδίκευσης.

Υποπαράγραφος Γ.5. – Αντικείμενο εργασιών πιστοποιημένων εκτιμητών
Η υποπαράγραφος Γ.5. ορίζει τις κατηγορίες ενσώματων ή άυλων αγαθών, που αποτελούν αντικείμενο εκτιμήσεων. Καθώς το φάσμα των αντικειμένων των εκτιμήσεων είναι ευρύ και το πεδίο παροχής εκτιμητικών υπηρεσιών διευρύνεται συνεχώς, προσδιορίζονται, ενδεικτικά, οι κυριότερες κατηγορίες αντικειμένων.
Στις εν λόγω κατηγορίες δεν περιλαμβάνονται ειδικές διαδικασίες εκτιμήσεων συγκεκριμένων αγαθών, που καθορίζονται με ειδικότερες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Για παράδειγμα δεν περιλαμβάνονται οι ειδικές διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 73 του ν. 3028/2002, για τον τρόπο εκτίμησης των έργων τέχνης που έχουν κηρυχθεί μνημεία, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ του άρθρου 2 του προαναφερθέντος νόμου.

Υποπαράγραφος Γ.6. – Αμοιβή 
Η υποπαράγραφος Γ.6. καθορίζει ότι η αμοιβή για την παροχή εκτιμητικών υπηρεσιών γίνεται ελεύθερα με κοινή συμφωνία των μερών. Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιτυγχάνεται η συμμόρφωση προς τις επιταγές της διάταξης της περίπτωσης θ’ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 και η διαμόρφωση χαμηλότερων αμοιβών στις παρεχόμενες εκτιμητικές υπηρεσίες για τους αποδέκτες των εν λόγω υπηρεσιών μέσω της λειτουργίας του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Υποπαράγραφος Γ.7. – Κανόνες εκτιμήσεων  
Η υποπαράγραφος Γ.7. ορίζει ότι οι διενεργούμενες εκτιμήσεις καταρτίζονται σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα και τον Κώδικα Δεοντολογίας που προβλέπεται στο υποπαράγραφο Γ.8. του παρόντος νόμου. Η εν λόγω υποχρέωση αποβλέπει στη διασφάλιση της εγκυρότητας και αξιοπιστίας των εκτιμητικών εκθέσεων.

Υποπαράγραφος Γ.8. – Υποχρεώσεις πιστοποιημένων εκτιμητών  
Η υποπαράγραφος Γ.8. προβλέπει τη θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας των πιστοποιημένων εκτιμητών, με την έκδοση σχετικής Υπουργικής Απόφασης.
Παράλληλα, με την περίπτωση 2, προβλέπεται η εύλογη και αυτονόητη υποχρέωση των πιστοποιημένων εκτιμητών για συμμόρφωση με τις διατάξεις του νόμου αλλά και του Κώδικα Δεοντολογίας.
Ειδική αναφορά γίνεται στην περίπτωση 3, αναφορικά με την υποχρέωση των πιστοποιημένων εκτιμητών περί της προσκόμισης εκ μέρους τους ετησίως στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή σχετικής βεβαίωσης, επαγγελματικής ταυτότητας ή άλλου πρόσφατου – πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου, από το οποίο να προκύπτει η διαρκής συμμόρφωσή τους με τις προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων αα) και ββ) της περιπτώσεως στ΄ της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.2. του παρόντος νόμου. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν την διατήρηση της ιδιότητας του πιστοποιημένου εκτιμητή φορέα διαπιστευμένο από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ) ή από επαγγελματική ένωση ή οργανισμό που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παρ. 2 του π.δ. 38/2010, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ή σε αντίθετη περίπτωση αποδεικτικό του ότι ασκεί νόμιμα το επάγγελμα του εκτιμητή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτο κράτος. Η ανωτέρω υποχρέωση αφορά ουσιαστικά στον έλεγχο της διατήρησης των τυπικών προσόντων των πιστοποιημένων εκτιμητών, από την εγγραφή τους στο ειδικό Μητρώο.
Τέλος, με την περίπτωση 4, προβλέπεται ότι αν διαπιστωθεί η μη πλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων, ο Υπουργός Οικονομικών, μετά από σχετική πρόταση της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, μπορεί να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της πιστοποίησης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ’ υποτροπή συμπεριφορά του πιστοποιημένου εκτιμητή, αφού θέσει στον ενδιαφερόμενο εύλογη προθεσμία για την υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων της περίπτωσης 3 της παρούσας υποπαραγράφου και αυτή παρέλθει άπρακτη.

Υποπαράγραφος Γ.9. – Πειθαρχικό συμβούλιο
Στην υποπαράγραφο Γ.9. προβλέπονται η σύσταση και οι αρμοδιότητες του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο αριθμός των μελών του, ο ορισμός τους με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η θητεία τους και η γραμματεία. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας και ο ρόλος του είναι να διασφαλίσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την τήρηση των κανόνων, που περιλαμβάνονται  στον Κώδικα Δεοντολογίας. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ορίζεται ως Πρόεδρος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ένας Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία των Σωμάτων όπου υπηρετούν, προκειμένου να διασφαλίζονται αποτελεσματικότερα τα εχέγγυα δίκαιης και ανεξάρτητης κρίσης του οργάνου.
Επίσης, μέλη του Συμβουλίου ορίζονται ο προϊστάμενος και ένας υπάλληλος της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, λόγω συνάφειας του αντικειμένου, αλλά και δύο πιστοποιημένοι εκτιμητές με ελάχιστη εκτιμητική εμπειρία 10 ετών, ως γνώστες του αντικειμένου. Τα ως άνω μέλη και οι αναπληρωτές ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Στις περιπτώσεις 2 και 3 περιγράφονται αναλυτικά οι αρμοδιότητες του πειθαρχικού οργάνου και οι κυρώσεις τις οποίες μπορεί να επιβάλλει. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται υποθέσεων πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του πιστοποιημένου εκτιμητή, κακής συμπεριφοράς, παραβάσεων του κώδικα δεοντολογίας ή προδήλως εσφαλμένων εκτιμήσεων και έχει τη δυνατότητα επιβολής επίπληξης, προστίμου ως και διαγραφής από το μητρώο. Επίσης αναφέρονται αναλυτικά τα κριτήρια, τα οποία λαμβάνει υπόψη του το πειθαρχικό συμβούλιο προκειμένου να εκτιμήσει την βαρύτητα της παράβασης και να αποφανθεί επί της ποινής.

Υποπαράγραφος Γ.10. : Εξουσίες Πειθαρχικού Συμβουλίου 
Στην περίπτωση 1 προβλέπονται ειδικές και σαφείς εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά τη διεξαγωγή των ερευνών, καθώς και η κατ’ ιδίαν διαδικασία διεξαγωγής τους. Επίσης, προβλέπεται αναλυτικά η διαδικασία κλήτευσης μαρτύρων.
Οι προβλεπόμενες διατάξεις των υποπαραγράφων Γ8 και Γ9 έχουν στόχο να θεσπιστεί μια διαφανής και αξιόπιστη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου, αποτελεσματική και αποτρεπτική για την τέλεση ή την επανάληψη πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Απώτερος σκοπός είναι η προστασία του αποδέκτη και η διασφάλιση της υψηλής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και του κύρους του επαγγέλματος.
Με τις περίπτωση 2 ορίζεται η διαδικασία της προσφυγής κατά της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου.
Με την  περίπτωση 3 ορίζεται ο τρόπος είσπραξης των προστίμων.
Στην περίπτωση 4 ορίζεται ο τρόπος διερεύνησης των υποθέσεων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Στις περιπτώσεις 5-7 ρυθμίζεται η διαδικασία λήψης μαρτυρικών καταθέσεων ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Υποπαράγραφος Γ.11. – Καταργούμενες διατάξεις
Στην υποπαράγραφο Γ.11. ορίζονται οι καταργούμενες διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο Γ’ του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι ο ιδρυτικός νόμος του Σ.Ο.Ε. (ν. 820/1978, Α’ 174), καθώς και το π.δ. 279/1979 (Α’ 81) και ο ν. 2515/1997 (Α’ 154), που ρυθμίζουν τον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας του Σ.Ο.Ε. Με την υποπαράγραφο Γ.11. αφενός δίνεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να  διεκπεραιωθούν όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις εκτιμήσεων, που έχει αναλάβει το Σ.Ο.Ε. και αφετέρου, ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου, το Σ.Ο.Ε. παύει να αναλαμβάνει νέες υποθέσεις εκτιμήσεων.

Υποπαράγραφος Γ.12. – Τελικές μεταβατικές διατάξεις
Στην υποπαράγραφο Γ.12. περιέχονται τελικές – μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με την κατάργηση του Σ.Ο.Ε., όπως θέματα κατάστασης προσωπικού, εκκρεμών δικών, τύχης των αρχείων, ζητήματα κινητής και ακίνητης περιουσίας, τρόπου διάθεσης των ταμειακών υπολοίπων κ.λπ. Σημειώνεται συναφώς ότι, κατ’ άρθρο 77 Α.Κ. «Η περιουσία νομικού προσώπου που διαλύθηκε, αν ο  νόμος  ή  η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, ή το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε διαφορετικά, περιέρχεται στο δημόσιο. Το δημόσιο έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει το σκοπό του νομικού προσώπου με την περιουσία αυτή.». Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ο ιδρυτικός νόμος του Σ.Ο.Ε. (ν. 820/1978) ούτε κάποιο άλλο σχετικό με το Σ.Ο.Ε. νομοθέτημα περιέχει πρόβλεψη για την τύχη της περιουσίας του σε περίπτωση διάλυσης ή κατάργησης. Επισημαίνεται, επίσης, ότι το Σ.Ο.Ε., έχει λάβει σημαντικές επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ’ : ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Υποπαράγραφος Δ.1. : Συμπλήρωση διατάξεων του άρθρου 34 του ν.4141/2013

Με τις προτεινόμενες διατάξεις συμπληρώνονται οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν.4141/2013 όσον αφορά την ελεγκτική αρμοδιότητα  του Κέντρου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου, του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων και Διαπεριφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων και διευκρινίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής αυτού.

Υποπαράγραφος Δ.2. : Κατάργηση φορολογικών προνομίων των εταιρειών Ο.Λ.Π. και Ο.Λ.Θ. και λοιπές διατάξεις

Στόχος της περίπτωσης 1 είναι η κατάργηση φορολογικών προνομίων που απολαμβάνουν οι εταιρείες ΟΛΠ Α.Ε. και ΟΛΘ Α.Ε. Οι εν λόγω εταιρείες περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Η εν λόγω ειδική φορολογική μεταχείριση κρίθηκε ότι αποτελεί κρατική ενίσχυση προσφέροντας επιλεκτικά προνόμια στις δύο αυτές εταιρείες και απαιτείται η κατάργησή της.
Ειδικότερα, προβλέπεται η κατάργηση:
α) της παραγράφου 2 του αρ. δεύτερου του ν. 2688/1999 (Α’40), με το οποίο οριζόταν ότι η εταιρεία ΟΛΠ Α.Ε. υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος και ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε φόρου ή τέλους για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου, ή βοηθήματος ή τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης.
β) Της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας ΟΛΠ Α.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.2688/1999. Μετά την κατάργηση, τυχόν υπεραξία που προκύψει από αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Λ.Π. Α.Ε., και κατά το μέτρο που η εν λόγω υπεραξία έχει απεικονιστεί σε ειδικό αποθεματικό, θα φορολογείται υπό τις προϋποθέσεις και στο μέτρο που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις.
γ) Της παραγράφου 2 του άρθρου εβδόμου του ν. 2688/1999 με το οποίο οριζόταν ότι η εταιρεία ΟΛΘ Α.Ε. υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος και ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε φόρου ή τέλους για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου, ή βοηθήματος ή τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης.
δ) Της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας ΟΛΘ Α.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο όγδοο του ν.2688/1999 (Α’ 40). Μετά την κατάργηση, τυχόν υπεραξία που προκύψει από συντελεσθείσες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Λ.Θ. Α.Ε., και κατά το μέτρο που η εν λόγω υπεραξία έχει απεικονιστεί σε ειδικό αποθεματικό, θα φορολογείται υπό τις προϋποθέσεις και στο μέτρο που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις.
ε) Της παραγράφου 10 του άρθρου δεύτερου του ν.3755/2009 (Α΄52).

Σκοπός της διάταξης της περίπτωσης 2 είναι η διασφάλιση ότι μελλοντικές απαιτήσεις υπάγονται στο νέο καθεστώς που προκύπτει μετά και την κατάργηση των διατάξεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου.

Σκοπός της διάταξης της περίπτωσης 3 είναι να διασφαλιστεί ότι υπάρχουσες ή εκκρεμείς δίκες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν επηρεάζονται από την κατάργηση των εν λόγω διατάξεων. 

περίπτωση 4: Η εταιρία «Ελληνικό Α.Ε.», ως δημόσια εταιρία ειδικού σκοπού, απολαμβάνει, μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), των φορολογικών προνομίων και ατελειών του Δημοσίου για λόγους εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος (παρ. 13 του άρθρου 2 του ν. 3986/2011). Με την προτεινόμενη διάταξη, παρατείνεται η πρώτη εταιρική χρήση της «Ελληνικό Α.Ε.» έως 31.12.2013, προκειμένου να μην διακυβευθεί η έκβαση του εν εξελίξει διαγωνισμού για την αποκρατικοποίηση της εταιρίας.

Με την περίπτωση 5 εξαιρούνται οι ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες, που έχουν εγκαταστήσει γραφείο ή υποκατάστημα δυνάμει του άρθρου 25 του ν.27/1975 και ασχολούνται με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, καθώς και με τις λοιπές εργασίες που προβλέπονται από την εγκριτική πράξη εγκατάστασή τους από την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 43 του ν. 4111/2013 (Α’ 18).

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης 6 εναρμονίζεται το καθεστώς αποσβέσεων των εταιριών ΟΛΠ ΑΕ και ΟΛΘ ΑΕ με το γενικό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον πρόσφατο ν.4110/2013.

Περίπτωση 8: Με την προτεινόμενη διάταξη διευκρινίζεται ότι ο υπόχρεος σε δήλωση φορολογίας εισοδήματος είναι κάθε φυσικό πρόσωπο κάτοικος Ελλάδας που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και δεν αποτελεί προστατευόμενο πρόσωπο του άρθρου 7 του ΚΦΕ.

Με την υποπερίπτωση α της περίπτωσης 9 ορίζεται ότι ο φόρος υπεραξίας  που προκύπτει από τη μεταβίβαση ακινήτων, καταβάλλεται με την υποβολή  δήλωσης  και πριν από την κατάρτιση του μεταβιβαστικού συμβολαίου.
Περίπτωση 9 υποπερίπτωση β: Η διάταξη αυτή τακτοποιεί νομοτεχνικά τη φορολόγηση των κερδών του άρθρου 33 του ΚΦΕ για το διάστημα που μεσολαβεί από 1.1.2013 έως την δημοσίευση του παρόντος, προκειμένου να αποδοθεί ο φόρος αναδρομικά.

Περίπτωση 10 υποπεριπτώσεις α και β: Με τις διατάξεις αυτές προστίθεται η υποχρέωση των συμβολαιογράφων να μνημονεύουν στις  πράξεις μεταβίβασης ακινήτων το κέρδος που προκύπτει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 33.
Οι συμβολαιογράφοι εξαιρούνται της υποχρέωσης της παραγράφου 8 του άρθρου 81 σε περιπτώσεις που οι μεταβιβάσεις ακινήτων στις οποίες προέκυψε κέρδος σύμφωνα με το άρθρο 33 έγιναν από 1.1.2013 έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθόσον δεν  γινόταν μνεία του άρθρου 33 στην παράγραφο 8 του άρθρου 81

Περίπτωση 11 υποπερίπτωση α: Η προσθήκη έγινε λόγω της ίδιας φορολογικής αντιμετώπισης της ανταλλαγής και της συνένωσης  ακινήτων από τη φορολογία μεταβίβασης  ακινήτων.
Περίπτωση 11 υποπερίπτωση β: Η αντικατάσταση γίνεται για λόγους νομοτεχνικής ρύθμισης, καθώς η αναφορά στα «έντυπα» παραπέμπει στα έντυπα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων και όχι στις δηλώσεις φόρου υπεραξίας.
 
Με την προτεινόμενη περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Δ.2. εισάγεται όλως εξαιρετική ρύθμιση, με την οποία καθίσταται επιτρεπτή, στο πλαίσιο της αξιοποίησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης του αυτοκινητοδρόμου της Εγνατίας Οδού και των καθέτων αυτής αξόνων από το ΤΑΙΠΕΔ, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της υπ’ αριθ. 215/2012 απόφασης της Διϋπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, η ανάληψη, από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης, οφειλών της Εγνατία Οδός Α.Ε. από δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα και για την εξασφάλιση των οποίων είχαν συσταθεί εμπράγματα δικαιώματα επί του δικαιώματος εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού. Προς τον σκοπό, δε, αυτόν παρέχεται η ευχέρεια στο ΤΑΙΠΕΔ να συνάπτει κάθε είδους απαιτούμενες συμβάσεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται, προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος,  η  αξιοποίηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού από το ΤΑΙΠΕΔ καθώς και η αποφυγή μακροχρόνιων δικαστικών διενέξεων με τους δανειστές της εταιρείας «Εγνατία Οδός Α.Ε.» οι οποίες θα δυσχέραιναν την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Κυρίως, μέσω της ανάληψης των συγκεκριμένων οφειλών από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης, ενισχύεται η ελκυστικότητα του προς αξιοποίηση περιουσιακού στοιχείου, δεδομένης της έλλειψης ρευστότητας στην αγορά και των περιορισμένων δυνατοτήτων τραπεζικής χρηματοδότησης, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσεται η εταιρεία Εγνατία Οδός Α.Ε. από την υποχρέωση εξυπηρέτησης των συγκεκριμένων δανειακών υποχρεώσεων, υποχρέωση για την εξυπηρέτηση της οποίας δεν διαθέτει  τους απαιτούμενους πόρους, και αίρεται ο κίνδυνος σχετικής επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού.
Περαιτέρω προβλέπεται η απόσβεση κάθε είδους (εμπραγμάτων και προσωπικών) εξασφαλίσεων των οφειλών αυτών,  από την ανάληψη τους από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης και η απαλλαγή της ανάληψης αυτής από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή άλλο τέλος και εισφορά ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή οποιουδήποτε τρίτου.

Υποπαράγραφος Δ3 – Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Στην περίπτωση 1 διευκρινίζεται ότι το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) δεν εμπίπτει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Στην περίπτωση 2, προβλέπεται η ενδυνάμωση της διοίκησης του Ταμείου, με την συμμετοχή δύο (2) επιπλέον προσώπων μη εκτελεστικών, με διεθνή τραπεζική εμπειρία. Τα μέλη αυτά ως μη εκτελεστικά δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3213/2003, πλην του Προέδρου αυτού.
Στην περίπτωση 4 διευκρινίζεται ότι το ΤΧΣ εμπίπτει στο ΠΔ 60/2007, ή άλλως στον Κανονισμό προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών.
Στην περίπτωση 5 διευκρινίζεται ότι ο νόμος ορίζει μόνον ενδεικτικά τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Επιτροπής και διευκρινίζονται θέματα εξουσιοδοτήσεων.
Στις περιπτώσεις 6 – 12 δίδονται διευκρινιστικές διατάξεις για θέματα προθεσμιών ειδοποίησης των μελών διοίκησης, αναπλήρωσης του Διευθύνοντος Συμβούλου σε περίπτωση απουσίας του, θέματα απαρτίας και λειτουργίας των οργάνων διοίκησης του Ταμείου και γενικότερα επιλύονται δυσλειτουργίες προσκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη εσωτερική λειτουργία του ΤΧΣ.
Με την περίπτωση 13 οι υποχρεώσεις αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και πίστεως επεκτείνονται και στους εκπροσώπους του Ταμείου στα διοικητικά συμβούλια των πιστωτικών ιδρυμάτων.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε’ –
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 3919/2011

Με το κεφάλαιο Α’ του νόμου 3919/2011, όπως τροποποιήθηκε από την παρ. 16 του άρθρου 4 του νόμου 4038/2012, καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που αντιβαίνουν στα άρθρα 2 (καταργούμενοι περιορισμοί) και 3 (καταργούμενες διαδικασίες αδειοδότησης) αυτού.
Στην παρ. 2 του άρθρου 3 προβλέπεται αντίστοιχα η θέσπιση εξαιρέσεως με προεδρικό διάταγμα εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του ν. 3919/20011, για τη διατήρηση του νομικού καθεστώτος της προηγούμενης διοικητικής άδειας αν αυτό επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και με την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας. Οι ως άνω προθεσμίες έχουν αποκλειστικό χαρακτήρα, έχουν παρέλθει και, όπως έκρινε κατ’ επανάληψη το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν είναι πλέον δυνατή η έκδοση προεδρικού διατάγματος βάσει των διατάξεων αυτών.
Για την επαναφορά στο εξής είτε περιορισμών είτε προηγούμενης διοικητικής άδειας για ορισμένα επαγγέλματα, προβλέφθηκε στο ν. 4046/2012 η υποχρέωση της Κυβέρνησης να προωθήσει για ψήφιση στη Βουλή ενιαίο συγκεντρωτικό νόμο  για όλα τα επαγγέλματα στον οποίο θα συγκεντρωθούν τυχόν εξαιρέσεις από τις διατάξεις του ν. 3919/2011, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία θα αναληφθεί σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και του δημόσιου συμφέροντος κατόπιν γνωμοδοτήσεων  της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Με τις διατάξεις της παραγράφου Ε’ καθίσταται σαφής ο σκοπός του νόμου, ο οποίος είναι η επαναφορά περιορισμών του τύπου που παρατίθενται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του νόμου 3919/2011 (Α’ 32), καθώς και ορισμένων συστημάτων αδειοδότησης, όπως αυτά αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου. Οι εν λόγω περιορισμοί και τα συστήματα αδειοδότησης είχαν καταργηθεί είτε επειδή παρήλθε η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 2 και της παρ. 2 του άρθρου 3 του νόμου 3919/2011, είτε βάσει της γενικής καταργητικής ρήτρας της παρ. 16 του άρθρου 4 του νόμου 4038/2012. Οι περιορισμοί και τα συστήματα αδειοδότησης που προτείνεται να επαναφερθούν μέσω αυτού του νομοσχεδίου παρατίθενται εξαντλητικά στις υποπαραγράφους Ε.7.-Ε.15. και έχουν τύχει θετικής γνωμοδότησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού με βάση τα κριτήρια που τίθενται στην παρ. 3 του άρθρου 2 και της παρ. 2 του άρθρου 3 του νόμου 3919/2011.

Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε.1. προτείνεται η συμπλήρωση του άρθρου 1 του ν. 3919/2011, το οποίο για να θεσπίσει το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α’ του νόμου παραπέμπει στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος και την οικονομική ελευθερία που ρητά αυτό κατοχυρώνει. Ο όρος «οικονομική ελευθερία» περιλαμβάνει, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, τόσο την επαγγελματική, όσο και την επιχειρηματική ελευθερία και καλύπτει κατ’ αρχήν το σύνολο των επαγγελμάτων, σε όλους τους τομείς. Η τροποποίηση που προτείνεται με το παρόν άρθρο επιχειρεί τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής με κύριο στόχο την σαφήνεια προσθέτοντας και τον όρο «δραστηριότητα», ο οποίος επικαλύπτεται με τον όρο «επάγγελμα», αλλά δεν ταυτίζεται. Ένα επάγγελμα μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες από μία δραστηριότητες. Σε κάθε περίπτωση εννοείται οποιαδήποτε μη μισθωτή δραστηριότητα ασκείται συστηματικά με στόχο το κέρδος από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Επίσης, επιχειρείται ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής μέσω ορισμένων εξαιρέσεων, ακολουθώντας το πρότυπο της οδηγίας 123/2006/ΕΚ. Είναι απολύτως σαφές ότι ο στόχος του νόμου είναι η εξασφάλιση της επαγγελματικής ελευθερίας αναφορικά με τα επαγγέλματα και τις δραστηριότητες που λειτουργούν στην Ελλάδα με μόνιμη εγκατάσταση. Το γεγονός ότι προτείνεται ορισμός του πεδίου εφαρμογής μέσω ορισμένων εξαιρέσεων κατά το πρότυπο της οδηγίας 123/2006/ΕΚ δεν επιτρέπεται να οδηγήσει σε σύγχυση περί του μέσου προσαρμογής της εν λόγω οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο, το οποίο είναι μόνο ο ν. 3844/2010.  
Η εξαίρεση που προτείνεται στην περίπτωση α) αφορά οποιεσδήποτε διατάξεις του κοινοτικού δικαίου μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση με τα προβλεπόμενα στο ν. 3919/2011. Συνεπώς αν κάποιος περιορισμός στην πρόσβαση και άσκηση επαγγέλματος ή οικονομικής δραστηριότητας προβλέπεται ρητώς από το κοινοτικό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΔΕΚ, τότε δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν. 3919/2011.
Η εξαίρεση που προτείνεται στην περίπτωση β) κατοχυρώνει τον τρόπο οργάνωσης, παροχής και χρηματοδότησης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, περιλαμβανόμενων των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.
Με την προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται απολύτως σαφές το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3919/2011 και ακολούθως δίνεται η δυνατότητα για την εγκαθίδρυση μιας νέας διαδικασίας επαναφοράς περιορισμών, όπως αυτή προτείνεται στο επόμενο άρθρο.

Με την ρύθμιση της υποπαραγράφου Ε.2. προτείνεται η τροποποίηση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011, ώστε να είναι δυνατή η επαναφορά ορισμένων εκ των περιορισμών που υφίστανται στην ισχύουσα νομοθεσία αναφορικά με διάφορες επαγγελματικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, εφόσον πληρούνται σωρευτικά συγκεκριμένες και αυστηρές προς τούτο προϋποθέσεις.

Με την προτεινόμενη υποπαράγραφο Ε.3. επιχειρείται να εξασφαλιστεί συνέπεια με τα προτεινόμενα της υποπαράγραφο Ε.1.  του παρόντος νόμου. Έτσι γίνεται σαφές ότι όπως το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3919/2011, έτσι και το άρθρο 3 ειδικότερα, δεν αφορά και δεν επηρεάζει συστήματα αδειοδότησης τα οποία επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση της υποπαραγράφου Ε.4. καταργείται η εξαίρεση από τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 και στην παρ. 2 του άρθρου 2 του π.δ. 344/2000. Για λόγους ισονομίας με τα υπόλοιπα επαγγέλματα και μείωσης των διοικητικών και οικονομικών βαρών των επαγγελματιών, προτείνεται να καταργηθεί η άδεια άσκησης επαγγέλματος γεωτεχνικού (ο ορισμός περιλαμβάνει τις ειδικότητες γεωπόνου, δασολόγου, κτηνίατρου, γεωλόγου, ιχθυολόγου) και να αντικατασταθεί από την διαδικασία αναγγελίας και σιωπηρής έγκρισης, όπως προβλέπεται παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011.    

Με την προτεινόμενη διάταξη στην υποπαράγραφο Ε.5. το Υπουργείο Οικονομικών ορίζεται ως συναρμόδιο Υπουργείο για κάθε θέμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3919/2011 όσον αφορά στην πρόσβαση σε επαγγέλματα και την άσκησή τους, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αποσπασματικών ρυθμίσεων από άλλα Υπουργεία που δεν είναι συμβατές με το νόμο 3919/2011 ή/και ενδέχεται να δημιουργούν ανασφάλεια και σύγχυση σχετικά με την απελευθέρωση επιμέρους επαγγελμάτων. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Οικονομικών θα προβαίνει σε έλεγχο συμβατότητας και θα συνυπογράφει τα προτεινόμενα νομοσχέδια, προεδρικά διατάγματα και κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις των καθ’ ύλη αρμόδιων υπουργείων με τον νόμο 3919/2011.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση στην υποπαράγραφο Ε.6. προβλέπεται η υποχρέωση δημοσίευσης στην ιστοσελίδα κάθε επαγγελματικής οργάνωσης σειράς σημαντικών πληροφοριών, προκειμένου όλοι οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν εύκολα να λάβουν γνώση αυτών και να ενισχυθεί η διαφάνεια της λειτουργίας των επαγγελματικών φορέων. Επισημαίνεται ειδικά ότι η πρόβλεψη του άρθρου αυτού αφορά τις οργανώσεις όλων των επαγγελμάτων, τόσο του Κεφαλαίου Α όσο και του Κεφαλαίου Β’ του ν. 3919/2011 .

υποπαράγραφος Ε.7.: Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, με την υπ’ αριθμ. 18/VI/2012 γνωμοδότησή της, πρότεινε την επαναφορά, παρά την καταργητική ρήτρα του άρθρου 3 του ν. 3919/2002, ήτοι, κατ’ εξαίρεση, της διοικητικής άδειας προς άσκηση του επαγγέλματος αρχαιοπώλη και εμπόρου νεώτερων μνημείων, υπό το δεδομένο της συνδρομής του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, χωρίς να διαταράσσεται η αρχή της αναλογικότητας. Παραλλήλως, η ανωτέρω γνωμοδότηση προτρέπει τη Διοίκηση να διερευνήσει τις δυνατότητες άρσης των γεωγραφικών περιορισμών, καθώς και επανεξέτασης των προαπαιτούμενων προς  αδειοδότηση. Υπό το ανωτέρω πρίσμα προτείνονται  οι αντικαταστάσεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 3028/2002 με τις ακόλουθες επισημάνσεις:
α.     Ο ισχύων νόμος 3028/2002 «Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς»  προβλέπει την έκδοση άδειας με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού και, μάλιστα, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, επειδή ακριβώς «η αγορά των πολιτιστικών αγαθών αποτελεί χώρο ανταλλαγής αγαθών, που λόγω του πολιτιστικού τους χαρακτήρα, οφείλουν να έχουν ιδιαίτερη αντιμετώπιση» (γνωμοδότηση ΝΣΚ 91/2009). Δε μπορούν δηλαδή να αποτελέσουν ελεύθερα αντικείμενα συναλλαγής και να αντιμετωπίζονται, μόνον, ως εμπορικά αγαθά με αυξημένη  αξία, όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες.
β.    Στην προμνημονευθείσα γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η αγορά αρχαιοτήτων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται «κλειστή, μολονότι πρόκειται για χώρα με σημαντικές αρχαιότητες, με 13 μόνον αρχαιοπωλεία σε όλη την επικράτεια», σε αντιδιαστολή, όπως αναφέρεται, με τη Μεγάλη Βρετανία, όπου διακινείται το 59,7 % του συνόλου της σχετικής ευρωπαϊκής αγοράς. Η αντιδιαστολή με τη Μεγάλη Βρετανία δεν ευσταθεί, καθώς τα πολιτιστικά αγαθά που διακινούνται εκεί, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους έχουν προέλευση από άλλες χώρες. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί, ότι η Ελλάδα είναι χώρα πλούσια σε πολιτιστικούς θησαυρούς και γι αυτό χαρακτηρίζεται ως «χώρα προέλευσης» αρχαιοτήτων (όπως επίσης η Ιταλία, Ισπανία κ.α.) και πρώτιστη μέριμνα του κράτους είναι η προστασία των εθνικών της θησαυρών. Επίσης, διευκρινίζεται, ότι ο μικρός αριθμός των αρχαιοπωλείων στην Ελλάδα δεν οφείλεται, τόσο στις περιοριστικές ρυθμίσεις του νόμου, όσο αποτελεί, μάλλον, δείγμα της αυτορρύθμισης της αγοράς, λόγω της περιορισμένης ζήτησης. Σημειώνεται, πάντως, ότι την τελευταία δεκαετία, δηλ. από την εφαρμογή του ν. 3028/2002, υποβλήθηκαν μόλις έξι αιτήσεις  για χορήγηση άδειας αρχαιοπώλη και από αυτές οι δύο αφορούν αρχαιοπωλεία που ήδη λειτουργούν.
γ.    Η διατήρηση ως προαπαιτούμενων στοιχείων της επαγγελματικής εμπειρίας του αρχαιοπώλη και εμπόρου νεωτέρων μνημείων με σαφή χρονική  οριοθέτηση προΰπαρξης, καθώς και εκείνου των συναφών σπουδών προς χορήγηση της αντίστοιχης άδειας, διασφαλίζει, πέραν της προστασίας των μνημείων και την προστασία των καταναλωτών, που εύλογα δεν διαθέτουν  τις ειδικές γνώσεις ή την εμπειρία, ώστε να μπορούν να διακρίνουν μεταξύ  γνησίων και αντιγράφων ή κίβδηλων αντικειμένων, πράγμα το οποίο αποτελεί έργο και καθήκον του εμπόρου, ο οποίος θα έχει τη γνώση και την εμπειρία για να το αντιμετωπίσει.
δ. Εξάλλου, ο περιορισμός της ίδρυσης και λειτουργίας αρχαιοπωλείων και καταστημάτων εμπορίας νεότερων κινητών μνημείων μόνον στις νησιωτικές περιοχές όπου εδρεύει Περιφέρεια ή Περιφερειακή Ενότητα, στοχεύει στη δυνατότητά της για άμεσο και ανά πάσα στιγμή έλεγχο των καταστημάτων με απώτερο σκοπό την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, υποχρέωση, άλλωστε, που απορρέει από τις διατάξεις του Ν. 3028/2002, αλλά και από τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Unesco του 1970 (άρθρο 10, παρ. α).
Για τους λόγους αυτούς θεωρείται απαραίτητο να επαναφερθεί ο γεωγραφικός  περιορισμός της ίδρυσης αρχαιοπωλείων και καταστημάτων εμπορίας νεότερων κινητών μνημείων σε νήσους, οι οποίες είναι έδρες Περιφέρειας ή Περιφερειακής Ενότητας για τη δυνατότητα ελέγχου και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού  επεκτείνεται η χορήγηση άδειας σε όλες τις ηπειρωτικές περιοχές. 
ε. Όσον αφορά στην επαναφορά περιορισμών σχετικά με την απαγόρευση διάθεσης είδους αγαθών, τούτο κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να προστατευτούν τα εκτός συναλλαγής μνημεία που προβλέπονται στο νόμο περί αρχαιοτήτων και πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και οι ίδιοι οι καταναλωτές από κινδύνους σύγχυσης σε ότι αφορά την πιστότητα των προς πώληση αγαθών.
στ. Ασυμβίβαστο ιδιότητας συλλέκτη με επάγγελμα αρχαιοπώλη (άρθρο 32, παρ. 2γ και άρθρο 31, παρ. 2 του ν. 3028/2002). Η Επιτροπή Ανταγωνισμού προτείνει την «επανεξέταση του περιορισμού περί ασυμβίβαστου στην άσκηση του επαγγέλματος του αρχαιοπώλη και του συλλέκτη». Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 (άρθρο 32, παρ. 1) «αρχαιοπώλης είναι το πρόσωπο που κατά σύστημα αποκτά την κατοχή ή κυριότητα μνημείων… με σκοπό την περαιτέρω μεταβίβασή τους, είτε μεσολαβεί στη μεταβίβαση αυτών», ενώ  ως συλλέκτης αναγνωρίζεται ο κάτοχος ή κύριος αρχαίων ή νεότερων κινητών μνημείων που συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο από καλλιτεχνική, ιστορική ή επιστημονική άποψη και παρέχει εγγυήσεις για την προστασία και ασφάλεια των μνημείων (άρθρο 31 του ιδίου νόμου).
Είναι σαφές ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές ιδιότητες συγκρουόμενες μεταξύ τους, δεδομένου ότι σκοπός του αρχαιοπώλη είναι να διακινεί μνημεία, ενώ του συλλέκτη να συλλέγει και να διαφυλάσσει. Ο συλλέκτης συλλέγει, προστατεύει και υποχρεούται να κρατά τα αντικείμενα της συλλογής στη χώρα (άρθρο 34, παρ.2). Ο αρχαιοπώλης πωλεί αρχαία τα οποία ενδέχεται και  να φύγουν από τη χώρα.
Οι συλλέκτες υπάγονται σε ειδικό καθεστώς υποχρεώσεων, πέραν των υποχρεώσεων κατόχων ή κυρίων μνημείων, που περιγράφονται σαφώς στις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3028/2002 και  αφορούν πρωτίστως τη διατήρηση της ενότητας της συλλογής τους, την τήρηση καταλόγου των μνημείων της συλλογή τους, τη δήλωση της απόκτησης νέων, τη διευκόλυνση της επίσκεψης και μελέτης της συλλογής κ.α. Στους συλλέκτες παρέχεται η δυνατότητα να παρουσιάζουν τα έργα της συλλογής τους σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και η δυνατότητα επιβολής εισιτηρίου για την επίσκεψη της συλλογής. Έχουν επί πλέον και ένα σημαντικό δικαίωμα, το δικαίωμα  προτίμησης στην ίδια τιμή, μετά το Δημόσιο και τα μουσεία του άρθρου 45, σε περίπτωση πώλησης μνημείων με δημοπρασία ή δημόσιο πλειστηριασμό (άρθρο 28, παρ. 6), καθώς και σε περίπτωση μεταβίβασης αναγνωρισμένων συλλογών (άρθρο 31, παρ. 11). Το δικαίωμα αυτό υποδηλώνει τη σημασία που αποδίδει το κράτος στο ρόλο του συλλέκτη, αναγνωρίζοντας το ενδιαφέρον του για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, και οπωσδήποτε το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να ισχύει για πρόσωπο που έχει και την ιδιότητα του αρχαιοπώλη.
Η σώρευση επομένως  στο ίδιο πρόσωπο των δύο ιδιοτήτων θα δημιουργήσει πρακτικά προβλήματα στη διενέργεια των ελέγχων της Υπηρεσίας σε περίπτωση ανάμειξης των μνημείων της συλλογής με αυτά του αρχαιοπωλείου, και μάλιστα δεδομένου ότι για τα μνημεία στην κατοχή συλλεκτών ισχύουν ειδικές περιοριστικές διατάξεις για τη μεταβίβαση τους (άρθρο 31, παρ. 10 και 11).
Για τους λόγους αυτούς είναι αναγκαίο ο περιορισμός του ασυμβίβαστου της ιδιότητας του συλλέκτη με το επάγγελμα του αρχαιοπώλη να παραμείνει ως έχει και όπως διατυπώνεται στο άρθρο 32, παρ. 2γ αλλά και στο άρθρο 31, παρ. 2 του ν. 3028/2002 «Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και της εν γένει Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Ε.8. προτείνεται η ρύθμιση εκ νέου του καθεστώτος έκδοσης διοικητικής άδειας για τη μελέτη, ανάληψη, επίβλεψη έργου συντήρησης και λειτουργία εργαστηρίων για τη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης κινητών και ακινήτων, με τρόπο ώστε να εξαλείφονται τα υφιστάμενα εμπόδια στην χορήγηση αυτής. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αρ. 18/VI/2012 συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, και κυρίως της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, και πληρούται η αρχή της αναλογικότητας για να επαναφερθεί η προηγούμενη διοικητική άδεια, ενόψει του ότι η αδειοδότηση θα βαρύνει πλέον μόνο την κατηγορία των συντηρητών που ασκούν εποπτεία του έργου.

υποπαράγραφος Ε.8.: Με τις αρ. 26/VII/2012 και 30/VII/2013 γνωμοδοτήσεις, η Επιτροπή Ανταγωνισμού γνωμάτευσε θετικά, σχετικά με την επαναφορά διοικητικών αδειών, οι οποίες καταργήθηκαν από το άρθρο 3 του ν. 3919/11, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, (αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 23 του ν. 3959/2011). Η προτεινόμενη ρύθμιση αφορά τις ακόλουθες άδειες:
1. Άδεια Διύλισης (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 ν. 3054/2002).
2. Άδεια Διάθεσης Βιοκαυσίμων (άρθρο 5Α ν. 3054/2002 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν. 3423/2005).
3. Άδεια Μεταφοράς με αγωγό αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών προϊόντων (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 ν. 3054/02).
4. Άδειες Εμπορίας (άρθρο 6 παρ. 4 ν. 3054/02):
    α. Άδεια Εμπορίας Α πετρελαιοειδών προϊόντων.
    β. Άδεια Εμπορίας Β1 αφορολόγητων ναυτιλιακών καυσίμων.
    γ. Άδεια Εμπορίας Β2 αφορολόγητων αεροπορικών καυσίμων.
    δ. Άδεια Εμπορίας Γ υγραερίων.
    ε. Άδεια Εμπορίας Δ ασφάλτου.
5. Άδειες Λιανικής Εμπορίας (άρθρο 7 παρ. 3 ν. 3054/02):
    α. Άδεια Λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων.
    β. Άδεια Λειτουργίας πρατηρίου πώλησης υγραερίων αποκλειστικά για κίνηση οχημάτων μέσω αντλιών.
    γ. Άδεια πωλητή πετρελαίου θέρμανσης.
    δ. Άδεια Διανομής εμφιαλωμένου υγραερίου.
6. Άδεια Εμφιάλωσης Υγραερίων (άρθρο 9 ν. 3054/02).
7. Άδεια για Προμήθεια Πετρελαιοειδών Προϊόντων απευθείας από τα Διυλιστήρια ή από Εισαγωγή, για τις κοινοπραξίες ή τους συνεταιρισμούς, και εφ’ όσον τα προϊόντα  προορίζονται αποκλειστικά για την τροφοδοσία των μελών τους και εφ’ όσον κανένα από τα μέλη τους δεν προμηθεύεται, με βάση αποκλειστική σύμβαση, πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο Άδειας Εμπορίας ή δεν φέρει το σήμα του κατόχου του (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 3335/05).
8.   Γομωτή- πυροδότη ν. 2168/93 (Α’ 147), ΚΥΑ 2254/230/1995 (Β’ 73) όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από τις ΚΥΑ Φ.6.9/13370/1560/1995 (Β’  677) και ΚΥΑ Φ6.9/25068/1183/1996 (Β’ 1035), και άρθρα 108 έως 110 του νέου Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών ΥΑ Δ7/Α/οικ.12050/2223/23-5-2011 (Β’ 1227), ν. 3852/2010 (Α’ 87), ν. 3982/2011 (Α’ 143).
Ακολουθούν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, όπως αναφέρονται στην ανωτέρω γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού: προστασία εθνικής ασφάλειας, διασφάλιση ενεργειακής τροφοδοσίας της χώρας, ασφαλούς λειτουργίας της αδειοδοτούμενης δραστηριότητας, αποδοτικής λειτουργίας της αγοράς προς εν γένει όφελος των καταναλωτών, προστασία του περιβάλλοντος, υλοποίηση του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας, καταπολέμηση φαινομένων λαθρεμπορίας, νοθείας και φοροδιαφυγής. Επίσης πληρούται η αρχή της αναλογικότητας, αφού η απαίτηση προηγούμενης διοικητικής άδειας είναι πρόσφορη, αναγκαία και σε εύλογη αναλογία προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς.

υποπαράγραφος Ε.9.: Σύμφωνα με τις γνωμοδοτήσεις αριθ. 25/VII/2012 για μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, κέντρα ημερήσιας φροντίδας ηλικιωμένων, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών με αναπηρία, μονάδες φροντίδας προσχολικής αγωγής και διαπαιδαγώγησης, ιδιωτικές παιδικές εξοχές και ιδρύματα παιδικής πρόνοιας που ιδρύονται από ιδιώτες και φορείς Ιδιωτικού Δικαίου  και αριθ. 27/VII/2012 για Κέντρα Αποθεραπείας – Αποκατάστασης και Στέγες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης Ατόμων με Αναπηρίες της Επιτροπής Ανταγωνισμού κρίνεται αναγκαία η επαναφορά της έκδοσης προηγούμενης διοικητικής άδειας για την ίδρυση, λειτουργία και αναθεώρηση συγκεκριμένων προνοιακών δομών, προς το σκοπό της προστασίας της υγείας των ιδιαίτερα ευπαθών ομάδων – λόγω ηλικίας και αναπηρίας – που φιλοξενούνται σε αυτές, μέσω της διασφάλισης των αναγκαίων και ικανών συνθηκών για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών πρόνοιας.

Με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ε.10. επέρχεται συμμόρφωση με την αριθ. 19/VI/2012 γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (Β’ 3114) και με τον ν. 3919/2011, σχετικά με την παραγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού και με την εμπορία λιπασμάτων.
Ειδικότερα, η προτεινόμενη ρύθμιση, κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα στις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εμπορίας λιπασμάτων και πολλαπλασιαστικού υλικού και σε κάθε επιχείρηση παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού, όπως οι κατηγορίες των επιχειρήσεων προσδιορίζονται στη Σύσταση αριθ. 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (L 124/36/20.5.2003), να απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα μερικής απασχόλησης.

Με την περίπτωση 2 προσθήκη τροποποιείται η παράγραφος 13 του άρθρου 35 του ν. 4036/2012 (Α΄ 8), για την εμπορία γεωργικών φαρμάκων. Ειδικότερα, η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις εμπορίας γεωργικών φαρμάκων να απασχολούν ως υπεύθυνο επιστήμονα και προσωπικό επαρκώς εκπαιδευμένο στην ημεδαπή ή σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ για την εμπορία γεωργικών φαρμάκων.

Με την προτεινόμενη υποπαράγραφο Ε.11. τροποποιείται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του π.δ. 126/2000 (Α’ 111), για την άσκηση του επαγγέλματος του κρεοπώλη και του εκδοροσφαγέα, σε συμμόρφωση προς την αριθ. 17/VI/2012 γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (Β’ 798).
Ειδικότερα, η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματος του κρεοπώλη και του εκδοροσφαγέα και σε πρόσωπα που διαθέτουν βεβαίωση ή πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας κρεοπώλη από τυχόν δημόσιες ή ιδιωτικές αναγνωρισμένες σχολές και ιδρύματα της Χώρας, αντίστοιχες με τις Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Με την προτεινόμενη υποπαράγραφο Ε.12. τροποποιείται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 604/1977 «Περί ιδρύσεως και λειτουργίας Ιδιωτικών Ιατρείων, Κλινικών και Ενδιαιτημάτων ζώων» (Α΄ 163), σε συμμόρφωση προς το άρθρο 2 του ν. 3919/2011.
Ειδικότερα, η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα έναρξης λειτουργίας κτηνιατρείων και κτηνιατρικών κλινικών, όχι μόνο σε φυσικά πρόσωπα κτηνιάτρους, αλλά και σε φυσικά και νομικά πρόσωπα οποιασδήποτε μορφής, τα οποία απασχολούν κτηνίατρο ως επιστημονικό υπεύθυνο.

υποπαράγραφος Ε.13.: Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αρ. 22/VII/2012 της Επιτροπής Ανταγωνισμού κρίνεται αναγκαία η επαναφορά του περιορισμού που αφορά (περ. 1):
α.    στον καθορισμό, με απόφαση της Λιμενικής Αρχής, του τρόπου και του χρόνου φυλακής των λαντζών ασφαλείας στο λιμάνι [παρ. 1 του άρθρου 7 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 17, που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/07/97/03-12-1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Για τις λεμβουχικές εργασίες» (Β΄ 1136), όπως ισχύει], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και, ειδικότερα, η ασφαλής κυκλοφορία – μετακίνηση εντός των λιμένων και η αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών.
Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί η ασφαλής μετακίνηση και κυκλοφορία εντός των λιμένων και η αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών (λ.χ. μεταφορά ασθενούς), επ’ ωφελεία της εύρυθμης λειτουργίας των λιμένων,
2)    είναι αναγκαίος, διότι διαφυλάσσεται η δημόσια ασφάλεια και η εύρυθμη λειτουργία του λιμένα,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό, λαμβανομένων υπόψη και παραμέτρων όπως οι κυκλικές βάρδιες και ο χαρακτήρας των λιμένων στους οποίους επιβάλλεται ο περιορισμός, και
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
β.    στον καθορισμό των αποκλειστικών αφετηριών των λαντζών για την διενέργεια των λεμβουχικών εργασιών (άρθρο 12 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 17, που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/07/97/03-12-1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Για τις λεμβουχικές εργασίες», όπως ισχύει), βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και, ειδικότερα, η διατήρηση της τάξης σε έναν ευαίσθητο χώρο όπως είναι οι λιμένες, που απαιτούν τον καθορισμό συγκεκριμένων χώρων από όπου μπορούν να εκκινούν και να κυκλοφορούν οι λάντζες, για λόγους τόσο μη παρακώλυσης της κυκλοφορίας στους λιμένες, όσο και ικανής δυνατότητας αστυνόμευσης της τήρησης των απαραίτητων προϋποθέσεων από τις λάντζες. Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί η ασφαλής κίνηση και κυκλοφορία εντός των λιμένων, και η αστυνόμευση των λαντζών,
2)    είναι αναγκαίος, διότι είναι απαραίτητο σε κάθε λιμένα να διαφυλάσσεται η δημόσια ασφάλεια από την κυκλοφορία των λαντζών, και η ύπαρξη των αναγκαίων προϋποθέσεων σε κάθε λάντζα,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό, και
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
γ.    στον καθορισμό υποχρεωτικών δρομολογίων των λαντζών (άρθρο 15 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 17, που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/07/97/03-12-1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Για τις λεμβουχικές εργασίες», όπως ισχύει), βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και, ειδικότερα, η ανάγκη παροχής βοήθειας σε άμεσο χρόνο για περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών και η τήρηση της ευταξίας στους λιμένες. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή περιόδους εμφανίζεται αυξημένη κίνηση που με τη συνήθη δραστηριότητα δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί. Για αυτές τις περιπτώσεις, η δυνατότητα θέσπισης υποχρεωτικών δρομολογίων από το Υπουργείο είναι ουσιαστικής σημασίας.
Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να λειτουργήσει ομαλά ο λιμένας,
2)    είναι αναγκαίος, διότι είναι απαραίτητο σε κάθε λιμένα να εξασφαλίζεται η παροχή βοήθειας και των εν λόγω σημαντικών υπηρεσιών όποτε παρίσταται σχετική ανάγκη,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο περιοριστικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό, και
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
δ.    στην εκτέλεση υποχρεωτικών φυλακών ασφαλείας των ρυμουλκών που δραστηριοποιούνται στον λιμένα [παρ. 5 του άρθρου 2, παρ. 2 (δ) του άρθρου 4 και άρθρο 8 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 01 που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/01/93/21-4-1993 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί ρυμουλκικών εργασιών λιμένος και ρυμουλκών λιμένος» (Β΄ 336), όπως ισχύει], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και των επιβαινόντων επί πλοίων, καθώς και η προστασία του περιβάλλοντος. Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι με βάσει τις κείμενες διατάξεις διασφαλίζεται η παροχή άμεσης βοήθειας σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού και κατά τις νυκτερινές ώρες στους λιμένες (π.χ. πυρκαγιά, εισροή υδάτων σε πλοίο, κ.ά.),
2)    είναι αναγκαίος, διότι είναι απαραίτητο σε κάθε λιμένα να εξασφαλίζεται η παροχή βοήθειας,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει το σκοπό αυτό, λαμβανομένων υπόψη και παραμέτρων όπως οι κυκλικές βάρδιες και ο χαρακτήρας των λιμένων στους οποίους επιβάλλεται ο περιορισμός, και
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
ε.    στην ισχύ της άδειας εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής μόνο στην περιοχή της Λιμενικής Αρχής που την εξέδωσε [εδάφιο δεύτερο, παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Ταχύπλοα (ταχυκίνητα) σκάφη και λοιπά θαλάσσια μέσα αναψυχής» (Β΄ 444), όπως ισχύει], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η δημόσια τάξη και ασφάλεια που σχετίζονται με την προστασία της ζωής και της ακεραιότητας των λουομένων και την ασφαλή μετακίνηση των θαλάσσιων μέσων αναψυχής.  Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι μόνο η πλησιέστερη προς το σημείο εκμίσθωσης θαλάσσιων μέσων αναψυχής Λιμενική Αρχή μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά το σχετικό έλεγχο  και αστυνόμευση με το ανθρώπινο δυναμικό της και τα υλικά της μέσα (βάσει και της γνώσης της περιοχής),
2)    είναι αναγκαίος, διότι είναι απαραίτητος ο έλεγχος της μίσθωσης θαλάσσιων μέσων αναψυχής από την αρμόδια και σε χωρική εγγύτητα Λιμενική Αρχή,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό, και 
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
στ.    στον καθορισμό, από την Επιτροπή του άρθρου 35 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, των ειδών των θαλασσίων μέσων αναψυχής και του μέγιστου αριθμού τους [εδάφιο τέταρτο, παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την  αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Ταχύπλοα (ταχυκίνητα) σκάφη και λοιπά θαλάσσια μέσα αναψυχής», όπως ισχύει], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, ήτοι η δημόσια τάξη και ασφάλεια και, ειδικότερα, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας (δεδομένου ότι από τις ιδιομορφίες του φυσικού χώρου στον οποίο θα λάβει χώρα η δραστηριότητα μπορεί να εξαρτάται και το είδος των θαλάσσιων μέσων αναψυχής που είναι κατάλληλα αλλά και ο αριθμός αυτών), η ασφάλεια και ησυχία των λουομένων και των χρηστών των θαλάσσιων μέσων αναψυχής, η αποφυγή ενδεχόμενης δημιουργία λειτουργικών προβλημάτων από την παράλληλη ή και ταυτόχρονη χρησιμοποίηση (κυκλοφορία) ειδών θαλάσσιων μέσων αναψυχής στη συγκεκριμένη ή και ευρύτερη θαλάσσια περιοχή και η προστασία του περιβάλλοντος ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες κάθε περιοχής.
Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι με αυτό τον τρόπο δεν θα δημιουργείται επικίνδυνος συνωστισμός λόγω πολλών διαφορετικών ειδών και του αριθμού των θαλασσίων μέσων σε μία περιοχή λουομένων,
2)    είναι αναγκαίος, διότι είναι απαραίτητος για τους παραπάνω λόγους ο από την αρμόδια Λιμενική Αρχή έλεγχος ειδών και μέγιστου αριθμού των θαλασσίων μέσων,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό, και
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
ζ.    στον καθορισμό ελάχιστης απόστασης μεταξύ των θέσεων (πόστων) επί του αιγιαλού των εκμισθωτών θαλασσίων μέσων αναψυχής, ίσης με τριακόσια (300) μέτρα [παρ. 6 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Ταχύπλοα (ταχυκίνητα) σκάφη και λοιπά θαλάσσια μέσα αναψυχής», όπως ισχύει], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η δημόσια τάξη και ασφάλεια και, ειδικότερα, η προστασία των λουομένων, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, η αποφυγή οποιασδήποτε μορφής ατυχημάτων και η διασφάλιση επαρκούς χώρου επί της παραλίας για τους λουόμενους.
Ο περιορισμός αυτός:
1)    είναι πρόσφορος, διότι με αυτό τον τρόπο δεν θα δημιουργείται επικίνδυνος συνωστισμός των θαλασσίων μέσων  σε μία περιοχή λουομένων,
2)    είναι αναγκαίος, διότι είναι απαραίτητο να διαφυλάσσεται η δημόσια ασφάλεια, ενώ τα τριακόσια (300) μέτρα απόστασης μεταξύ των εκμισθωτών θαλασσίων μέσων αναψυχής δεν κρίνονται υπερβολικά,
3)    είναι αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό, και
4)    δεν εισάγει διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έδρα τους.
η.    στην απαγόρευση του νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή Ομοσπονδίας που αιτείται την αναγνώρισή του ως Οργανισμού Πιστοποίησης Αυτοδυτών, άσκησης δραστηριοτήτων προμηθευτή, κατασκευαστή, εκμισθωτή ή πωλητή καταδυτικού εξοπλισμού, καθώς και συμμετοχής σε μετοχική δομή ή στη διοίκηση νομικού προσώπου που ασκεί τέτοιες ή συναφείς δραστηριότητες [εδάφιο (γγ), υποπαραγρ. ε), παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 3409/2005 «Καταδύσεις αναψυχής και άλλες διατάξεις» (Α΄ 273) και εδάφιο (εε) υποπαραγρ. στ) παρ. 1 του άρθρου 1 της αριθ. 2123/03/28-3-2006 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Καθορισμός δικαιολογητικών που υποβάλλονται για την αναγνώριση Οργανισμού Πιστοποίησης Αυτοδυτών και λόγοι παράτασης προθεσμίας έκδοσης απόφασης αποδοχής» (Β΄ 449)], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα η εύρυθμη λειτουργία της σχετικής αγοράς των παροχέων καταδυτικών υπηρεσιών αναψυχής, οι οποίοι δεν πρέπει να ελέγχονται και να εξουσιοδοτούνται από πρόσωπα που μπορεί να έχουν σχετικό οικονομικό συμφέρον (λόγω προμήθειας, πώλησης, εκμίσθωσης, κ.λπ. του καταδυτικού εξοπλισμού), η αποτροπή τυχόν περίστασης νόθευσης του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, έμμεσης ή άμεσης αθέμιτης προώθησης των προϊόντων των ελεγχόντων, και εν γένει αθέμιτης επιρροής κατά την πιστοποίηση των ελεγχομένων που θα τους επιτρέψει τη νόμιμη λειτουργία τους.
Ο περιορισμός αυτός είναι:
1)    πρόσφορος, διότι δεν είναι θεμιτό ο Οργανισμός που ελέγχει και εξουσιοδοτεί τους Παροχείς Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής να ασκεί τις αναφερόμενες δραστηριότητες, και ο εν λόγω περιορισμός αποτρέπει αποτελεσματικά αυτή την περίπτωση που συνεπάγεται άδικο ανταγωνιστικό μειονέκτημα στους υπόλοιπους δραστηριοποιούμενους στην αγορά καταδυτικού εξοπλισμού,
2)    αναγκαίος, διότι σε περίπτωση μη διατήρησής του, οι Παροχείς Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής που θα συμμετέχουν στους Οργανισμούς θα μπορούν να αποφεύγουν τον έλεγχο και να προβαίνουν, έστω και χωρίς να αποσκοπούν σε αυτό, σε επηρεασμό των επιλεγόμενων από τους ελεγχόμενους ειδών καταδυτικού εξοπλισμού, και
3)    αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει τον σκοπό αυτό.
θ.    στην απαγόρευση Παροχέα Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής να συμμετέχει στη μετοχική δομή ή στη διοίκηση Οργανισμού, αναγνωρισμένου σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3409/2005, που είναι ο Οργανισμός Πιστοποίησης Αυτοδυτών [περίπτ. δ), άρθρου 1 της αριθ. 2123/03/28-3-2006 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Καθορισμός δικαιολογητικών που υποβάλλονται για την αναγνώριση Οργανισμού Πιστοποίησης Αυτοδυτών και λόγοι παράτασης προθεσμίας έκδοσης απόφασης αποδοχής» (Β΄ 449)], βασίζεται στο γεγονός ότι με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, που σχετίζεται με την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών- χρηστών προϊόντων καταδυτικού εξοπλισμού. Συγκεκριμένα, επιδιώκεται η μη σώρευση στο ίδιο πρόσωπο των συγκρουόμενων και ασυμβίβαστων ιδιοτήτων ελέγχοντος και ελεγχομένου, στοιχείο που αποτελεί προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της σχετικής αγοράς των Παροχέων Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής, η οποία σχετίζεται με την υγεία και την ασφάλεια των τελικών καταναλωτών των υπηρεσιών αυτών. Κρίνεται, δηλαδή, ότι δεν είναι θεμιτό κάποιος Παροχέας ουσιαστικά να είναι ταυτόχρονα και ελεγχόμενος (ως Παροχέας Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής) και ελέγχων (ως Οργανισμός Πιστοποίησης Αυτοδυτών), ώστε ο Οργανισμός ως ελεγκτικός μηχανισμός να μην σχετίζεται με κανέναν ιδιωτικό φορέα, ο οποίος θα μπορούσε να κατευθύνει τον πελάτη-καταναλωτή προς την αγορά προϊόντων καταδυτικού εξοπλισμού συγκεκριμένων εταιριών που σχετίζονται με αυτόν.
Ο περιορισμός αυτός είναι:
1)    πρόσφορος, διότι είναι κατάλληλος για την αποτροπή της προαναφερθείσας σύγκρουσης συμφερόντων,
2)    αναγκαίος, διότι σε περίπτωση μη διατήρησής του, η αποτροπή της εν λόγω σύγκρουσης συμφερόντων δεν θα ήταν δυνατή, ενώ ορισμένοι παροχείς θα καλούνταν να αυτοαξιολογηθούν και να πιστοποιηθούν κατ’ αυτό τον τρόπο, και
3)    αναλογικός προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός περιορισμός που θα μπορούσε να διαφυλάξει επαρκώς και αποτελεσματικά το σκοπό αυτό.

Με την περίπτωση 2 επαναφέρεται απαίτηση προηγούμενης διοικητικής άδειας, για την άσκηση των παρακάτω επαγγελμάτων:   
α.    του ναυαγοσώστη [παρ. 1 του άρθρου 5 του Π.Δ. 23/2000 «Καθορισμός προϋποθέσεων ιδρύσεως και λειτουργίας σχολών ναυαγοσωστικής εκπαιδεύσεως. Καθορισμός προϋποθέσεων χορηγήσεως άδειας ναυαγοσώστη από τις Λιμενικές Αρχές ως και καθορισμός των υποχρεώσεων του ναυαγοσώστη κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Καθορισμός περιπτώσεων υποχρεωτικής προσλήψεως ναυαγοσώστη, σε οργανωμένες ή μη παραλίες, για την προστασία των λουομένων στο θαλάσσιο χώρο.» (Α΄ 18)], βασίζεται στο γεγονός ότι με την επαναφορά της απαίτησης αυτής επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα η δημόσια τάξη και ασφάλεια, που σχετίζονται με την προστασία της ζωής και της ακεραιότητας των λουομένων. Η επαναφορά της έκδοσης προηγούμενης διοικητικής άδειας για το επάγγελμα αυτό είναι επιτακτική, μεταξύ άλλων, διότι δίδεται με τον τρόπο αυτό στα στελέχη της Λιμενικής Αρχής η δυνατότητα άμεσης, επιτόπου επιβεβαίωσης της νομιμότητας του ναυαγοσώστη, μετά από διενέργεια των σχετικών ελέγχων. Η διαδικασία αυτή μπορεί να αποτρέψει τη δραστηριοποίηση παρανόμως απασχολούμενων ναυαγοσωστών και κατ’ επέκταση το να τεθούν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Με την επαναφορά της απαίτησης αυτής, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, καθώς μόνο με τους κατά τα ανωτέρω ελέγχους της διοίκησης είναι εφικτό να προστατευθεί ο προαναφερόμενος επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω, δεν υφίσταται άλλος πρόσφορος τρόπος λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός για τον προληπτικό έλεγχο των ναυαγοσωστών, χωρίς παράλληλα να θίγεται το δικαίωμα της επαγγελματικής τους ελευθερίας.
β.    του εκμισθωτή θαλασσίων μέσων αναψυχής [εδάφιο πρώτο και δεύτερο, παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Ταχύπλοα (ταχυκίνητα) σκάφη και λοιπά θαλάσσια μέσα αναψυχής» (Β΄ 444), όπως ισχύει] βασίζεται στο γεγονός ότι με την επαναφορά της απαίτησης αυτής επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα η δημόσια τάξη και ασφάλεια, που σχετίζονται με την προστασία της ζωής και της ακεραιότητας των λουομένων και την ασφάλεια των επιβαινόντων σε θαλάσσια μέσα αναψυχής, δεδομένου ότι μόνο με τον προηγούμενο έλεγχο της Διοίκησης εξασφαλίζεται η συνδρομή των προβλεπόμενων στο νόμο προϋποθέσεων επαγγελματικής ακεραιότητας και ικανότητας, που πρέπει να διαθέτουν τα εμπλεκόμενα με τις ως άνω δραστηριότητες πρόσωπα. Ειδικότερα, ο προηγούμενος αστυνομικός έλεγχος προϋποθέτει τη δυνατότητα επί τόπου διαπίστωσης, βάσει της άδειας, της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων στο πρόσωπο του εκμισθωτή θαλάσσιων μέσων αναψυχής. Η απαίτηση αυτή συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας καθώς αποτελεί αναγκαίο και πρόσφορο μέσο για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, εφόσον δεν υφίσταται άλλος τρόπος λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός για τον προληπτικό έλεγχο των προσώπων που ενδιαφέρονται να ασκήσουν την ως άνω επαγγελματική δραστηριότητα, χωρίς παράλληλα να θίγεται το δικαίωμα της επαγγελματικής τους ελευθερίας, εφόσον οι άδειες εκδίδονται σε εύλογο χρόνο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

υποπαράγραφος Ε.14.: σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 13/VI/2012 της Επιτροπής Ανταγωνισμού κρίνεται ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος για την επαναφορά του νομικού καθεστώτος της προηγούμενης διοικητικής άδειας για τις επαγγελματικές δραστηριότητες που αφορούν την εμπορία και κατασκευή όπλων και εκρηκτικών (ν. 2168/1993, Α’ 147), ειδών πυροτεχνίας και συσκευών εκτόξευσης φωτοβολίδων (ν. 456/1976, Α’ 277), τη λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και γραφείων ιδιωτικών ερευνών και την εργασία σε αυτά (ν. 2518/1997, Α’ 164). Οι λόγοι αυτοί συνίστανται :
α) στην ανάγκη προστασίας των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την παράνομη κατασκευή, διακίνηση, εμπορία και χρήση πυροβόλων όπλων, εκρηκτικών και συναφών ειδών ενόψει της φύσης και των ιδιαιτεροτήτων των αντικειμένων αυτών που εμφανίζουν προφανείς κινδύνους για βασικά έννομα αγαθά (ζωή, σωματική ακεραιότητα) αλλά και τη δημόσια ασφάλεια γενικότερα,
β) στην υποχρέωση της Χώρας για τον αυστηρό έλεγχο των εν λόγω δραστηριοτήτων σύμφωνα με  τις Οδηγίες 91/477/ΕΟΚ και 2008/51/ΕΚ οι οποίες ενσωματώθηκαν στην εθνική έννομη τάξη με το ν. 2168/1993 και το ν. 3944/2011 (Α’ 67), αντιστοίχως,
γ)  στη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών από τις δραστηριότητες των ιδιωτικών εταιρειών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και των γραφείων ιδιωτικών ερευνών η οποία επιτυγχάνεται με τη θέσπιση αυστηρού πλαισίου λειτουργίας και συστήματος διαρκούς ελέγχου, ώστε να εξασφαλίζεται η συνδρομή των προβλεπόμενων στο νόμο προϋποθέσεων επαγγελματικής ακεραιότητας και ικανότητας που πρέπει να διαθέτουν τα εμπλεκόμενα με τις ως άνω δραστηριότητες πρόσωπα.
Επίσης, η έκδοση διοικητικής άδειας για την άσκηση των ως άνω επαγγελμάτων συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας καθώς αποτελεί αναγκαίο και πρόσφορο μέσο για τη διασφάλιση της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας, εφόσον δεν υφίσταται άλλος τρόπος λιγότερο παρεμβατικός και εξίσου αποτελεσματικός για τον προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο των προσώπων που ενδιαφέρονται να ασκήσουν τις ως άνω επαγγελματικές δραστηριότητες, χωρίς παράλληλα να θίγεται το δικαίωμα της επαγγελματικής τους ελευθερίας.
Όπως απεφάνθη και η Επιτροπή Ανταγωνισμού με την υπ΄αριθμ.13/VI/2012 από 8-2-2012 γνωμοδότησή της (Β΄ 333), συντρέχουν οι προϋποθέσεις ουσίας για τη θέσπιση εξαίρεσης σύμφωνα με τα κριτήρια του ν. 3919/2011 και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ώστε να επαναφερθεί η απαίτηση της προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση των επαγγελμάτων που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 5  και  του άρθρου 6 του ν. 2168/1993, του ν. 456/1976 και των άρθρων 2, 3 και 11 του ν. 2518/1997.

Με την προτεινόμενη υποπαράγραφο Ε.15. που τροποποιεί την  παράγραφο 6 του ν. 710/1977, όπως ισχύει, καταργείται η υποχρέωση έκδοσης από το Υπουργείο Τουρισμού χρηματικού εντάλματος πληρωμής επ’ ονόματι του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Ερευνάς της Επιτροπής Ερευνών του εκπαιδευτικού ιδρύματος για την καταβολή της αμοιβής του για την υλοποίηση του ταχύρρυθμου προγράμματος ξεναγών. Με τη νέα διάταξη ορίζεται ότι η αμοιβή του εκπαιδευτικού ιδρύματος θα καλύπτεται καθ’ ολοκληρίαν από τους συμμετέχοντες στο ταχύρρυθμο πρόγραμμα και θα καταβάλλεται απευθείας σε αυτό, χωρίς τη διαμεσολάβηση του Υπουργείου Τουρισμού. Επιπλέον, καταργείται και η πρόβλεψη παρακολούθησης της πιστής τήρησης του αναλυτικού προγράμματος κατάρτισης από τριμελή επιτροπή του Υπουργείου Τουρισμού.
Με την περίπτωση 2 της προτεινόμενης υποπαραγράφου προστίθεται παράγραφος 7 στο ν. 710/1977, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα υλοποίησης των ταχύρρυθμων προγραμμάτων της περίπτωσης αυτής από τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο της υποπαραγράφου Θ.3. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ’:
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επιτυγχάνεται η επίσπευση των πειθαρχικών διαδικασιών. Διασφαλίζεται η σύντομη κίνηση και ολοκλήρωση της διαδικασίας απονομής της πειθαρχικής ευθύνης προς όφελος τόσο της υπηρεσίας όσο και του πειθαρχικά υπόλογου υπαλλήλου. Τέλος, ρυθμίζονται θέματα της κινητικότητας των υπαλλήλων των ΝΠΙΔ, σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. 

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.1. προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών, ως αναπληρωτών των Προέδρων, στα πειθαρχικά συμβούλια. Η διάταξη αποσκοπεί στη διασφάλιση της λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.2. διευρύνεται υποκειμενικά το δικαίωμα της ενστάσεως ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ή του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο μπορούν να ασκήσουν εκτός από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε και  υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος, οι πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119 του ν. 3528/2007, ο Υπουργός, καθώς και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης. Προβλέπεται εφεξής ότι οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, με τις οποίες επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές της οριστικής παύσης και του υποβιβασμού, δεν υπόκειται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, αλλά σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τη ρύθμιση αυτή επιταχύνεται σημαντικά η πειθαρχική διαδικασία, ενώ παράλληλα η προσφυγή ουσίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας παρέχει ισχυρά εχέγγυα δικαστικής κρίσης.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.3. η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.

Με υποπαράγραφο ΣΤ.4. επιταχύνεται η πειθαρχική διαδικασία δια της κατάργησης της δυνατότητας ανακλήσεως των πειθαρχικών αποφάσεων.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.5. εκτείνεται η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης και στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.6. προβλέπεται σύντμηση της προθεσμίας εντός της οποίας αποφαίνονται επί των πειθαρχικών υποθέσεων τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια. Η ρύθμιση ενισχύει την επίσπευση της πρώτης φάσης της πειθαρχικής διαδικασίας.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.7. προβλέπεται η σύντμηση των αντίστοιχων προθεσμιών και στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.8. προβλέπεται σύντμηση των προθεσμιών των ενστάσεων κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων, με στόχο την επίσπευση της διαδικασίας.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.9. προβλέπεται η αντίστοιχη σύντμηση των προθεσμιών άσκησης των ενστάσεων και στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.10. προβλέπεται προθεσμία εντός της οποίας πρέπει το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο να εκδώσει την απόφασή του επί των ενστάσεων που έχουν ασκηθεί κατά των αποφάσεων του πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων. Με την εν λόγω προθεσμία επισπεύδεται η διαδικασία εκδίκασης των ενστάσεων.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.11. και δεδομένης της επιτακτικής ανάγκης να παρακολουθείται υπεύθυνα σε κεντρικό επίπεδο η πειθαρχική λειτουργία των φορέων του δημόσιου τομέα, κρίνεται σκόπιμο να ανατεθεί η αρμοδιότητα αυτή στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. το οποίο άλλωστε έχει τη σχετική εμπειρία, δεδομένου ότι παρακολουθεί συστηματικά την πορεία των πειθαρχικών υποθέσεων στις περιπτώσεις που προτείνεται από τις εκθέσεις του η πειθαρχική δίωξη υπαλλήλου. Για το σκοπό αυτό  θεσμοθετείται η υποχρέωση των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων, μονομελών και συλλογικών, να ανακοινώνουν στο ΣΕΕΔΔ τις πειθαρχικές υποθέσεις που χειρίζονται, απαλλασσόμενα από την υποχρέωση γνωστοποίησης και λήψης άδειας από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων όπως προβλέπεται στα άρθρα 6 και 7 του Ν. 2472/1997 (Α’ 50).
Με τον τρόπο αυτό το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ., λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές προβλέψεις της παρ. 4α και 4β του άρθρου 6 του ν. 3074/2002 περί υποχρεωτικής ενημέρωσής του από τους αρμόδιους Εισαγγελείς και τους Γραμματείς των Δικαστηρίων ή Δικαστικών Συμβουλίων για τις ποινικές υποθέσεις υπαλλήλων, θα έχει συνολική εικόνα επί της εφαρμογής των διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου και της αποτελεσματικότητας των σχετικών διαδικασιών, ώστε να υπάρχει έγκυρη και υπεύθυνη ενημέρωση για τα ανωτέρω  η οποία να λαμβάνεται υπόψη και κατά την κατάρτιση του προγράμματος ελεγκτικής του δράσης με σκοπό την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση φαινομένων κακοδιοίκησης και διαφθοράς.

Με την υποπαράγραφο ΣΤ.12. δεν εφαρμόζεται το καθεστώς της διαθεσιμότητας σε περίπτωση κατάργησης θέσεων για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου  των  νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα,  για το οποίο εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ’
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2011/7 ΤΗΣ 16ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Με τις διατάξεις της παραγράφου Ζ:
– Επιδιώκεται να αναστραφεί η τάση καθυστέρησης στις πληρωμές, με τη θέσπιση επιπλέον των υπαρχόντων μέτρων για την αποθάρρυνση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, ειδικά μέσω της δυνατότητας αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων των πιστωτών σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμών.
-Ρυθμίζονται οι όροι από τους οποίους πρέπει να διέπονται οι εμπορικές συναλλαγές, τόσο μεταξύ επιχειρήσεων όσο και μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών.
-Επιδιώκεται η έγκαιρη πραγματοποίηση πληρωμών με ειδικές ρυθμίσεις για τις προθεσμίες αυτών και η αποζημίωση των πιστωτών σε περίπτωση μη τήρησης των εν λόγω προθεσμιών.
-Ορίζονται τα μέσα καταπολέμησης της καθυστέρησης πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές.
-Προσδιορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας.
-Ορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες οι όροι συναλλαγής θεωρούνται ως κατάφωρα καταχρηστικοί για τον πιστωτή.
-Ρυθμίζεται το θέμα της αποζημίωσης για έξοδα είσπραξης τα οποία δικαιούται να λάβει ο πιστωτής.
-Θέτονται όρια για τις προθεσμίες πληρωμής.

Στις υποπαραγράφους Ζ.1. και Ζ.2., ορίζεται ο σκοπός του σχεδίου νόμου ενώ ορίζονται ως πεδίο εφαρμογής του οι πληρωμές στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, με την εξαίρεση οφειλών που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους.

Στην υποπαράγραφο Ζ.3. διευκρινίζεται η έννοια υπό την οποία χρησιμοποιούνται οι κύριοι όροι στο κείμενο  του σχεδίου.

Στην υποπαράγραφο Ζ.4., με την οποία μεταφέρονται οι διατάξεις του άρθρου 3 της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ, ορίζεται ότι  στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων,
–    ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα (περ. 1),
–    η διάρκεια της διαδικασίας αποδοχής ή επαλήθευσης, αν προβλέπεται τέτοια (περ. 4),
–    η προθεσμία πληρωμής που καθορίζεται στη σύμβαση και δεν υπερβαίνει τις 60 ημέρες, εκτός αν ρητώς έχει συμφωνηθεί διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και ο όρος δεν είναι κατάφωρα καταχρηστικός για τον πιστωτή (περ. 5).
–    Επίσης ορίζεται το επιτόκιο αναφοράς (περ. 6).

Στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, όπως προβλέπεται στην υποπαράγραφο Ζ.5., ορίζεται ότι ο δανειστής  δικαιούται νόμιμο τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα (περ. 1).

Με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Ζ.5. ορίζεται το επιτόκιο αναφοράς.
Οι προθεσμίες πληρωμής όταν ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή δεν υπερβαίνουν τις 30 ημερολογιακές ημέρες, κατά τα ειδικότερα στη διάταξη προβλεπόμενα, ενώ με την περίπτωση 4 οι προθεσμίες πληρωμής της περ. 3 της υποπαραγράφου Ζ.5., και κατά τα ειδικότερα σ’ αυτήν οριζόμενα, ορίζονται σε 60 ημερολογιακές ημέρες, για:
α) κάθε δημόσια αρχή που ασκεί οικονομική δραστηριότητα βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης, με την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών στην αγορά και
β) νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α΄ 141), όπως ισχύει, που παρέχουν υγειονομική μέριμνα και είναι κατάλληλα αναγνωρισμένα για τον σκοπό αυτόν, καθώς και ο ΕΟΠΥΥ.

Με την υποπαράγραφο Ζ.6. ρυθμίζονται θέματα χρονοδιαγραμμάτων πληρωμής, ενώ με την υποπαράγραφο Ζ.7. ορίζεται ότι, όταν καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας, ο πιστωτής δικαιούται να λάβει κατ’ αποκοπήν ποσό 40 ευρώ, ως αποζημίωση από τον οφειλέτη, καθώς και εύλογη αποζημίωση για έξοδα είσπραξης.

Με την υποπαράγραφο Ζ.8. ορίζονται οι περιπτώσεις καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικού όρου ή πρακτικής και στην υποπαράγραφο Ζ.9. προβλέπεται η δυνατότητα συλλογικής αγωγής για όρους προφανώς καταχρηστικούς που αφορούν το χρόνο πληρωμής ή τις συνέπειες της καθυστέρησης της πληρωμής της αμοιβής.

Με την υποπαράγραφο Ζ.10. ρυθμίζεται ο χρόνος εκδίκασης των αγωγών ή αιτήσεων που αφορούν μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις.

Με την υποπαράγραφο Ζ.11. προβλέπεται ότι, εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητώς ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας πριν από την παράδοση των αγαθών, ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα αυτών έως την πλήρη εξόφληση του τιμήματος.

Με την υποπαράγραφο Ζ.12. προβλέπεται η εφαρμογή των κείμενων διατάξεων σε περίπτωση που  αυτές είναι ευνοϊκότερες για τον δανειστή από αυτές που θεσπίζει η Οδηγία.

Με την υποπαράγραφο Ζ.13. ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις διασφάλισης πλήρους διαφάνειας όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Με την υποπαράγραφο Ζ.14. καταργείται το π.δ. 166/2003 (Α’ 138).

Με την υποπαράγραφο Ζ.15. ορίζεται ότι η ισχύς του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει από 16 Μαρτίου 2013 για να τηρηθεί η προθεσμία ενσωμάτωσης.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ

Υποπαράγραφος Η.1. Τροποποίηση του ν. 3526/2007 (Α΄24)
Με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τις εγκαταστάσεις πρατηρίων άρτου και ενδιάμεσων προϊόντων αρτοποιΐας (bake off) στο πλαίσιο συγκριτικής αξιολόγησης με τα καθεστώτα που ισχύουν στην Ευρώπη (benchmarking). H ανάπτυξη διάφορων συστημάτων ποιότητας (ISO, HaCCP, BRC κλπ), αλλά και η ανάπτυξη των μεθόδων συσκευασίας ως εμπορική πρακτική ενισχύει ακόμα περισσότερο την απαίτηση για απαλλαγή του νομοθετικού πλαισίου από περιορισμούς που δυσχεραίνουν την ανάπτυξη απλών μεταποιητικών δραστηριοτήτων, όπως το bake off. 
Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η απάλειψη ως περιττής της πρόβλεψης για απαγόρευση εγκατάστασης της δραστηριότητας αυτής σε διαμέρισμα ή υπόγειο, δεδομένου ότι από τον κτιριοδομικό και πολεοδομικό σχεδιασμό τόσο τα διαμερίσματα όσο και οι υπόγειοι χώροι μπορούν να αποτελούν κατά περίπτωση χώρους κυρίας χρήσης (οπότε και είναι πιθανό να επιτρέπεται η εγκατάσταση δραστηριότητας bake off ανάλογα με τις ειδικές για την τοποθεσία διατάξεις κατ΄ αντιδιαστολή με τη γενική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011).
Με την προτεινόμενη διάταξη αίρονται οι υπάρχοντες περιορισμοί (επιφανείας, αποστάσεων κλπ.) και προβλέπεται ότι πρατήριο άρτου μπορεί να ιδρυθεί σε όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών με τις συγκεκριμένες εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη και στηρίζονται σε λόγους προστασίας των καταναλωτών.

Υποπαράγραφος Η.2.  Τροποποίηση του ν. 2515/1997 και του π.δ. 340/1998
Με την προτεινόμενη την υποπαράγραφο Η.2. επιχειρείται η απλοποίηση του συστήματος των επαγγελματικών ταυτοτήτων των Λογιστών-Φοροτεχνικών με τη μείωση των τάξεων (κατηγοριών) από τέσσερεις (4) σε δύο (2). Συναφώς αναμορφώνεται το περιεχόμενο των εργασιών που θα μπορούν να παρέχουν οι Λογιστές-Φοροτεχνικοί κάτοχοι των εν λόγω επαγγελματικών ταυτοτήτων, ενώ διατηρούνται οι αναγκαίοι όροι που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων απαιτήσεις ελάχιστης κατάρτισης και ελάχιστες περιόδους επαγγελματικής πείρας, με τους οποίους διασφαλίζεται σε σημαντικό βαθμό η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς όφελος του καταναλωτή. Ταυτόχρονα, ρυθμίζεται η διαδικασία που θα εφαρμοσθεί για την εφαρμογή του νέου συστήματος.

Υποπαράγραφος Η.3. Ρύθμιση θεμάτων αδειών λαϊκών αγορών

Οι επαγγελματικές άδειες πωλητών λαϊκών αγορών χορηγούνται με συγκεκριμένα κριτήρια σε ανέργους και  αδύναμες οικονομικά κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού (άτομα με αναπηρία, πολύτεκνοι κτλ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 2323/1995, όπως ισχύει, με την προϋπόθεση ότι τηρείται η προβλεπόμενη διαδικασία, δηλαδή ότι έχουν προηγουμένως προκηρυχθεί (παρ 3, 4 και 5 του ιδίου άρθρου) για το βιοπορισμό των κατόχων τους. 
Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, κατά τη διάρκεια ισχύος της υφιστάμενης άδειας επιτρέπεται η απρόσκοπτη μεταβίβαση  σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. Ε του άρθρου 2 του π.δ. 51/2006: α) σε συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας  μέχρι 2ου βαθμού,  β) στην περίπτωση απρόσμενων γεγονότων, όπως ανίατης ασθένεια (σε υπάλληλό του), γ) αιφνίδιου θανάτου (στο/η σύζυγο, σε γονείς και τέκνα) και δ) προσωρινά μέχρι 3 έτη σε περίπτωση προσωρινής αναπηρίας του αδειούχου (στο/η σύζυγο, σε γονείς και τέκνα). Για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης θα πρέπει το πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζεται η άδεια να πληροί τις προϋποθέσεις απόκτησης επαγγελματικής άδειας.
Κατά τα ανωτέρω, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ευρείες δυνατότητες μεταβίβασης των επαγγελματικών αδειών, κάτι που δεν συνάδει ούτε με τους περιορισμένους χώρους που διατίθενται για τη λειτουργία των λαϊκών αγορών ούτε με το σκοπό του θεσμού των λαϊκών αγορών. Καθίσταται συνεπώς αναγκαία η τροποποίησή του, με τη θέσπιση του προσωποπαγούς και αμεταβίβαστου χαρακτήρα των επαγγελματικών αδειών και τον περιορισμό της μεταβίβασής τους σε ελάχιστες και μόνο αναγκαίες περιπτώσεις, με σκοπό τη σταδιακή εξάλειψη των επαγγελματικών αδειών, ώστε να παραμείνουν στις λαϊκές αγορές μόνον οι παραγωγοί, όπως εξ αρχής ο θεσμός αυτός σχεδιάστηκε.
Παράλληλα, από το ισχύον πλαίσιο προβλέπεται η επαγγελματική άδεια να είναι απεριόριστης διάρκειας και να θεωρείται κάθε τρία έτη με την προσκόμιση πιστοποιητικού ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας. Μέχρι σήμερα, λοιπόν, δεν υφίστατο μηχανισμός περιοδικού ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων που ο νόμος θέτει στο πρόσωπο των δικαιούχων. Με την προτεινόμενη διάταξη, προβλέπεται ότι οι επαγγελματικές άδειες λήγουν κάθε τρία (3) χρόνια και με την λήξη των τριών ετών ακολουθεί διαδικασία ανανέωσης, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν στο πρόσωπο του δικαιούχου οι προϋποθέσεις του νόμου, σε αντίθετη δε περίπτωση η άδεια παύει να ισχύει.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Υποπαράγραφος Θ.1. – Ρυθμίσεις για τους ιδιωτικούς φορείς παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης

Με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Θ.1. της προτεινόμενης ρύθμισης, ανακηρύσσεται αναπόσπαστο  τμήμα της αδείας ο διακριτικός τίτλος που ο πάροχος θα χρησιμοποιήσει, ο οποίος θα αποτελείται από την επωνυμία, σε περίπτωση φυσικού προσώπου ή τον διακριτικό τίτλο στις άλλες περιπτώσεις, μαζί με τον τίτλο του τύπου της παροχής εκπαίδευσης ή της συντόμευσης αυτού, (αρκτικόλεξο). Στόχος είναι η προστασία του καταναλωτή και επιδίωξη η αποτροπή σύγχυσης περί του τύπου της παρεχόμενης τυπικής ή άτυπης εκπαίδευσης. 
Με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Θ.1., αποσαφηνίζεται η νομοθετική βούληση της συστέγασης διαφορετικών μονάδων παροχής εκπαίδευσης που ανήκουν στον ίδιο φορέα, (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) με ρητή όμως απαγόρευση της ταυτόχρονης λειτουργίας στην ίδια αίθουσα, (εργαστηρίου ή διδακτική) διαφορετικών μονάδων παροχής εκπαίδευσης. Η δεύτερη περίπτωση αφορά αυτά που στην πράξη ονομάζονται «συστεγαζόμενα νηπιαγωγεία». Πράγματι, κατά το προϊσχύον κτιριολογικό πλαίσιο και μετά την τροποποίηση της Υπ. απόφασης 77053/Δ5/28.7.2006 του Υπουργού Παιδείας  με την υπ’ αρ. 35085/ΣΤ1/27.3.2009 όμοια, (αμφότερες εκδοθείσες με βάση τις εξουσιοδοτικές διατάξεις των αρ. 8 και 12 ν. 682/1977), είχε δοθεί η δυνατότητα σε παιδικούς σταθμούς “του ιδίου ιδιοκτήτη”, να λάβουν άδεια για λειτουργία νηπιακών τμημάτων από το Υπ. Παιδείας με ειδικό κτιριολογικό καθεστώς. Η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων αδειών διατηρήθηκε για παιδικούς σταθμούς που είχαν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας μέχρι και τη σχολική χρονιά 2010-2011. Μετά την κατάργηση των εξουσιοδοτικών διατάξεων των αρθ. 8 και 12 του  ν. 682/1977, καθώς και τη θέσπιση νέου κτιριολογικού πλαισίου του ν. 4093/2012, τα νηπιαγωγεία αυτά δεν πληρούν τις νέες προδιαγραφές και δεν μπορούν να καταθέσουν την υπεύθυνη δήλωση της υποπαρ. Θ.18 του ν. 4093/2012 συνεπώς η παρούσα τίθεται προκειμένου  να συνεχίσουν τη λειτουργία τους μετά την ψήφιση του ν.4093/2012. Τέλος στην περίπτωση 3 της τροποποιούμενης υποπαραγράφου Θ.6. του ν. 4093/2012, επιβάλλεται η χρήση του εκάστοτε διακριτικού τίτλου άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των μονάδων εκπαίδευσης (τυπικής ή άτυπης) που αδειοδοτούνται με τον ν. 4093/2012, σε κάθε από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή τους με σκοπό να μην προκληθεί σύγχυση ή παραπλάνηση των καταναλωτών αναφορικά με τον πάροχο των υπηρεσιών, το είδος αυτών αλλά και τον τίτλο που εν τέλει  θα απονέμεται.

Υποπαράγραφος Θ.2. – Ρυθμίσεις για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Με την προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Θ.2. επιτρέπεται, η κατ’ εξαίρεση λειτουργία, εκτός των επταθέσιων έως και ενδεκαθέσιων δημοτικών σχολείων, και δημοτικών σχολείων δωδεκαθέσιων και άνω όταν τούτο επιβάλλεται για λειτουργικούς και παιδαγωγικούς λόγους όπως είναι, ενδεικτικά, ο μεγάλος αριθμός των μαθητών,  οι μικρής χωρητικότητας διατιθέμενοι χώροι διδασκαλίας και οι αποστάσεις μεταξύ των σχολείων.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Θ.2. αυξάνεται το εβδομαδιαίο υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά δύο ώρες.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Θ.2. ορίζεται ότι το αυξημένο κατά δύο ώρες εβδομαδιαίο υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης υπολογίζεται από τα οικεία συλλογικά και ατομικά διοικητικά όργανα της εκπαίδευσης και για τον προσδιορισμό των κενών θέσεων, των λειτουρ¬γικών αναγκών και των τυχόν υπεραριθμιών για το σχολικό έτος 2013 – 2014. Με την άμεση εφαρμογή της ρύθμισης επιδιώκεται η εξασφάλιση της λειτουργίας των σχολικών μονάδων για το σχολικό έτος 2013 – 2014 καθότι λόγω της εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013 – 2016 θα προσληφθεί μικρός αριθμός αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Θ.2. προβλέπεται ότι οι εκπαιδευτικοί της ιδιωτικής εκπαίδευσης που δεν συμπληρώνουν το υποχρεωτικό τους διδακτικό ωράριο, με βάση το προβλεπόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα διδασκαλίας, είτε α) να απασχολούνται λιγότερες ώρες από αυτές του υποχρεωτικού τους ωραρίου, με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις αποδοχές εκπαιδευτικού με διδακτικό ωράριο δώδεκα (12) ωρών είτε β) να απασχολούνται μέχρι και της συμπληρώσεως του υποχρεωτικού τους ωραρίου σε σχολικές δράσεις όπως είναι η ενισχυτική διδασκαλία, η πρόσθετη διδακτική στήριξη, η ενίσχυση της γλωσσομάθειας, οι αθλητικές, πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες στο σχολείο που υπηρετούν ή σε άλλο σχολείο που ίδιου ιδιοκτήτη που λειτουργεί στην ίδια πόλη.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου Θ.2. εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης 4.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Τα αποτελέσματα των προηγούμενων νομοθετικών παρεμβάσεων είναι εμφανή στα μηνιαία δημοσιευμένα αποτελέσματα της Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε., καθιστούν όμως σαφή την ανάγκη για λήψη περαιτέρω ενισχυτικών μέτρων. Η πιθανή υπέρογκη αύξηση του Ειδικού Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), το οποίο επιβαρύνει τους τελικούς καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος, μέσω του λογαριασμού του εκάστοτε παρόχου, με σκοπό την ενίσχυση των εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε. για την αποζημίωση της ενέργειας από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη λήψη μέτρων που θα μετριάσει αυτόν τον κίνδυνο. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται οι συγκεκριμένες νομοθετικές ρυθμίσεις, καθώς έχει εξαντληθεί κάθε άλλο πρόσφορο μέσο για την ενίσχυση των εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε.
Συνεπώς, η εξυγίανση και ο εξορθολογισμός του πλαισίου προώθησης των Α.Π.Ε. διασφαλίζουν την αξιοπιστία του συστήματος και διαμορφώνουν ένα υγιές επενδυτικό κλίμα προς όφελος και του τελικού καταναλωτή.
Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω θεσμική παρέμβαση αποτελεί το επόμενο βήμα, μετά τις πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες (ν. 4093/2012), για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του μηχανισμού στήριξης των Α.Π.Ε., στην κατεύθυνση της αναμόρφωσης του πλαισίου προώθησης των Α.Π.Ε. στη χώρα. Οι ρυθμίσεις στοχεύουν στη διευκόλυνση υλοποίησης ώριμων έργων καθώς και στην αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης σχετικά με την εξασφάλιση πρόσβασης στα δίκτυα που βαίνουν προς κορεσμό, λόγω και των ανενεργών προσφορών σύνδεσης ενώ ταυτόχρονα λαμβάνεται μέριμνα για την αποφυγή υπεραποζημιώσεων στην παραγόμενη από ΑΠΕ ενέργεια και συνεπώς την αποφυγή αναίτιας επιβάρυνσης του καταναλωτή. Ειδικότερα, μέσω των νέων διατάξεων, μεταξύ άλλων, επιχειρείται ο εξορθολογισμός της διαδικασίας δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου στο δίκτυο, καθώς και η δημιουργία προϋποθέσεων για να διατηρηθούν σε ισχύ εκείνες οι άδειες παραγωγής, για τις οποίες εξακολουθεί να υφίσταται προοπτική υλοποίησης.

Με τις κύριες ρυθμίσεις που εισάγονται με το παρόν:
•    Με την υποπαράγραφο Ι.1. αναδιαμορφώνεται το καθεστώς πρόσβασης στα δίκτυα, εξαιτίας της διαγνωσμένης δέσμευσης ηλεκτρικής ισχύος για μεγάλο χρονικό διάστημα για έργα των οποίων η υλοποίηση καθυστερεί υπερβολικά. Πιο συγκεκριμένα με την επιβολή υποχρέωσης κατάθεσης εγγυητικής επιστολής, δημιουργείται αντικίνητρο για δέσμευση ηλεκτρικού χώρου στο δίκτυο για μακρό χρονικό διάστημα από ανώριμα αιτήματα. )
•    Με την υποπαράγραφο Ι.2., δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να διατηρηθούν σε ισχύ εκείνες οι άδειες παραγωγής, για τις οποίες εξακολουθεί να υφίσταται προοπτική υλοποίησης και συνεπώς να υποβοηθηθεί η προώθηση των ώριμων και οικονομικά βιώσιμων επενδύσεων.
•    Με την υποπαράγραφο Ι.3., εισάγεται ρύθμιση που αφορά στην ενίσχυση των  εσόδων  του Ειδικού Λογαριασμού του ν. 2773/1999
•    Με την υποπαράγραφο Ι.4., εισάγονται ρυθμίσεις μέσω των οποίων επιδιώκεται τόσο η  επιβράδυνση της επιβάρυνσης όσο και η αύξηση των εισροών του Ειδικού Λογαριασμού. Στις ρυθμίσεις αυτές, που αφορούν σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται διατάξεις για δυνατότητα επιστροφής μέρους των εγγυητικών επιστολών, αναστολή σύναψης συμβάσεων σύνδεσης και πώλησης και αναπροσαρμογή της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης στους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που ενεργοποιήθηκαν μετά την 1/1/2013.
•    Στην υποπαράγραφο Ι.5., περιλαμβάνονται αναγκαίες μεταβατικές, τελικές και καταργούμενες διατάξεις απαραίτητες για την εφαρμογή των ανωτέρω.

Συγκεκριμένα, στην παράγραφο Ι. του προτεινόμενου σχεδίου νόμου ρυθμίζονται κατά σειρά τα εξής:

Υποπαράγραφος Ι.1.: Θέματα πρόσβασης στα δίκτυα
Με τις περιπτώσεις 1 και 2 εξορθολογίζεται ο χειρισμός των αιτημάτων για χορήγηση προσφορών σύνδεσης, καθώς και η διάρκεια ισχύος των οριστικών Προσφορών Σύνδεσης. Ειδικότερα μειώνεται από 4 σε 3 έτη η χρονική διάρκεια της οριστικής προσφοράς σύνδεσης για έργα για τα οποία απαιτείται άδεια παραγωγής και τίθεται περιορισμός στη συνολική διάρκεια ισχύος της οριστικής προσφοράς σύνδεσης για έργα για τα οποία δεν απαιτείται άδεια παραγωγής. Κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση της προτεινόμενης ρύθμισης προκειμένου να περιοριστεί το χρονικό διάστημα δέσμευσης πολύτιμου ηλεκτρικού χώρου και να επιταχυνθεί ο ρυθμός υλοποίησης των έργων με σκοπό την έγκαιρη επίτευξη των ενεργειακών στόχων που έχουν τεθεί για το έτος 2020. Επιπλέον, με την περίπτωση 2 θεσπίζεται παράταση της ισχύος της οριστικής προσφοράς σύνδεσης για έργα που εξαιρούνται από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής σε περίπτωση, που κατά την ημερομηνία λήξης της ισχύος της προσφοράς, έχει συναφθεί και βρίσκεται σε ισχύ σύμβαση σύνδεσης και συνεπώς το έργο θεωρείται ώριμο για υλοποίηση. Επίσης, με την περίπτωση 2 καθορίζεται το πεδίο αρμοδιότητας μεταξύ των διαχειριστών του Συστήματος και του Δικτύου (ΑΔΜΗΕ ΑΕ και ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) για τη σύνδεση σταθμών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ βάσει της χωρητικότητας των γραμμών του δικτύου, η οποία βρίσκεται περίπου στα 8 MW ανάλογα με τον τύπο της γραμμής. Επίσης καθορίζεται ότι οι σταθμοί που εξαιρούνται από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής μπορούν να συνδέονται μόνο στο Δίκτυο διατηρώντας έτσι τα ουσιαστικά πλεονεκτήματα της διεσπαρμένης παραγωγής κοντά στο φορτίο. Τέλος ρυθμίζονται θέματα χειρισμού αιτημάτων που αφορούν ομάδα σταθμών η συνολική ισχύς των οποίων ξεπερνά το όριο των 8 MW.
Η ισχύς (MW) των δεσμευτικών προσφορών σύνδεσης στο Δίκτυο ή το Σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας και των αιτημάτων που εκκρεμούν για χορήγηση Προσφοράς Σύνδεσης είναι δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με την απαιτούμενη εγκατεστημένη ισχύ για την επίτευξη των στόχων όπως έχει αποτυπωθεί στο εθνικό σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Τα στοιχεία Δεκεμβρίου 2012 δείχνουν ότι η ισχύς των σχετικών δεσμευτικών προσφορών σύνδεσης έφτασε τα 7.000 MW ενώ σε αντίστοιχα επίπεδα ανέρχεται και η ισχύς των εκκρεμών αιτημάτων για χορήγηση προσφορών σύνδεσης. Τίθεται συνεπώς επιτακτικά η ανάγκη για ορθολογική διαχείριση του «αγαθού» της πρόσβασης στα δίκτυα προς όφελος των ώριμων έργων, παρά το γεγονός ότι ήδη, βάσει της ισχύουσας αναστολής εξέτασης εκκρεμών αιτημάτων για φωτοβολταϊκούς σταθμούς, αιτήματα για προσφορά σύνδεσης συνολικής ισχύος 2.800 MW τελούν υπό αναστολή. Επιπλέον, η εν λόγω σώρευση αιτημάτων δυσκολεύει το έργο των διαχειριστών του Συστήματος και του Δικτύου με αποτέλεσμα να καθιστά χρονοβόρα και την υλοποίηση ώριμων έργων για τα οποία έχει διασφαλιστεί η σχετική χρηματοδότηση.
Με τις ρυθμίσεις των περιπτώσεων 3 και 4 προβλέπεται, στο στάδιο της αποδοχής από τον παραγωγό της χορηγούμενης Προσφοράς Σύνδεσης, η προσκόμιση εγγυητικής επιστολής, που διαφοροποιείται βάσει της ισχύος του σταθμού, ώστε να περιοριστεί η υποβολή αιτημάτων για ανώριμα έργα που δεν έχουν μεγάλες πιθανότητες υλοποίησης. Προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα δίκτυα προβλέπεται, για τις περιπτώσεις που δεν έχει τεθεί σε ισχύ σύμβαση σύνδεσης (ήτοι για ανώριμα έργα), η αυτοδίκαιη λήξη των οριστικών προσφορών σύνδεσης που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων της περίπτωσης 4 εάν εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της περίπτωσης δεν υποβληθεί εγγυητική επιστολή ύψους μειωμένου κατά 50% αυτού που ορίζεται στην περίπτωση 3. Εκτιμάται ότι η υποχρέωση κατάθεσης εγγυητικής επιστολής θα επιφέρει την επιθυμητή αποδέσμευση ηλεκτρικού χώρου ώστε να διατεθεί σε ώριμα προς υλοποίηση έργα. Για να προσαρμοστεί η αγορά ομαλά στο νέο πλαίσιο λειτουργίας, οι διατάξεις των εν λόγω περιπτώσεων τίθενται σε ισχύ από την 1η Μαΐου 2014. Για να μην δεσμεύονται κεφάλαια κατά την υλοποίηση των έργων, προβλέπεται επιστροφή της εγγυητικής κατά τα τρία τέταρτα του αρχικού ύψους αυτής μετά τη θέση σε ισχύ της σύμβασης σύνδεσης με καταβολή των δαπανών υλοποίησης του τμήματος των έργων που κατασκευάζει ο διαχειριστής κατά την υπογραφή της σύμβασης και με όριο τις 250.000€ (περίπτωση 7). Λαμβάνεται μέριμνα σε ειδικές περιπτώσεις για μη υποχρέωση υποβολής ή επιστροφή της εγγυητικής επιστολής λόγω αδυναμίας κατασκευής του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου (σταθμοί σε κτίρια, συνολική προσφορά σύνδεσης, απόρριψη αιτήματος για έκδοση άδειας χρήσης νερού). Επιπλέον με Απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Π.Ε.Κ.Α.), μετά από γνώμη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, μπορεί να μεταβάλλεται το ύψος των εγγυητικών επιστολών και οι όροι υποβολής και επιστροφής τους για πολύπλοκα κατασκευαστικά έργα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α) έως γ) του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 8 του ν.3468/2006, τα οποία κατά κανόνα συνδέονται σε απομακρυσμένα σημεία του ηλεκτρικού δικτύου ή/και δεν επηρεάζουν τη μεταφορική ικανότητα του τοπικού δικτύου.
Η πρόβλεψη της περίπτωσης 5 για έκδοση Υπουργικής Απόφασης που θα προβλέπει διαχειριστική αμοιβή υπέρ των Διαχειριστών για την εξέταση των αιτημάτων για έκδοση μη οριστικών Προσφορών Σύνδεσης, είναι εύλογη δεδομένου ότι οι Διαχειριστές έχουν περιορισμένους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους και θα πρέπει να αμείβονται για την εν λόγω υπηρεσία προς τρίτους, όπως συμβαίνει και σε άλλους φορείς (π.χ ΡΑΕ για έκδοση και τροποποίηση Άδειας Παραγωγής). Σχετική αμοιβή προβλέπεται στο υφιστάμενο πλαίσιο και για άλλες υπηρεσίες προς τρίτους που προσφέρει ο ΑΔΜΗΕ όπως έλεγχο μελετών, έλεγχο καταλληλότητας γηπέδου Υποσταθμού, παραλαβή έργων κ.α.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του ν. 4062/2012 δόθηκε προτεραιότητα εξέτασης στις εκκρεμούσες, στους αρμόδιους διαχειριστές του δικτύου, αιτήσεις για τη χορήγηση προσφορών σύνδεσης σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με χρήση γεωθερμικής ενέργειας / βιομάζας / βιοαερίου, η αξιολόγηση των οποίων καθυστερούσε λόγω του συσσωρευμένου φόρτου εργασίας που προέκυψε μετά το ν. 3851/2010, εξαιτίας της πληθώρας των αιτήσεων που είχαν υποβληθεί για τη χορήγηση προσφορών σύνδεσης σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Επειδή παρά την πρόσφατη αναστολή της διαδικασίας για χορήγηση προσφορών σύνδεσης σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς οι Διαχειριστές δεν δύνανται να προβούν σε άμεση εκκαθάριση των αιτήσεων κρίνεται σκόπιμο να παραταθεί, με τις διατάξεις της περίπτωσης 6, η ανωτέρω προτεραιότητα εξέτασης και να συμπεριληφθούν οι λοιπές τεχνολογίες που δεν παρουσιάζουν μέχρι σήμερα σημαντική διείσδυση στο ηλεκτρικό ισοζύγιο ενέργειας.
Με την περίπτωση 7 καθορίζεται η διαδικασία καταβολής του τιμήματος υλοποίησης του τμήματος των έργων που κατασκευάζει ο διαχειριστής και προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης απόφασης του Υπουργού Π.Ε.Κ.Α. για τον καθορισμό του τύπου της σύμβασης σύνδεσης.
Τέλος με την περίπτωση 8 αποσαφηνίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 3468/2006 που καθορίζουν τον τρόπο σύνδεσης των σταθμών ΑΠΕ στο διασυνδεδεμένο σύστημα της ηπειρωτικής χώρας εφαρμόζονται και για το δίκτυο υψηλής τάσης των μη διασυνδεδεμένων νησιών.

Υποπαράγραφος Ι.2.: Ετήσιο τέλος διατήρησης δικαιώματος κατοχής άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας
Η επίτευξη των δεσμευτικών στόχων για το έτος 2020 που έχουν τεθεί με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ συναρτάται με τον ταχύ ρυθμό υλοποίησης των έργων που έχουν αδειοδοτηθεί. Για παράδειγμα, για την επίτευξη του ειδικότερου στόχου για συμμετοχή της ηλεκτρικής ενέργειας των ΑΠΕ σε ποσοστό τουλάχιστον 40% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας (παρ. 3, άρθρο 1, ν. 3468/2006) θα πρέπει η εγκατάσταση αιολικών σταθμών να επιταχυνθεί και με σημερινά δεδομένα καλείται να κινηθεί στο επίπεδο των 500 MW ετησίως. Έτσι, με στόχο την επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων, με την υποπαράγραφο Ι.2. προβλέπεται η καταβολή τέλους υπέρ του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 για τις περιπτώσεις για τις οποίες δεν προχωράει η ωρίμανση των έργων και αίρεται με την υποβολή της εγγυητικής επιστολής της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Ι.1., οπότε και θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος έχει φέρει το έργο σε ικανό βαθμό ωρίμανσης, αφού ουσιαστικά μέσω της εγγυητικής επιστολής δεσμεύεται για την υλοποίησή του. Σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους προβλέπεται η ανάκληση της άδειας.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ι.2. προβλέπεται διαχωρισμός των έργων Α.Π.Ε. που έλαβαν άδεια παραγωγής πριν και μετά την έκδοση του παρόντος νόμου. Έτσι, έργα που ήδη έχουν λάβει άδεια παραγωγής καλούνται να καταβάλουν το ετήσιο τέλος διατήρησης δικαιώματος κατοχής άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μετά από διπλάσιο χρονικό διάστημα εκείνου που απαιτείται για τα έργα για τα οποία δεν έχει εκδοθεί ακόμα άδεια παραγωγής. Επιπρόσθετα, υφίσταται διαχωρισμός με βάση την πολυπλοκότητα κατασκευής των σταθμών και συνεπώς τη μεγαλύτερη διάρκεια ωρίμανσης των σχετικών επιχειρηματικών σχεδίων. Το εν λόγω τέλος δύναται να αναπροσαρμοστεί με απόφαση του Υπουργού Π.Ε.Κ.Α.
Επίσης, στις διατάξεις της υποπαραγράφου Ι.2. υπάρχει πρόβλεψη για δυνατότητα έκδοσης απόφασης του Υπουργού Π.Ε.Κ.Α. για την καταβολή ετήσιου τέλους διατήρησης δικαιώματος, και για τα έργα Α.Π.Ε. που εξαιρούνται από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής.
Στην περίπτωση που η μη πρόοδος του έργου οφείλεται στην αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης στο δίκτυο λόγω κορεσμού δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής του τέλους για όσο διάστημα υφίσταται ο κορεσμός και το σχετικό χρονικό διάστημα δεν προσμετράται στον υπολογισμό των χρονικών διαστημάτων βάσει των οποίων διαπιστώνεται η υποχρέωση καταβολής του τέλους.

Υποπαράγραφος Ι.3. Έσοδα Ειδικού Λογαριασμού άρθρου 40 ν. 2773/1999
Με την υποπαράγραφο Ι.3. δίνεται η ευχέρεια καθορισμού με τους κώδικες διαδικασίας και όρων διευθέτησης πληρωμών των σταθμών που εγχέουν ενέργεια στο διασυνδεδεμένο σύστημα και τίθεται κάτω όριο για την τιμή με την οποία αγοράζει ο προμηθευτής από την χονδρεμπορική αγορά την ενέργεια που παράγεται από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Το εν λόγω όριο αντανακλά το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών ήτοι ένα μέγεθος το οποίο χαρακτηρίζεται από σχετική σταθερότητα. Με τη ρύθμιση τροποποιείται ο τρόπος υπολογισμού της χρέωσης της παραγόμενης ενέργειας στον προμηθευτή, καθώς ο υφιστάμενος ενδέχετο να οδηγήσει σε τιμή κατά πολύ μικρότερη της τιμής με την οποία αποζημιώνεται ο παραγωγός με αποτέλεσμα το επιπλέον κόστος να επιβαρύνει τον τελικό καταναλωτή μέσω του ΕΤΜΕΑΡ.

Υποπαράγραφος Ι.4. Ρυθμίσεις για φωτοβολταϊκούς σταθμούς
Με τις περιπτώσεις 1 και 2 ρυθμίζεται το πλαίσιο χειρισμού, εκ μέρους του αρμόδιου διαχειριστή, των εγγυητικών επιστολών και του ανεκτέλεστου κόστους έργων ηλεκτρικής διασύνδεσης, απαλλασσόμενων, της υποχρέωσης έκδοσης άδειας παραγωγής, σταθμών ή/και σταθμών που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 39 του ν.4062/2012, που δεν υλοποιήθηκαν. Κατόπιν υπεύθυνης δήλωσης του υποψήφιου παραγωγού περί απόσυρσης του ενδιαφέροντός του για την υλοποίηση του φωτοβολταϊκού σταθμού, επιστρέφεται η εγγυητική επιστολή και το ποσό που αντιστοιχεί στο κόστος του μέρους των έργων διασύνδεσης που δεν υλοποιήθηκε, το οποίο είχε καταβληθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης υλοποίησης των έργων σύνδεσης.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, η κατατεθείσα εγγυητική επιστολή, δεν καταπίπτει υπέρ του ειδικού λογαριασμού του Λειτουργού της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ ΑΕ), ο οποίος έχει συσταθεί με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 για τη χρηματοδότηση του υποστηρικτικού μηχανισμού των ΑΠΕ όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις, αλλά αποδεσμεύεται υπέρ του υποψήφιου παραγωγού. Με την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής και του κόστους των ανεκτέλεστων έργων σύνδεσης επιτυγχάνεται αντίστοιχη μείωση του διαχειριστικού κόστους με το οποίο ούτως ή άλλως επιβαρύνθηκαν οι υποψήφιοι παραγωγοί για την υλοποίηση των σκοπούμενων σταθμών.
Με τις επόμενες περιπτώσεις της υποπαραγράφου Ι.4. εισάγονται συμπληρωματικά μέτρα αυτών που ελήφθησαν από τον Αύγουστο του 2012 μέχρι σήμερα, για την αντιμετώπιση του υπέρογκου ελλείμματος που έχει δημιουργηθεί στον ειδικό λογαριασμό του ΛΑΓΗΕ, με την απόφαση αναστολής νέων αιτημάτων (ΥΑΠΕ/Φ1/2300/οικ.16932/09.08.2012, Β’ 2317) και την επιβολή έκτακτης εισφοράς στους κατόχους φωτοβολταϊκών σταθμών με το ν. 4093/2012, (υποπαράγραφος Ι.2, περίπτωση 1).
Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 3 έως 6, για την αναστολή υπογραφής συμβάσεων σύνδεσης και πώλησης μέχρι τις 31.12.2013, παρέχεται ένα επαρκές χρονικό περιθώριο για επανασχεδιασμό του συστήματος αποζημίωσης της ενέργειας που παράγεται από φωτοβολταϊκούς σταθμούς αλλά και επανεξέταση του μείγματος μεταξύ των τεχνολογιών για την επίτευξη των στόχων. Ενδεικτικό στοιχείο της υφιστάμενης τάσης ενεργοποίησης φ/β σταθμών στο δίκτυο είναι η ηλέκτριση φ/β σταθμών συνολικής ισχύος που κατά το διάστημα από την εισαγωγή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4093/2012 (12.11.12) και μέχρι τον Μάρτιο του 2013 έφτασε τα 800 MW, παρά το γεγονός ότι με τις εν λόγω διατάξεις έχει επιβληθεί έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης.
Από την αναστολή εξαιρούνται οι φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις του ειδικού προγράμματος στις στέγες και οι περιπτώσεις για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει κατατεθεί πλήρης φάκελος για την υπογραφή σύμβασης πώλησης.
Με την περίπτωση 7 νομοθετείται η ήδη εφαρμοζόμενη πρακτική απόρριψης αιτημάτων τροποποίησης αδειών παραγωγής και προσφορών σύνδεσης, όταν αυτά αφορούν αύξηση ισχύος, για τους προφανείς λόγους μη περαιτέρω διόγκωσης του ελλείμματος του ειδικού λογαριασμού και τον ομοιόμορφο χειρισμό επενδυτικών αιτημάτων μετά την αναστολή αδειοδότησης του Αυγούστου 2012.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 8 επέρχεται αύξηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η οποία προσδιορίζεται επί του προ ΦΠΑ τιμήματος πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχέεται στο ηλεκτρικό δίκτυο, για τις περιπτώσεις (β) και (γ) της υποπαραγράφου Ι.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και για τους σταθμούς που ενεργοποιήθηκαν μετά την 1.1.2013, με στόχο τη μείωση των ελλειμμάτων που έχουν δημιουργηθεί στον ειδικό λογαριασμό και συνακόλουθα τη σταθεροποίηση της αγοράς ενέργειας, προκειμένου να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι υφιστάμενοι σταθμοί ΑΠΕ αλλά και να ομαλοποιηθεί η ένταξη νέων.
Η περαιτέρω αύξηση της ειδικής εισφοράς επιβάλλεται στο πλαίσιο ισότιμου επιμερισμού, των αναγκαίων μέτρων για την άμβλυνση των ελλειμμάτων του ειδικού λογαριασμού και υποδεικνύεται από τα υφιστάμενα περιθώρια οικονομικής βιωσιμότητας των νεοσυνδεόμενων φωτοβολταϊκών σταθμών στο δίκτυο, όπως αυτή βεβαιώνεται από τη συνολική ισχύ που ενεργοποιήθηκε μετά τη δημοσίευση του ν. 4093/2012 και την αξιοσημείωτη μείωση του κόστους προμήθειας και εγκατάστασης φωτοβολταϊκού εξοπλισμού από το Νοέμβριο του 2012 μέχρι σήμερα. Χωρίς την αύξηση της ειδικής εισφοράς η παραπάνω ισχύς των 800 MW θα προκαλέσει νέα διόγκωση του ελλείμματος του ειδικού λογαριασμού. Σε αυτήν την περίπτωση για την αποκατάσταση του πρόσθετου ελλείμματος του ειδικού λογαριασμού θα απαιτηθούν αναιτίως επιβαρύνσεις των απλών καταναλωτών, με κατακόρυφες αυξήσεις στα τιμολόγια προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς οι αποδόσεις για τους κατόχους των εν λόγω σταθμών είναι πολύ υψηλές λόγω της περαιτέρω μείωσης του κόστους προμήθειας και εγκατάστασης κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012 και το 2013 σε σχέση με αυτό που είχε εκτιμηθεί κατά την ψήφιση του ν. 4093/2012. Η αύξηση της εισφοράς είναι κλιμακωτή και αντανακλά το νέο κόστος προμήθειας και εγκατάστασης.

Υποπαράγραφος Ι.5. Τελικές, μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις Παραγράφου Ι.
Ενόψει της θέσπισης εγγυοδοσίας κατά το στάδιο της χορήγησης προσφοράς σύνδεσης, καταργείται η διάταξη που προέβλεπε εγγυοδοσία κατά το μεταγενέστερο στάδιο της υπογραφής της σύμβασης σύνδεσης (παράγραφος 1).
Ενόψει των αλλαγών που επέρχονται με τα τελευταία εδάφια της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Ι.1. αποσαφηνίζεται η διαχείριση των προσφορών σύνδεσης που είχαν χορηγηθεί έως την ισχύ του παρόντος νόμου (περίπτωση 2).
Οι ρυθμίσεις που θεσπίζονται με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Ι.1. εφαρμόζονται και για τις Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (περίπτωση 3).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Υποπαράγραφος ΙΑ.1.: Πάγια ρύθμιση των οφειλόμενων εισφορών στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και λοιπές διατάξεις και
Υποπαράγραφος ΙΑ.2. : Ρύθμιση «νέας αρχής» των οφειλόμενων εισφορών στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και λοιπές διατάξεις

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη είσπραξης των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πάσης φύσεως επιχειρήσεων προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Για το σκοπό αυτό και λαμβάνοντας υπόψη το ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις, οι οποίες σε μεγάλο ποσοστό αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα ταμειακής ρευστότητας, έχουν εκδοθεί κατά καιρούς νομοθετικές διατάξεις τμηματικής εξόφλησης των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών τους.
Οι νέες σχετικές ρυθμίσεις κρίνονται αναγκαίες για την στήριξη των επιχειρήσεων και της απασχόλησης και εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας για την ανασυγκρότηση της εθνικής μας οικονομίας με κύριο στόχο την μεγαλύτερη αύξηση των εισροών των ασφαλιστικών οργανισμών τα οποία επωμίζονται την τεράστια ευθύνη της ομαλής και απρόσκοπτης καταβολής των συντάξεων ενώ ταυτόχρονα, μέσω της μεταφοράς των πόρων προς τον Εθνικό Οργανισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας, της διασφάλισης των παροχών υγείας.

Υποπαράγραφος ΙΑ.3.: Πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ»
Στο Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δημιουργείται το Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», ένα πολύτιμο εργαλείο στατιστικής αποτύπωσης των μεγεθών της αγοράς εργασίας. Μέσω του πληροφοριακού αυτού συστήματος απαλλάσσονται οι εργοδότες από γραφειοκρατικές διαδικασίες και αγκυλώσεις που επί σειρά ετών αποτελούσαν τροχοπέδη για την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα καταπολεμάται η αδήλωτη εργασία και η εισφοροδιαφυγή.
Περαιτέρω, δημιουργούνται σημαντικές οικονομίες κλίμακος, διοικητικές και οικονομικές, μειώνονται οι διοικητικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων και το κόστος συμμόρφωσης των εργοδοτών, ενώ αποδεσμεύεται και σημαντικός αριθμός στελεχών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, οι οποίοι πλέον επικεντρώνονται στα ελεγκτικά τους καθήκοντα.
Συγκεκριμένα, με το ηλεκτρονικό αυτό σύστημα, οι αρμόδιοι φορείς της πολιτείας, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης έχει πλέον σε ζωντανό χρόνο και σε συνεχή βάση, ακριβή πληροφόρηση και λεπτομερή στοιχεία για:
–    τις ροές απασχόλησης (αναγγελίες προσλήψεων, καταγγελίες συμβάσεων αορίστου χρόνου, λήξεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου και οικειοθελείς αποχωρήσεις),
–    τη κατηγοριοποίηση των προσλήψεων/απολύσεων ανά τύπο σύμβασης, μέγεθος επιχείρησης, περιφέρεια,
–    την κλαδική εξειδίκευση των νέων προσλήψεων/απολύσεων,
–    τις μετατροπές των συμβάσεων πλήρους ωραρίου σε μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση,
–    την εξέλιξη των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας,
–    την απορροφητικότητα των προγραμμάτων ενεργητικών πολιτικών του ΟΑΕΔ, κ.λπ.
Οι δυνατότητες του πληροφοριακού συστήματος με την ονομασία «ΕΡΓΑΝΗ» παρέχουν μια αξιόπιστη εικόνα της κίνησης και της δυναμικής της αγοράς εργασίας. Επιτρέπουν όμως και σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, να έχει αντικειμενική ενημέρωση και πρόσβαση σε αξιόπιστα στοιχεία για ερευνητικούς, στατιστικούς ή άλλους λόγους.
Τέλος, η υποχρέωση του υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας να δίνει στη δημοσιότητα ανελλιπώς και σε τακτική βάση στοιχεία καταγραφής του πληροφοριακού συστήματος, ικανοποιεί βασικές αρχές του κράτους δικαίου και κυρίως τις αρχές της διαφάνειας και της συλλογικής πληροφόρησης.

Υποπαράγραφος ΙΑ.4. : Ασφαλιστικό καθεστώς Υποδιοικητών ασφαλιστικών οργανισμών
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.16 του άρθρου 15 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), οι με πλήρη απασχόληση Πρόεδροι και Διοικητές των ασφαλιστικών Οργανισμών εξακολουθούν να διέπονται κατά τη διάρκεια της θητείας τους από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης της οργανικής θέσης που κατείχαν πριν το διορισμό τους στη θέση αυτή και στην οποία επανέρχονται μετά τη λήξη ή τη διακοπή της θητείας τους.
Επίσης, τα πρόσωπα που διορίζονται επικεφαλείς σε ΝΠΔΔ, σε Οργανισμούς δημόσιου τομέα, κλπ. καταλαμβάνουν ιθύνουσες θέσεις στους Οργανισμούς αυτούς βρίσκονται εκτός των οργανικών θέσεων της υπαλληλικής ιεραρχίας του φορέα στον οποίο τοποθετούνται , κατά την άσκηση δε των καθηκόντων τους τελούν σε σχέση ειδικής έμμισθης εντολής, η οποία διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Κατά συνέπεια οι Υποδιοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών αποκλείονταν από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεδομένου ότι δεν καταλαμβάνονταν ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παρ. 16 του άρθρου 15 του Ν.3232/04 , ούτε από τις κοινές διατάξεις του ΑΝ.1846/1951 καθόσον δεν πρόκειται για εργασιακή σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Με τις διατάξεις των παρ. 1-3 του άρθρου 24 του ν.1469/1984 δόθηκε η δυνατότητα  στους Διοικητές, Υποδιοικητές και Προέδρους ΝΠΔΔ και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας που παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρη απασχόληση και αμείβονται με μηνιαία αντιμισθία να ασφαλίζονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τους κλάδους Σύνταξης και Ασθένειας, εφόσον κατά το χρόνο της θητείας τους δεν καλύπτονται από άλλη κύρια ασφάλιση και εφόσον το επιθυμούν. Η ασφάλιση στο Ίδρυμα με τις ανωτέρω διατάξεις δεν είναι υποχρεωτική και αυτοδίκαιη, αλλά χωρεί μόνο μετά την υποβολή σχετικής αίτησης.
Κατά συνέπεια, για λόγους ίσης μεταχείρισης και ενιαίας αντιμετώπισης προτείνεται η διάταξη της παρ.16 του άρθρου 15 του ν. 3232/2004 να ισχύει και για τους Υποδιοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών, έτσι ώστε να εξακολουθούν να διέπονται κατά τη διάρκεια της θητείας τους από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης ,πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης της οργανικής θέσης που κατείχαν πριν το διορισμό τους στη θέση αυτή και στην οποία θα επανέλθουν μετά τη λήξη ή τη διακοπή της θητείας τους.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΒ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

περίπτωση 1 της υποπαραγράφου ΙΒ.1.: Όπως είναι γνωστό, για την αντιμετώπιση της αυξημένης ροής παράνομα εισερχομένων υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα της χώρας μας, αποσπάται προς ενίσχυση των αρμόδιων για τον έλεγχο της παράνομης μετανάστευσης Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και για τη φύλαξη των κέντρων πρώτης υποδοχής ή εγκαταστάσεων όπου κρατούνται οι αλλοδαποί, προσωπικό που προέρχεται από όλες τις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας. Η ενίσχυση των Υπηρεσιών που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αυτό κρίνεται σκόπιμο να γίνεται με απόσπαση, καθόσον το φαινόμενο της μαζικής εισροής παράνομων μεταναστών στη χώρα μας μεταβάλλεται τοπικά και χρονικά, ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες. Περαιτέρω, οι αποσπάσεις αυτές κρίνονται αναγκαίες ενόψει και της εθνικής σημασίας που έχει η αντιμετώπιση του προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης και η εκπλήρωση των συναφών υποχρεώσεων της χώρας μας στο πλαίσιο της εφαρμογής του κεκτημένου Σένγκεν.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (άρθρο 19 π.δ.100/2003) το χρονικό διάστημα της απόσπασης που διατάσσει η υπηρεσία είναι μέχρι τρεις (3) μήνες με δυνατότητα παράτασης του χρόνου αυτού μέχρι τρεις (3) ακόμη μήνες, εφόσον συναινεί το προσωπικό που αποσπάται. Περαιτέρω, για χρονικό διάστημα απόσπασης πέραν του τριμήνου δεν δικαιολογούνται οδοιπορικά έξοδα, με αποτέλεσμα για την κάλυψη των αναγκών αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης να πραγματοποιούνται συνεχείς μετακινήσεις του προσωπικού και να μην αξιοποιείται η εμπειρία που απέκτησε αυτό, προς βλάβη του υπηρεσιακού συμφέροντος. Προκειμένου να παρέχεται κίνητρο στο ως άνω προσωπικό που αποσπάται, να παραμένει ή να αποσπάται εκ νέου στις Υπηρεσίες απόσπασης και πέραν των τριών (3) μηνών και να περιοριστούν οι συνεχείς μετακινήσεις του, προτείνεται, με την παράγραφο 1 της παρούσας, κατ’ απόκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις, η δυνατότητα καταβολής των σχετικών οδοιπορικών εξόδων για το επιπλέον χρονικό διάστημα απόσπασης και μέχρι έξι (6) μήνες συνολικά ανά ημερολογιακό έτος. Επισημαίνεται ότι το κόστος των αποσπάσεων αυτών αντιμετωπίζεται από τις πιστώσεις συγχρηματοδοτούμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Με την προτεινόμενη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου ΙΒ.1. παρέχεται η δυνατότητα στο Πυροσβεστικό Σώμα να εξασφαλίσει, μέσω μίσθωσης, υπηρεσίες αεροπυρόσβεσης, επεκτείνοντας την ισχύ συμβάσεων που είχαν συναφθεί κατά την προηγούμενη αντιπυρική περίοδο, με διεθνείς διαγωνιστικές διαδικασίες. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται δυνατή η εξασφάλιση των ως άνω υπηρεσιών και η έγκαιρη και αποτελεσματική θωράκιση της πολιτικής προστασίας της χώρας κατά την αντιπυρική περίοδο του 2013, στο πλαίσιο της επανεκτίμησης των επιχειρησιακών απαιτήσεων, ιδίως λόγω των κλιματολογικών, μετεωρολογικών δεδομένων, οι οποίες είναι πλέον όμοιες με αυτές της προηγούμενης αντιπυρικής περιόδου.

Υποπαράγραφος ΙΒ.2. Ρυθμίσεις Συνδικαλιστικών Οργανώσεων

Περίπτωση 1: Το γεωγραφικό κριτήριο σχηματισμού των σωματείων των αστυνομικών αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο κριτήριο το οποίο εφαρμόσθηκε στην πράξη χωρίς προβλήματα επί περίπου μία εικοσαετία. Η οργάνωση των σωματείων των αστυνομικών βάσει υπηρεσιακού κριτηρίου (ανά αστυνομική διεύθυνση ή διεύθυνση αστυνομίας) καθιστά τα σωματεία σαφώς πιο ευάλωτα σε παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας και μεταβολές, σε αντίθεση με την οργάνωσή τους βάσει του γεωγραφικού κριτηρίου (ανά νομό).
Περίπτωση 2: Διά του ν. 3938/2011 επήλθε κατακερματισμός υφιστάμενων σωματείων αστυνομικών και στην πράξη σταδιακή αποδυνάμωσή τους. Ιδίως σε εποχές που προωθούνται ρυθμίσεις συνενωτικές (π.χ. Καλλικράτης), η πολυδιάσπαση των σωματείων των αστυνομικών δυσχεραίνει τη λειτουργία τους, αποδυναμώνει τη «φωνή» τους, και δημιουργεί ανισότητες ακόμα και μεταξύ τους. Η οργάνωση των σωματείων ανά νομό εξασφαλίζει τη γνησιότερη συνδικαλιστική εκπροσώπηση και την αποφυγή κατακερματισμού της δύναμης των εργαζομένων από την πολλαπλή συμμετοχή αυτών σε διάφορες οργανώσεις. Τούτο επιβάλλεται και από τις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, δεδομένου ότι το αστυνομικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και ο συνδικαλισμός γενικότερα, περνάει σοβαρότατη κρίση και το ζητούμενο είναι η συσπείρωση και μαζικοποίηση όλων των δυνάμεων και όχι ο εκ του νόμου πολυκερματισμός τους.
Περίπτωση 3: Οι εντός των νομών μετακινήσεις των αστυνομικών είναι πολυάριθμες κατ’ έτος (μόνο στην Αττική περί τις 2.000) γεγονός που καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή τη λειτουργία πολλών σωματείων ανά νομό, τα οποία εκ των πραγμάτων εξαναγκάζονται σε πολυάριθμες κατ’ έτος εγγραφοδιαγραφές.
Περίπτωση 4: Η ισχύς του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής που εισήχθη στα συνδικαλιστικά σωματεία των αστυνομικών με το ν. 3938/2011, διά του οποίου επιτρέπεται ο σχηματισμός παραταξιακών ψηφοδελτίων, ενθαρρύνει τον αναφανδόν «κομματισμό» και τις παραταξιακές διαμάχες στα σώματα ασφαλείας. Οι εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών παρατάξεων στο χώρο των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας έρχονται σε αντίθεση με το αρ. 29 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος αλλά και με το Π.Δ. 120/2008, στο άρθρο αρ. 11 παρ. 1 εδ. β του οποίου προβλέπεται ότι «Οι οποιασδήποτε μορφής δημόσιες εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών προσώπων» συνιστούν πειθαρχικό αδίκημα το οποίο μάλιστα επισύρει την ανώτερη πειθαρχική ποινή της αργίας με απόλυση.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ
ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Μέχρι σήμερα ιδιαίτερο βάρος έχει δοθεί στην καταστολή του φαινομένου, δηλαδή στη λειτουργία ελεγκτικών μηχανισμών με κυριότερους φορείς το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, την Κεντρική Επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών για την καταπολέμηση  ξεπλύματος παράνομου χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, το ΣΔΟΕ, τον Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς, τα εξειδικευμένα σώματα επιθεώρησης των Υπουργείων Μεταφορών, Υγείας, Περιβάλλοντος, Δημοσίων έργων κλπ.
Το έλλειμμα στην πολιτική κατά της διαφθοράς παρουσιάζεται στον τομέα της πρόληψης με εστίαση σε επιλεγμένους τομείς που ευνοούν τα φαινόμενα διαφθοράς και σε προκαθορισμένα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Η διαφθορά αποτελεί σύμπτωμα και η αναζήτηση των αιτίων του καταλαμβάνει  ένα πολύ μεγάλο μέρος τόσο των ρυθμίσεων αλλά και της οργάνωσης και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Αυτή η προσέγγιση προϋποθέτει το συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων μερών για τη διαμόρφωση και εφαρμογή μιας στρατηγικής με στόχους τη λήψη μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης, πέραν των δράσεων των ελεγκτικών σωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται και μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της ακεραιότητας.
Προς αυτήν την κατεύθυνση η Ομάδα δράσης για την Ελλάδα ξεκίνησε συνεργασία με τα εμπλεκόμενα Υπουργεία με στόχο να υποστηρίξει τεχνικά το σχεδιασμό ενός οδικού χάρτη για την καταπολέμηση της διαφθοράς  με βασικές προτεραιότητες:
α. Τη θέσπιση μιας συνολικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς με πολιτική δέσμευση, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης  του πλαισίου καταπολέμησης της διαφθοράς σε τομείς  όπου χρειάζεται.
β. Την ενίσχυση του συντονισμού, συμπεριλαμβανομένου του συντονισμού μέσω ενός εθνικού συντονιστή.
γ. Την ενίσχυση του νομικού πλαισίου.
δ. Την ενίσχυση της πρόληψης, της ευαισθητοποίησης και της δημόσιας ακεραιότητας.
ε. Την ενίσχυση της οικονομικής διερεύνησης και της δίωξης της διαφθοράς, ιδίως σε τομείς υψηλού κινδύνου.
στ. Την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών.

Προϋπόθεση για την εξειδίκευση και εφαρμογή του οδικού χάρτη, όπως προβλέπεται στο ως άνω β) στοιχείο είναι η σύσταση μιας θέσης Εθνικού Συντονιστή, ο οποίος θα συντονίζει τα Υπουργεία και όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες για τη διαμόρφωση και εφαρμογή της στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Ως εκ τούτου, η παρούσα ρύθμιση, εκτός από τη σύσταση της θέσης του Εθνικού Συντονιστή,  προβλέπει τη δημιουργία μιας Συντονιστικής Επιτροπής για την υποστήριξη του έργου του, αλλά και για να διασφαλίσει τη συμμετοχή των κυριότερων δομών στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της ως άνω στρατηγικής. Επίσης, προβλέπει την επιστημονική υποστήριξη του Εθνικού Συντονιστή και της Συντονιστικής Επιτροπής από ανεξάρτητο Συμβουλευτικό Σώμα με διεθνή εμπειρία και τεχνογνωσία στα σχετικά θέματα.

Με την υποπαράγραφο ΙΓ.1. συστήνεται η θέση του Εθνικού Συντονιστή με πενταετή θητεία και καθορίζεται η αποστολή του.

Στην υποπαράγραφο ΙΓ.2. περιγράφονται οι αρμοδιότητές του και η υποχρέωσή του για ενημέρωση του Πρωθυπουργού και της Βουλής με ετήσια έκθεσή του. Εξειδικεύονται οι δραστηριότητες που θα αναπτύσσει για την επιτέλεση του σκοπού του. Επίσης γίνεται αναφορά στον οδικό χάρτη για την καταπολέμηση της διαφθοράς που έχει συνυπογραφεί από  πέντε Υπουργεία και ο οποίος αποτελεί μια πρώτη βάση για τη διαμόρφωση μιας συνολικής στρατηγικής κατά της διαφθοράς  με ορίζοντα τριετίας.

Στην υποπαράγραφο ΙΓ.3. αναφέρεται η σύνθεση  και οι αρμοδιότητες της Συντονιστικής Επιτροπής η οποία επικουρεί τον Εθνικό Συντονιστή και διασφαλίζει την ενεργό συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων, Υπουργείων και Ελεγκτικών Σωμάτων στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Με την υποπαράγραφο ΙΓ.4. ρυθμίζεται η λειτουργία ενός Συμβουλευτικού Σώματος, αποτελούμενου από εμπειρογνώμονες καθώς και από εκπροσώπους φορέων από την Ελλάδα και το εξωτερικό με έργο την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ο ορισμός των μελών του γίνεται με απόφαση του Πρωθυπουργού. Ο ρόλος του Συμβουλευτικού Σώματος είναι η παροχή συμβουλευτικής και επιστημονικής – τεχνοκρατικής υποστήριξης στον Εθνικό Συντονιστή και στη Συντονιστική Επιτροπή.

Στην υποπαράγραφο ΙΓ.5. προβλέπεται το προσωπικό το οποίο θα αποσπασθεί ή θα μεταταγεί για την καθημερινή λειτουργία  και επιστημονική και διοικητική υποστήριξη του  Εθνικού Συντονιστή.

Στην υποπαράγραφο ΙΓ.6. αναφέρεται σε ζητήματα του προϋπολογισμού που απαιτείται για τη λειτουργία του Εθνικού Συντονιστή και της Συντονιστικής Επιτροπής.  Σχετικά με τις δαπάνες σημειώνεται ότι τόσο για τη Συντονιστική Επιτροπή όσο και για το Συμβουλευτικό Σώμα δεν προβλέπεται αμοιβή των μελών τους.

Άρθρο Δεύτερο- Έναρξη ισχύος

Τέλος, με το άρθρο δεύτερο ορίζεται η έναρξη ισχύος του νόμου αυτού από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

 
Αθήνα,     Απριλίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ    ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ   

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ

ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ   
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ   

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ   
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ   

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ   
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ   

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

————————————————————————

ΣΧΕΔΙΟ   ΝΟΜΟΥ   «ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ  ΤΩΝ Ν. 4046/2012, 4093/2012 ΚΑΙ 4127/2013»

Άρθρο πρώτο  

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Ν.Δ. 356/1974, Ν.2238/1994, Ν.2859/2000

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.1.: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ  

1.    Οι ληξιπρόθεσμες έως την 31.12.2012 οφειλές, που είναι βεβαιωμένες στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και στα Τελωνεία του Κράτους σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ.356/1974), δύνανται, κατόπιν αίτησης των οφειλετών και εφόσον συντρέχει πραγματική οικονομική αδυναμία και δυνατότητα τήρησης προγράμματος δόσεων  να ρυθμίζονται έως και σε σαράντα οκτώ (48) ισόποσες μηνιαίες δόσεις και πάντως όχι πέραν της 30. 6.2017 και να καταβάλλονται ως εξής:
α) με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον η καταβολή πραγματοποιηθεί εφάπαξ έως και την30.6..2013,
β)με απαλλαγή ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή εξοφληθεί έως και την 30.6.2014,
γ) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή εξοφληθεί έως και την 30.6.2015,
δ) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή εξοφληθεί έως και την 30.6.2016,
ε) με απαλλαγή ποσοστού εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή εξοφληθεί έως και την 30.6.2017.
Ως προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για την εφαρμογή των ως άνω απαλλαγών λογίζονται σε κάθε περίπτωση οι προσαυξήσεις όπως έχουν διαμορφωθεί την 1.1.2013.
στ) οι οφειλέτες πρέπει να έχουν υποβάλει τις φορολογικές τους δηλώσεις καθώς και να είναι ενήμεροι για τις οφειλες τους με ημερομηνία καταβολής από την 1.1.2013.     
Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως ποσού οφειλής χορηγείται η ρύθμιση μόνο εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στο ύψος της μηνιαίας δόσης.   

2.    Κατ’ εξαίρεση, τα φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες  οι οποίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν σε πρόγραμμα δόσεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου, έχουν την δυνατότητα να εξοφλήσουν σε περισσότερες ισόποσες μηνιαίες δόσεις χωρίς όμως το ευεργέτημα της απαλλαγής των προσαυξήσεων ανάλογα με τα εισοδήματά τους. Για ποσό βασικής οφειλής άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ απαιτείται η προσκόμιση στοιχείων που αποδεικνύουν ότι δεν δύνανται να αποπληρώσουν την οφειλή τους αλλά μπορούν να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα δόσεων.

3.    Η υπαχθείσα στη ρύθμιση βασική οφειλή από την 1.1.2013, επιβαρύνεται με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής οι οποίες υπολογίζονται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, πλέον οκτώ εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο, το οποίο και παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αντί των κατά ΚΕΔΕ προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής

4.    Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων έως και την 31.12.2012 οφειλών  που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, ενώ δύνανται να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και :
α) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές  που  τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή,
β) βεβαιωμένες έως και την 31.12.2012 οφειλές,   
γ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον υφίστανται και άλλες ληξιπρόθεσμες έως και την ανωτέρω ημερομηνία μη ρυθμισμένες οφειλές οι οποίες υπάγονται υποχρεωτικά,
δ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον επιλεγεί πρόγραμμα ρύθμισης με μικρότερο ή ίσο αριθμό δόσεων.

5.    Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση:
α) οφειλές  υπαχθείσες σε νομοθετική ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής η οποία απωλέσθη μετά την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος στη Βουλή των Ελλήνων,
β) οφειλές που αφορούν οφειλέτες που έχουν καταδικαστεί ή έχει ασκηθεί κατ’ αυτών ποινική δίωξη  για φοροδιαφυγή.

6.    Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητα: α) αναλυτική δήλωση όλων των εισοδημάτων, περιουσιακών στοιχείων και τυχόν οφειλών προς τρίτα πρόσωπα,  β) η διαπίστωση ότι έχουν υποβληθεί οι φορολογικές δηλώσεις  της τελευταίας πενταετίας και γ) αν οι συνολικές βασικές οφειλές υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα πέντε (75.000) χιλιάδων ευρώ,  η προσκόμιση στοιχείων από τα οποία προκύπτει η πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία και η δυνατότητα τήρησης των όρων της ρύθμισης, με υπογραφή για τον έλεγχο και την πιστοποίηση αυτών από ανεξάρτητο εκτιμητή. Για συνολικές βασικές οφειλές που υπερβαίνουν το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ  πέραν των οριζόμενων στο προηγούμενο εδάφιο προϋποθέσεων  απαιτείται η πρόσθετη παροχή εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας για το σύνολο αυτών. Ανεξάρτητος εκτιμητής θα προσδιορίζει την αξία της προσφερόμενης διασφάλισης.

7.    Η πρώτη δόση της ρύθμισης είναι καταβλητέα μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, οι δε επόμενες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών. Η καταβολή της οφειλής δύναται να πραγματοποιείται μέσω πάγιας εντολής στους φορείς είσπραξης. Η καθυστέρηση πληρωμής μίας δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με προσαύξηση δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Η δόση αυτή με την αναλογούσα προσαύξηση πρέπει να καταβληθεί το αργότερο μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης.

8.    Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία  βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπροθέσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,
β) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός μήνα,
γ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών  του και μέχρι την εξόφλησή τους,
δ) δεν είναι ενήμερος στις οφειλές  του από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά,  
ε) έχει υποβάλει ελλιπή ή αναληθή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση.

9.    Η υπαγωγή στην εν λόγω ρύθμιση τμηματικής καταβολής και η συνεπής συμμόρφωση σε αυτή παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. μηνιαίας ισχύος, σύμφωνα με τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 26 του ν.1882/1990, όπως ισχύει και με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 όπως ισχύει σήμερα ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.
γ) αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο οφειλές που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτής της υποπαραγράφου.  Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (Α’  24), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παράγραφος 3 του ν. 2523/1997 (Α’ 179).

10.    Το Δημόσιο  προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του  Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών του, κατά τις  διατάξεις  του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 (K.E.Δ.E.) και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε.

11.    Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη  ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:

α) να επιβάλλει κατασχέσεις και να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία  του οφειλέτη  των συνυπόχρεων προσώπων ή  των εγγυητών,  εφόσον  η οφειλή δεν είναι   ασφαλισμένη,
β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας  στα πρόσωπα της προηγούμενης  υποπερίπτωσης, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης  αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,
γ) να  δίνει  εντολή  παρακράτησης μέρους  ή  του  συνόλου της χρηματικής  απαίτησης του οφειλέτη  κατά τρίτων  προσώπων για  την είσπραξη  της  οποίας   ζητείται το αποδεικτικό ενημερότητας,

12.    Τα ποσά  που εισπράττονται  από την  παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του   οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού  ενημερότητας για είσπραξη  χρημάτων ή κατόπιν συμψηφισμού καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας  ρύθμισης.

13.    Η παραγραφή των οφειλών για τα οποία υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.

14.    Αρμόδιο όργανο για την χορήγηση της ρύθμισης του άρθρου αυτού είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων ο οποίος δύναται με απόφασή του να εκχωρεί την αρμοδιότητα αυτή.

15.    Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται  α) οι προϋποθέσεις  υπαγωγής στις ανωτέρω διατάξεις και μέσω διαδικτυακής εφαρμογής της Γ.Γ.Π.Σ, β) οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οφειλέτης που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση δύναται να υπαχθεί σε άλλο πρόγραμμα της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου, γ) τα απαιτούμενα στοιχεία, ανά ύψος βασικής οφειλής, τα οποία θα δηλώνονται ή και προσκομίζονται, καθώς και η επαγγελματική ιδιότητα των ανεξάρτητων εκτιμητών, όπου προβλέπονται, δ) οι φορολογικές υποχρεώσεις οι οποίες πρέπει να εκπληρώνονται για να μην απωλεσθεί η ρύθμιση, ε) επιπλέον όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καθίσταται ενεργή η ρύθμιση, και στ) οι λεπτομέρειες και κάθε ειδικότερο θέμα εφαρμογής των διατάξεων της υποπαραγράφου αυτής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.2. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ  

1.    Οφειλές βεβαιωμένες  στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και στα Τελωνεία του Κράτους σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Κ.Ε.Δ.Ε.), δύνανται, κατόπιν αίτησης των οφειλετών και εφόσον συντρέχει πραγματική οικονομική αδυναμία και δυνατότητα τήρησης προγράμματος δόσεων, να ρυθμίζονται άπαξ και να καταβάλλονται:  
Σε δύο (2) έως δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις και κατ’ εξαίρεση έως είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές  που βεβαιώνονται από έκτακτη αιτία.

2.    Σε κάθε περίπτωση και ιδιαιτέρως για ποσά βασικής οφειλής άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ  χορηγείται η ρύθμιση μόνο εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στο ύψος της μηνιαίας δόσης.  

3.    Η υπαχθείσα στη ρύθμιση βασική οφειλή επιβαρύνεται με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής οι οποίες υπολογίζονται από 1.1.2013 με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, πλέον οκτώ εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο, το οποίο και παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε.  προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.  

4.    Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, ενώ δύνανται να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες  οφειλές  που τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή.

5.    Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση οφειλές που αφορούν  οφειλέτες  που έχουν καταδικαστεί ή έχει ασκηθεί κατ’ αυτών ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή.

6.    Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητα: α) η αναλυτική δήλωση όλων των εισοδημάτων, περιουσιακών στοιχείων και τυχόν οφειλών προς τρίτα πρόσωπα, β) η διαπίστωση ότι έχουν υποβληθεί οι φορολογικές  δηλώσεις  της τελευταίας πενταετίας και γ) αν οι  συνολικές βασικές οφειλές υπερβαίνουν το ποσό των  πενήντα (50.000) χιλιάδων ευρώ, η προσκόμιση στοιχείων από τα οποία προκύπτει  η πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία, και  η δυνατότητα τήρησης των όρων της ρύθμισης, με υπογραφή για τον έλεγχο και την πιστοποίηση αυτών από  ανεξάρτητο εκτιμητή. Για συνολικές βασικές οφειλές που υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πέραν της τήρησης των οριζόμενων στο προηγούμενο εδάφιο προϋποθέσεων απαιτείται η πρόσθετη παροχή εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας για το σύνολο αυτών. Ανεξάρτητος εκτιμητής θα προσδιορίσει την αξία της προσφερόμενης διασφάλισης.

7.    Η πρώτη δόση της ρύθμισης είναι καταβλητέα μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, οι δε επόμενες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών. Η καταβολή της οφειλής δύναται να πραγματοποιείται μέσω πάγιας εντολής στους φορείς είσπραξης. Η καθυστέρηση πληρωμής μίας δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με προσαύξηση δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Η δόση αυτή με την αναλογούσα προσαύξηση πρέπει να καταβληθεί το αργότερο μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης.

8.    Η ρύθμιση απόλλυται με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία  βεβαίωσης, και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66), εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,  
β) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός,
γ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή τους,
δ) δεν είναι ενήμερος  στις οφειλές του από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά,
ε) έχει υποβάλει ελλιπή ή αναληθή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση.

9.    Η υπαγωγή στην εν λόγω ρύθμιση τμηματικής καταβολής και η συνεπής συμμόρφωση σε αυτήν παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. μηνιαίας ισχύος, σύμφωνα με τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 26 του ν.1882/1990, όπως ισχύει και με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου.
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990 ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεση της, διακόπτεται.
γ) αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο οφειλές που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (Α’ 24), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παράγραφος 3 του ν. 2523/1997 (Α’ 179 Α).

10.    Το Δημόσιο προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του  Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών του, κατά τις  διατάξεις  του ν.δ. 356/1974 (K.E.Δ.E.) και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη  ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε.  

11.    Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη  ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:
α) να επιβάλει κατασχέσεις και να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία  του οφειλέτη  των συνυπόχρεων προσώπων ή  των εγγυητών,  εφόσον  η οφειλή  δεν είναι   ασφαλισμένη,
β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας στα πρόσωπα της προηγούμενης  περίπτωσης, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης  αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη.
γ) να  δίνει  εντολή  παρακράτησης μέρους  ή  του  συνόλου της χρηματικής  απαίτησης του οφειλέτη  κατά τρίτων  προσώπων, για  την είσπραξη  της  οποίας   ζητείται το αποδεικτικό ενημερότητας.

12.    Τα ποσά  που εισπράττονται  από την  παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του   οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού  ενημερότητας για είσπραξη  χρημάτων ή κατόπιν συμψηφισμού, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας  ρύθμισης.

13.    Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση, ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού, και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.

14.    Αρμόδιο όργανο για την χορήγηση της ρύθμισης του άρθρου αυτού είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων ο οποίος δύναται με απόφασή του να εκχωρεί την αρμοδιότητα αυτή.

15.    Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται: α) οι προϋποθέσεις  υπαγωγής στις ανωτέρω διατάξεις και μέσω διαδικτυακής εφαρμογής της Γ.Γ.Π.Σ, β) τα είδη των οφειλών τα οποία δύνανται να υπαχθούν σε ρύθμιση άνω των δώδεκα (12) δόσεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου , γ) τα απαιτούμενα στοιχεία, ανά ύψος βασικής οφειλής, τα οποία θα δηλώνονται ή και προσκομίζονται καθώς και η επαγγελματική ιδιότητα των ανεξάρτητων εκτιμητών, όπου προβλέπονται,  δ) οι φορολογικές υποχρεώσεις οι οποίες πρέπει να εκπληρώνονται για να μην απωλεσθεί η ρύθμιση, ε) επιπλέον όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καθίσταται ενεργή η ρύθμιση, και στ) οι λεπτομέρειες και κάθε ειδικότερο θέμα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού.

16.    Από την 1η Ιουλίου 2013, δεν επιτρέπεται η χορήγηση διευκολύνσεων – ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 21 του ν. 2648/1998 (Α’  238) και του άρθρου  14 του ν.3888/2010 (Α’ 175).

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.3.: ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΣΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΣΕ ΕΙΣΠΡΑΞΙΜΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΕΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ

 Το άρθρο 82  του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ, Α’ 90)  αντικαθίσταται ως εξής :

«Άρθρο 82
Διάκριση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες
και ανεπίδεκτες είσπραξης

  1. Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α. Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυποχρέων ή απαιτήσεων αυτών έναντι τρίτων ή διαπιστώθηκε η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκποίηση  των περιουσιακών τους στοιχείων που  δεν υπόκειται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 επόμ.ΑΚ. και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων του οφειλέτη  με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων, ο έλεγχος της πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας, εφόσον πρόκειται για πτωχό, ή ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφόσον πρόκειται για οφειλέτη υπό καθεστώς εκκαθάρισης,

β.  Έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης, εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) δίωξης ή δεν είναι δυνατή η υποβολή της.  
 
γ. Έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά οριζόμενο  ελεγκτή της αρμόδιας φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων περιπτώσεων και ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών.

Προκειμένου για εταιρείες που τελούν υπό κρατικό έλεγχο ή στις οποίες ασκείται κρατική εποπτεία και οι οποίες τελούν υπό εκκαθάριση ή πτώχευση, απαιτείται η αναγγελία του Δημοσίου στις ανωτέρω διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης και η συνδρομή των περιπτώσεων β’ και γ’.

Προκειμένου για οφειλές που αφορούν κοινότητες ομογενειακών οργανώσεων που έχουν στην κυριότητά τους ελληνικά σχολεία στην αλλοδαπή απαιτείται η συνδρομή της περίπτωσης γ’.

2. Οι πράξεις του χαρακτηρισμού των επιδεκτικών ή ανεπίδεκτων είσπραξης και της καταχώρισης των απαιτήσεων σε ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων  είσπραξης γίνονται:
α)  με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας για την αναγκαστική είσπραξη φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας και με τη σύμφωνη γνώμη της Δ/νσης Πολιτικής Εισπράξεων ή της Δ/νσης Τελωνειακών Διαδικασιών κατά περίπτωση, εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή μέχρι ενάμισυ εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ,
β) με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατόπιν  εισήγησης του προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης και μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω του ενάμισυ εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ.  

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη Κλιμακίου ή Τμήματος ή Διεύθυνσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που συγκροτείται με απόφαση της Ολομέλειάς του, εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή κάτω του ενάμισυ (1.500.000) εκατομμυρίου ευρώ.     

3. Από την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη  λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση: α) αναστέλλεται αυτοδικαίως  η παραγραφή της,  β) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για οποιαδήποτε αιτία ούτε άλλο νομίμως προβλεπόμενο πιστοποιητικό για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν πρόκειται για είσπραξη χρημάτων που θα διατεθούν για την ικανοποίηση του Δημοσίου ή για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό, γ) δεσμεύονται στο σύνολό τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί των παραπάνω προσώπων κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν. 2523/1997.

Το Δημόσιο διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά του για την είσπραξη της οφειλής ή συμψηφισμού και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.

 4. Με τη διαδικασία της παραγράφου 2 οφειλή που έχει καταχωρισθεί, κατά τα ανωτέρω, ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν πριν την παραγραφή της, διαπιστωθεί ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής ικανοποίησης της, είτε από τον οφειλέτη είτε από συνυπόχρεο πρόσωπο.

5.  Με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να εκχωρεί τις αρμοδιότητές του  και  να ορίζει άλλα όργανα για την υποβολή της σύμφωνης γνώμης της περίπτωσης  α’ της παραγράφου 2, να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, να ορίζει κάθε σχετικό θέμα με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να μεταβάλλονται  τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης καθώς και του επαναχαρακτηρισμού τους  ως εισπράξιμων και να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τις συνέπειες και τα χρονικά όρια ισχύος των συνεπειών της καταχώρισης.»  

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.4.: ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ  

Το άρθρο 82 Α του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ, Α’ 90)  αντικαθίσταται ως εξής :
« Άρθρο 82 Α
Διαγραφή των οφειλών προς το Δημόσιο

1. Ληξιπρόθεσμες οφειλές  προς το Δημόσιο καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους που έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 82 δύνανται να κριθούν διαγραπτέες και να διαγραφούν και πριν από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, εφόσον συντρέχουν  σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α. έχουν ολοκληρωθεί οι προβλεπόμενες στις περιπτώσεις α’ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 82 ενέργειες για τον χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτων είσπραξης,   
β. έχουν ολοκληρωθεί οι σχετικές ενέργειες για την ανταλλαγή των πληροφοριών και των διαδικασιών αναγκαστικής είσπραξης για τα  κράτη με τα οποία υφίστανται αντίστοιχες συμφωνίες και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον με τα κράτη μέλη της Ε.Ε.,        
γ. έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες στην αλλοδαπή κατόπιν αξιοποίησης πληροφοριών και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή απαιτήσεων αυτού έναντι τρίτων,  
δ. έχει ολοκληρωθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος των οφειλετών κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43), εφόσον προβλέπεται,  με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.
 2. Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους που δεν έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 82 μπορούν να διαγραφούν, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 1, εφόσον εμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στις ακόλουθες κατηγορίες οφειλών:  
α. οφειλές αποβιωσάντων που δεν καταλείπουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και των οποίων οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά,  
β. οφειλές ανά φορολογούμενο μικρότερες του ποσού του εκάστοτε ελάχιστου ποσού φόρου από την καταβολή του οποίου απαλλάσσεται ο φορολογούμενος.
3. Η διαγραφή των απαιτήσεων και η καταχώρισή τους σε ειδικά βιβλία διαγραφών γίνεται:
α) με απόφαση του αρμόδιου Κλιμακίου, Τμήματος ή Διεύθυνσης  του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατόπιν εισήγησης της  Δ/νσης Πολιτικής Εισπράξεων ή της Δ/νσης Τελωνειακών Διαδικασιών, κατά περίπτωση, και μετά από σύμφωνη γνώμη του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων για τις περιπτώσεις της παραγράφου 1.
β) με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατόπιν εισήγησης της  Δ/νσης Πολιτικής Εισπράξεων ή της Δ/νσης Τελωνειακών Διαδικασιών κατά περίπτωση για τις περιπτώσεις της παραγράφου 2.
γ)  με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατόπιν εισήγησης της  Δ/νσης Πολιτικής Εισπράξεων ή της Δ/νσης Τελωνειακών Διαδικασιών κατά περίπτωση μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 82.  
4. Μέχρι 31.12.2013 προκειμένου να εκκαθαριστεί το χαρτοφυλάκιο  ληξιπρόθεσμων οφειλών παρέχεται η δυνατότητα διαγραφής βασικών  οφειλών που έχουν γεννηθεί προ του 1993 και είναι μικρότερες του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ ανά φορολογούμενο, υπό τον όρο ότι δεν υφίστανται άλλες βασικές οφειλές του ίδιου προσώπου. Η διαγραφή των παραπάνω οφειλών γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
5. Με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών, να ορίζει κάθε σχετικό θέμα  με τη διαχείρισή τους καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να μεταβάλλονται  τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών.»  

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.5.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ      

1.    Μετά το  άρθρο 70 Α του ν. 2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, Κ.Φ.Ε., Α’ 151) προστίθεται νέο άρθρο 70 Β  ως εξής:  

«Άρθρο 70 Β
Ειδική Διοικητική Διαδικασία –
Ενδικοφανής προσφυγή    

1.    Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη φορολογική αρχή, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων. Η αίτηση υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός τριάντα (30)  ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σ’ αυτόν.
    
2.    Η φορολογική αρχή αποστέλλει την ενδικοφανή προσφυγή του υπόχρεου, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα και τις απόψεις αυτής, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή, στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκειμένου η τελευταία να αποφανθεί.
    
3.    Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής βεβαιώνεται άμεσα από τη φορολογική αρχή και καταβάλλεται ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, το οποίο καταβάλλεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

4.    Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3 ανωτέρω. Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την κοινοποίηση της απόφασής της στον υπόχρεο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου.

5.    Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στην αρμόδια φορολογική αρχή, η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον υπόχρεο, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεο και τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που σχετίζεται με την υπόθεση. Εάν η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης το κρίνει απαραίτητο, δύναται να καλέσει τον υπόχρεο σε ακρόαση. Σε περίπτωση που προσκομισθούν νέα στοιχεία στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης ή γίνει επίκληση νέων  πραγματικών περιστατικών, ο υπόχρεος πρέπει να καλείται σε ακρόαση. Εάν, εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών, δεν εκδοθεί απόφαση ή δεν κοινοποιηθεί απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας.  Στην περίπτωση των ενδικοφανών προσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014 η προθεσμία του πρώτου εδαφίου επεκτείνεται σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες.

6.    Εάν με την απόφαση ακυρώνεται, μερικά ή ολικά, ή τροποποιείται η πράξη της φορολογικής αρχής, η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση αυτή επαρκώς με νομικούς ή/και πραγματικούς ισχυρισμούς. Σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής η αιτιολογία μπορεί να συνίσταται στην αποδοχή των διαπιστώσεων της οικείας έκθεσης ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού.

7.    Η αρμόδια φορολογική αρχή δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης.

8.    Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου που εξέδωσε η φορολογική αρχή είναι απαράδεκτη.

9. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων δύναται να εκδίδει τις αναγκαίες κανονιστικές πράξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και ιδίως να καθορίζει τις λεπτομέρειες για τη λειτουργία της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεών της».  

2.    α. Οι διατάξεις της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου ισχύουν για πράξεις που εκδίδονται από 1.8.2013.

β. Οι διατάξεις του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., όπως ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου,  ισχύουν για πράξεις που εκδίδονται  μέχρι 31.7.2013.

3.    Το  άρθρο 70 Α του Κ.Φ.Ε. τροποποιείται ως εξής:

α.  Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Αν το  ποσό της διαφοράς είναι μικρότερο των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, η κατάθεση της αίτησης προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου καθιστά αυτήν αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και συνιστά παραίτηση του αιτούντος από προγενέστερη αίτηση που τυχόν έχει υποβάλει για τη διοικητική επίλυση αυτής ενώπιον άλλου διοικητικού οργάνου με βάση άλλες διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Εφόσον η αμφισβητού¬μενη από τον υπόχρεο διαφο¬ρά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, η Επιτροπή του παρόντος άρθρου είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφο¬ράς. Η Επιτροπή επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης του συνόλου των διαφορών των καταλογιστικών πρά¬ξεων που αφορούν τον ίδιο έλεγχο, εφόσον η διαφορά σε μία τουλάχιστον από αυτές καθιστά την Επιτροπή αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επί¬λυση αυτής.»   

β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:  
«4. α. Ο φορολογούμενος, εφόσον αμφισβητεί την πράξη προσδιορισμού του κύριου ή πρόσθετου φόρου , προστίμου, προσαυξήσεων, ή/και τελών ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας που έχει εκδοθεί σε βάρος του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 2 και 3, μπορεί να ζητήσει, με αίτησή του την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Ε.Δ.Ε.ΦΔ..
β. Η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς απευθύνεται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. και υποβάλλεται στην υπηρεσία, η οποία έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη  μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης προσδιορισμού του κύριου ή πρόσθετου φόρου , προστίμου, προσαυξήσεων, ή/και τελώνή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας . Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο φορολογούμενος βασίζει το αίτημά του. Η υπηρεσία στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, τη  διαβιβάζει, μαζί με το σχετικό φάκελο, στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., μέσα σε προθεσμία επτά  (7) ημερών από την κατάθεσή της συνοδευόμενη από πράξη του προϊσταμένου της  αρμόδιας φορολογικής αρχής με την οποία  ορίζεται εισηγητής για την ενώπιον της Επιτροπής συζήτηση της υπόθεσης. Ως εισηγητές ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών ή υπάλληλοι με  δεκαετή τουλάχιστον εμπειρία σε φορολογικούς ελέγχους. Οι εισηγητές οφείλουν να υποβάλουν στη Γραμματεία της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. γραπτή εισήγηση μέσα σε προθεσμία δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την γνωστοποίηση σε αυτούς της πράξης ορισμού τους ως εισηγητών, προκειμένου να προσδιορισθεί με πράξη του προέδρου της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Η εισήγηση πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη με νομικούς ή/και πραγματικούς ισχυρισμούς και να περιλαμβάνει συγκεκριμένη πρόταση για τη δυνατότητα  ή μη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.»  
 
γ.  Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 70 Α προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Αν έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζεται σε αυτήν, εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την προγενέστερη αίτηση πριν από τη συζή¬τηση αυτής στο υφιστάμενο όργανο.»
 
δ. Οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:
«6. α. Εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφο¬ρά υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, για την άσκηση προσφυγής του φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δι-κονομίας, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου ασκήσεως της προσφυγής, να έχει προηγηθεί η αίτηση για υπα¬γωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφο¬ράς, η οποία στην περίπτωση αυτή έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, και η ολοκλήρωση αυτής, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της.
β. Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στην αρμόδια φορολογική αρχή, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον φορολογούμενο, λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση, τις πληροφορίες που έλαβε από το φορολογούμενο και τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής. Εάν, εντός της προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών, δεν εκδοθεί απόφαση ή δεν κοινοποιηθεί απόφαση στο φορολογούμενο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. και ο φορολογούμενος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας.
γ. Για τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι αποφάσεις της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. εκδίδονται εντός  προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.  
7. α. Εάν με την απόφαση ακυρώνεται, μερικά ή ολικά, ή τροποποιείται η πράξη της φορολογικής αρχής, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αιτιολογεί την απόφαση αυτή επαρκώς με νομικούς ή/και πραγματικούς ισχυρισμούς. Σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής η αιτιολογία μπορεί να συνίσταται στην αποδοχή των διαπιστώσεων της οικείας έκθεσης ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση του φορολογούμενου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού.
 β. Η αρμόδια φορολογική αρχή δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ..
γ. Για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.
δ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη λειτουργία της Επιτροπής και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων της Ε.Δ.Ε.ΦΔ. »  
ε. Στο τέλος του άρθρου 70 Α προστίθεται νέα παράγραφος ως εξής:
«11.  Οι διατάξεις του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., όπως τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο, ισχύουν για πράξεις της φορολογικής αρχής που  εκδίδονται μέχρι 31.7..2013.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.6.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Φ.Π.Α.  

Οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000, Α’  248) τροποποιούνται ως εξής:  

1.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 38 αντικαθίσταται  ως εξής:
«2.    Η διαφορά φόρου που προκύπτει με τις παραπάνω δηλώσεις, αν είναι θετική και άνω των τριών (3) ευρώ καταβάλλεται στο Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 54, αν είναι θετική μέχρι τρία (3)  ευρώ μεταφέρεται για καταβολή στην επόμενη φορολογική περίοδο, και αν είναι αρνητική μεταφέρεται για έκπτωση ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34.
Με την υποβολή περιοδικής ή εκκαθαριστικής δήλωσης καταβάλλεται το συνολικά οφειλόμενο ποσό.
Η περιοδική  δήλωση, είναι αποδεκτή, και εφόσον  με την υποβολή της καταβάλλεται ποσό τουλάχιστον δέκα (10) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλόμενος φόρος βεβαιώνεται με την υποβολή της δήλωσης. Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό καταβάλλεται ως εξής:

α) Στην περίπτωση εμπρόθεσμης δήλωσης σε δύο (2) δόσεις, η πρώτη των οποίων καθίσταται ληξιπρόθεσμη την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η δήλωση και η οποία ισούται με το ποσό που υπολείπεται για τη συμπλήρωση του πενήντα τοις εκατό (50%) του οφειλόμενου φόρου, και η δεύτερη δόση καθίσταται ληξιπρόθεσμη την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα. Στην περίπτωση που το σύνολο του οφειλόμενου φόρου δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό (100) ευρώ, το υπόλοιπο του μη καταβληθέντος με τη δήλωση φόρου καθίσταται ληξιπρόθεσμο, στο σύνολό του, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η δήλωση. Το ποσό που βεβαιώνεται για καταβολή στον επόμενο μήνα προσαυξάνεται κατά δύο τοις εκατό (2%) και η προσαύξηση αυτή βεβαιώνεται με την υποβολή της δήλωσης. Στην περίπτωση που με την υποβολή της δήλωσης καταβάλλεται τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του οφειλόμενου φόρου, δεν βεβαιώνεται προς καταβολή ποσό στο τέλος του μήνα που υποβάλλεται η δήλωση.
β) Στην περίπτωση εκπρόθεσμης δήλωσης, καταβάλλεται εφάπαξ και καθίσταται ληξιπρόθεσμο την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα για τον οποίο ισχύει ο πρόσθετος φόρος που υπολογίσθηκε.
Ως καταβολή λογίζεται και η απόσβεση της οφειλής δια συμψηφισμού, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε., Α’ 90).
Εκκαθαριστική δήλωση χωρίς την καταβολή του οφειλόμενου ποσού δεν επάγει έννομα αποτελέσματα.
Εκπρόθεσμη δήλωση είναι αποδεκτή μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης στο οικείο βιβλίο της πράξης προσδιορισμού του φόρου, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 50 παρ. 1, ή μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης προσδιορισμού του φόρου που εκδίδεται κατόπιν ελέγχου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 48Α και 50 παρ. 2, για μη καταλογισθέντα με τις εν λόγω πράξεις επιβολής φόρου ποσά. Μετά τις ανωτέρω ημερομηνίες η υποβολή δήλωσης για καταλογισθέντα ποσά δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.»

2.    Η παράγραφος 6 του άρθρου 38 αντικαθίσταται, ως εξής:
«6.    Ο υποκείμενος στο φόρο, ο οποίος ενεργεί αποκλειστικά πράξεις για τις οποίες δεν του παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης, τα νομικά πρόσωπα που δεν υπάγονται στο φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 3, καθώς και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41, που πραγματοποιούν φορολογητέες ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ή λαμβάνουν υπηρεσίες για τις οποίες είναι υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου, υποχρεούνται να υποβάλλουν εκκαθαριστική δήλωση και για χρήσεις που δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία από τις ανωτέρω πράξεις καθώς και περιοδική δήλωση μόνο για τις φορολογικές περιόδους κατά τις οποίες πραγματοποιούν τις ως άνω φορολογητέες πράξεις. Η δήλωση αυτή περιλαμβάνει την αξία των ενδοκοινοτικών αποκτήσεων αγαθών και κάθε άλλης πράξης, για τις οποίες ο φόρος κατέστη απαιτητός κατά την ίδια φορολογική περίοδο καθώς και το φόρο που αναλογεί στις πράξεις αυτές.»

3.    Η παράγραφος 11 του άρθρου 38 αντικαθίσταται ως εξής:
«11.  Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών:
α) ορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο των δηλώσεων, τα στοιχεία που υποβάλλονται με αυτές, ο  τρόπος υποβολής των δηλώσεων,
β) μπορεί να ορίζεται  μεγαλύτερη ή μικρότερη φορολογική περίοδος  η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός,  
για την υποβολή της περιοδικής δήλωσης,  
γ) μπορεί να χορηγείται διαφορετική προθεσμία για την υποβολή της περιοδικής ή εκκαθαριστικής δήλωσης, ή παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των ανωτέρω δηλώσεων  καθώς και των ανακεφαλαιωτικών πινάκων των περιπτώσεων α΄ και δ΄ της παραγράφου 5 και των παραγράφων 5α και 5β του άρθρου 36 λόγω ειδικών συνθηκών. Η απόφαση παράτασης εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας  και ισχύει από το χρόνο έκδοσής της, δ)  καθορίζεται ο τρόπος άσκησης της επιλογής που αναφέρεται στην παράγραφο 1α.»

4.    Στο άρθρο 49 προστίθεται νέα παράγραφος 4α ως εξής:

«4α.  Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2523/1997, καθώς και των διατάξεων του ν. 2648/1998 περί διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων βεβαιωμένων οφειλών και κάθε άλλης ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών:
α) σε περίπτωση διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού που αφορά πράξεις του παρόντος άρθρου δεν μειώνεται ο προβλεπόμενος πρόσθετος φόρος,   
β) οι οφειλές που βεβαιώνονται με τις πράξεις του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται σε οποιαδήποτε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξάρτητα εάν ο φορολογικός έλεγχος έχει πραγματοποιηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 48 ή του άρθρου 48 Α.»

5.    Στο άρθρο 50 προστίθεται νέα παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2523/1997, καθώς και των διατάξεων του ν.2648/1998 περί διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων βεβαιωμένων οφειλών και κάθε άλλης ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών:
α) σε περίπτωση διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού που αφορά πράξεις του παρόντος άρθρου δεν μειώνεται ο προβλεπόμενος πρόσθετος φόρος.  
β) οι οφειλές που βεβαιώνονται με τις πράξεις του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται σε οποιαδήποτε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών.»

6.    Η  παράγραφος 2 του άρθρου 53 καταργείται.

7.    Οι περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 53 αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Βάσει των δηλώσεων που υποβάλλονται.
  β) Βάσει των πράξεων προσδιορισμού του φόρου που αναφέρονται στα άρθρα 49 και 50. Στην περίπτωση πράξεων του άρθρου 49, για τις οποίες έχει ασκηθεί εμπρόθεσμη προσφυγή, η είσπραξη του 50% του ποσού που βεβαιώθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, αναστέλλεται έως την κοινοποίηση στην αρμόδια φορολογική αρχή  της οριστικής πρωτόδικης απόφασης.
γ) Βάσει οριστικών αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων ή πρακτικών δικαστικού συμβιβασμού.»

8.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 53 αντικαθίσταται ως εξής:
«3.    Η αναστολή που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200 έως 205 του ν.2717/1999 και της περίπτωσης β) της παραγράφου 1 δεν αποκλείει την ολοκλήρωση της διαδικασίας βεβαίωσης και ταμειακώς του αμφισβητούμενου κύριου φόρου και του πρόσθετου φόρου που βεβαιώνεται σύμφωνα με την περίπτωση β) της παραγράφου 1.»

9.    Η παράγραφος  4 του άρθρου 53 , αντικαθίσταται ως εξής:
«4.  Φόρος που έχει ήδη βεβαιωθεί, κατά το ποσό που δεν οφείλεται με βάση οριστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, εκπίπτεται ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση.».

10.    Το άρθρο 54  αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο φόρος που οφείλεται βάσει περιοδικών και εκκαθαριστικών δηλώσεων, καταβάλλεται εφάπαξ, με την υποβολή των δηλώσεων που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 38.
2. Ο φόρος που οφείλεται καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση που διενεργείται  σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων β) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 53 μετά την αφαίρεση των ενδιάμεσων καταβολών.  
3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζονται ο τρόπος καταβολής του φόρου, οι προϋποθέσεις, οι διαδικασίες και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την απόδοση του οφειλόμενου φόρου.»

11.    α) Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38 με εξαίρεση τα δύο τελευταία εδάφια του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιούνται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η περίπτωση α) της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιείται με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου και η παράγραφος 1 του άρθρου 54 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιείται με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου, ισχύουν για τις εμπρόθεσμες περιοδικές δηλώσεις που υποβάλλονται από 1.6.2013 και τις εκπρόθεσμες περιοδικές δηλώσεις που υποβάλλονται από 1.7.2013 και εφεξής.

β) Οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιούνται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η περίπτωση β) της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιείται με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 54 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου και οι παράγραφοι 4, 5, 6 και 8  του παρόντος άρθρου ισχύουν για πράξεις προσδιορισμού ή δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από 1.7.2013 και εφεξής.

γ) Οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.7.: ΕΚΤΑΚΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (Ε.Ε.Τ.Α.)

1.    Για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όπως έχει εγκριθεί με το άρθρο πρώτο του ν.4093/2012 και επικαιροποιηθεί με το ν. 4127/2013, για  το έτος 2013 επιβάλλεται έκτακτο ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες την 1η Μαΐου 2013  δομημένες επιφάνειες ακινήτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα υποπαράγραφο, το οποίο θα ονομάζεται στο εξής έκτακτο ειδικό τέλος ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Α.).

2.    Αντικείμενο του Ε.Ε.Τ.Α. είναι οι ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες ακινήτων οποιασδήποτε μορφής, ανεξάρτητα αν αυτές είναι αποπερατωμένες ή μη κατά την ως άνω ημερομηνία και ανεξάρτητα από την ορθή αναγραφή των στοιχείων τους στους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος.

3.    Υποκείμενο του Ε.Ε.Τ.Α. είναι ο κύριος ή επικαρπωτής του ακινήτου ή το πρόσωπο στο οποίο έχει παραχωρηθεί το ακίνητο με προσωρινό παραχωρητήριο ή το δικαίωμα εκμετάλλευσης περιπτέρου, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτού, κατά την πρώτη έκδοση των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος που περιλαμβάνουν το Ε.Ε.Τ.Α. μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

4.    Υπόχρεος για την καταβολή του Ε.Ε.Τ.Α. είναι ο χρήστης του ακινήτου κατά την ημερομηνία έκδοσης κάθε λογαριασμού κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, που περιλαμβάνει Ε.Ε.Τ.Α., και ο οποίος το καταβάλλει μαζί με το λογαριασμό κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Αν ο χρήστης είναι μισθωτής, εφόσον αποδεικνύει την καταβολή του Ε.Ε.Τ.Α., επέρχεται αυτοδικαίως συμψηφισμός με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου κατισχύει κάθε άλλης αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών, με εξαίρεση τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν.1665/1986 (Α΄ 194), στις οποίες ο μισθωτής έχει το δικαίωμα αγοράς του ακινήτου κατά τη λήξη της μίσθωσης.

5.    Για τον υπολογισμό του Ε.Ε.Τ.Α. λαμβάνεται υπόψη το εμβαδό της δομημένης επιφάνειας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, όπως αυτά αναγράφονται στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και με βάση τα οποία υπολογίζεται κατά την 1η Μαΐου 2013 το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Α’ 62). To E.E.T.A. υπολογίζεται ως το γινόμενο του συντελεστή προσδιορισμού του πίνακα α’, επί το συντελεστή προσαύξησης του πίνακα β’ επί τον αριθμό των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο. Στην περίπτωση που η τιμή των τετραγωνικών μέτρων του Τ.Α.Π. είναι ίση με μηδέν (0), το Ε.Ε.Τ.Α. υπολογίζεται με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών ή, αν δεν υπολογίστηκαν δημοτικά τέλη, με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του δημοτικού φόρου.

Αν τα τετραγωνικά μέτρα, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του Τ.Α.Π., είναι υπερδιπλάσια της μεγαλύτερης τιμής τετραγωνικών μέτρων μεταξύ αυτών που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών και για τον υπολογισμό του δημοτικού φόρου, το Ε.Ε.Τ.Α. υπολογίζεται βάσει των τετραγωνικών μέτρων που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν δεν έχουν υπολογισθεί δημοτικά τέλη ή τα τετραγωνικά μέτρα που αναγράφονται για τον υπολογισμό τους έχουν τιμή ίση με μηδέν (0).

Για τα ακίνητα, για τα οποία δεν αναγράφεται τιμή ζώνης στη βάση πληροφοριών του Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε.), ως τιμή ζώνης λαμβάνεται ο μέσος όρος των τιμών της δημοτικής ενότητας, όπως αυτές ισχύουν για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων και, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τιμές στη δημοτική ενότητα, λαμβάνεται ο μέσος όρος των τιμών του Δήμου.

Για τη διόρθωση τυχόν λαθών στα στοιχεία της επιφάνειας, της τιμής ζώνης και της παλαιότητας του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο αυτή, οι ενδιαφερόμενοι πολίτες προσέρχονται μέχρι τη 15η Μαΐου 2013 στον αρμόδιο δήμο υποβάλλοντας σχετικό αίτημα, άλλως θεωρείται ότι αποδέχονται τα στοιχεία ως ακριβή. Οι δήμοι όλης της χώρας ελέγχουν αν στις καταστάσεις που αποστέλλονται στο Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. περιλαμβάνονται τα τετραγωνικά μέτρα του ακινήτου και αν αποτυπώνονται οι ορθές τιμές ζώνης, όπως ισχύουν για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας ακινήτων και, σε περίπτωση λάθους, προβαίνουν σε διόρθωσή τους, με την αποστολή των νέων στοιχείων στο Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. μέχρι την 31η Μαΐου 2013. Στις ίδιες καταστάσεις περιλαμβάνουν και τις διορθώσεις που επήλθαν στα στοιχεία των ακινήτων, μετά από τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων πολιτών.

Εάν διαπιστωθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, ότι, με υπαιτιότητα των δήμων, έχουν αποσταλεί στο Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. ανακριβώς τα στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του Ε.Ε.Τ.Α., με αποτέλεσμα την επιβολή μεγαλύτερου ποσού Ε.Ε.Τ.Α. από το πράγματι οφειλόμενο, διενεργείται νέα εκκαθάριση του Ε.Ε.Τ.Α.. Στην περίπτωση που δεν επιβλήθηκε Ε.Ε.Τ.Α. ή αυτό υπολογίστηκε μειωμένο, διενεργείται βεβαίωση αυτού στον κατά την περίπτωση 3 της παρούσας υποπαραγράφου  υποκείμενο σε Ε.Ε.Τ.Α.. Οι  διαδικασίες για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης ορίζονται  με  απόφαση, όπως  προβλέπεται στην περίπτωση 17 της παρούσας.

Πίνακας α΄ – συντελεστής προσδιορισμού ΕΕΤΑ
Συντελεστής προσδιορισμού ΕΕΤΑ
(ευρώ/τ.μ.)    
Τιμή ζώνης

0,5    Πολύτεκνοι και ανάπηροι των περ. 10 και 11 για ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν σε περιοχές με τιμή ζώνης από 0 – 3.000 ευρώ
3    μέχρι 500 ευρώ
4    501 – 1.000 ευρώ
5    1.001 – 1.500 ευρώ
6    1.501 – 2.000 ευρώ
8    2.001 – 2.500 ευρώ
10    2.501 – 3.000 ευρώ
12    3.001 – 4.000 ευρώ
14    4.001 – 5.000 ευρώ
16    άνω των 5.001 ευρώ

Πίνακας β΄ – συντελεστής προσαύξησης
Συντελεστής προσαύξησης    Παλαιότητα
1    μέχρι και 26 έτη
1,05    25 μέχρι και 20 έτη
1,10    19 μέχρι και 15
1,15    14 μέχρι και 10
1,20    9 μέχρι και 5
1,25    4 έως 0

1    Ανεξάρτητα από την παλαιότητα, προκειμένου για ακίνητα ιδιοκτησίας πολυτέκνων και αναπήρων των  περιπτώσεων 10 και 11, που τα ιδιοχρησιμοποιούν και βρίσκονται σε περιοχές με τιμή ζώνης από 0 – 3.000 ευρώ
1    Αν στη βάση πληροφοριών του ΔΕΔΔΗΕ δεν αναγράφεται ημερομηνία κατασκευής ή παλαιότητα

Για τα ακίνητα τα οποία δεν έχουν οικιακή χρήση, όπως αυτή αναγράφεται με κωδικό αριθμό 1 στο πεδίο χρήσης του συστήματος «ΕΡΜΗΣ» του Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε.), και με εμβαδόν ηλεκτροδοτούμενης επιφάνειας άνω των χιλίων (1.000) τετραγωνικών μέτρων, ο συντελεστής προσδιορισμού Ε.Ε.Τ.Α. υπολογίζεται μειωμένος κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για το άνω των χιλίων τετραγωνικών μέτρων τμήμα και κατά εξήντα τοις εκατό (60%) για το άνω των δύο χιλιάδων (2.000) τετραγωνικών μέτρων τμήμα της επιφάνειας του ακινήτου.

6.    Το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση 5 μειώνεται κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) και ορίζεται ως το οφειλόμενο ποσό του Ε.Ε.Τ.Α. .

7.    Στο Ε.Ε.Τ.Α. δεν υπόκεινται τα ακίνητα που ανήκουν:
α) στο Ελληνικό Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλην των οριζομένων στην επόμενη περίπτωση, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στις δημοτικές επιχειρήσεις,
β) στα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα της περίπτωσης ιγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58), εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για να επιτελούν το λατρευτικό, εκπαιδευτικό, θρησκευτικό και κοινωφελές έργο τους,
γ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης ε΄ της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν.2130/1993, εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των θρησκευτικών, εκκλησιαστικών, φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή κοινωφελών σκοπών τους,
δ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης στ΄ της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν.2130/1993, εφόσον ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως γήπεδα ή χώροι αθλητικών εγκαταστάσεων για την πραγματοποίηση των αθλητικών τους σκοπών και
ε) σε ξένα κράτη, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση πρεσβειών και προξενείων, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.

8.    Από το Ε.Ε.Τ.Α. απαλλάσσονται:
αα)  Οι κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικιών,
ββ)  οι κοινόχρηστοι χώροι των κύριων τουριστικών καταλυμάτων (ξενοδοχείων και κάμπινγκ) που αφορούν στους χώρους προσέλευσης, υποδοχής και υγιεινής, οι οποίοι προσδιορίζονται σε ποσοστό 35% της συνολικής επιφάνειας της ξενοδοχειακής επιχείρησης, καθώς και ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%) της συνολικής επιφάνειας των επιχειρήσεων ενοικιαζόμενων δωματίων και ενοικιαζόμενων επιπλωμένων διαμερισμάτων, τα οποία διαθέτουν ειδικό σήμα λειτουργίας του EOT σε ισχύ, το οποίο έχει εκδοθεί με το σύστημα των κλειδιών σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 337/2000 (Α΄ 281), όπως ισχύει.
γγ) Τα ακίνητα που έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα, με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, εφόσον δεν χρησιμοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο.
δδ) Τα αρχαία μνημεία και οι χώροι ιστορικών ή αρχαιολογικών μνημείων.   
εε) Τα ακίνητα για τα οποία, στο πεδίο χρήσης του συστήματος «ΕΡΜΗΣ» του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. αναγράφονται οι κωδικοί αριθμοί χρήσης 3 και 4 αντίστοιχα, που αφορούν σε γεωργική ή βιομηχανική χρήση.

9.    Ο μειωμένος συντελεστής (0,5) προσδιορισμού Ε.Ε.Τ.Α. του πίνακα α΄ της παραγράφου 5 εφαρμόζεται για ένα μόνο ακίνητο, που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ή επικαρπία ή ποσοστό αυτών σε πολύτεκνο, κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν.1910/1944, εφόσον, κατά το οικονομικό έτος 2012, τα τέκνα που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.1910/1944 τον βαρύνουν φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994, Α΄ 151), με την προϋπόθεση ότι το ακίνητο αποτελεί την κύρια και ιδιοκατοικούμενη κατοικία αυτού. Ο μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η κύρια και ιδιοκατοικούμενη κατοικία ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ή  επικαρπία ή ποσοστό αυτών  στον ή στη σύζυγο του ή της δικαιούχου, καθώς και όταν το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της κύριας ιδιοκατοικούμενης κατοικίας κατανέμεται μεταξύ των συζύγων.  Επίσης, ο μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται και όταν κύριος ή επικαρπωτής της κύριας και ιδιοκατοικούμενης κατοικίας κατά πλήρη κυριότητα ή επικαρπία ή ποσοστό αυτών είναι ένα ή περισσότερα από τα προστατευόμενα τέκνα, λόγω θανάτου του ενός εκ των γονέων τους.
Για την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή απαιτείται να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) η τιμή ζώνης του ακινήτου να μην υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ,
β) το οικογενειακό εισόδημα κατά το οικονομικό έτος 2012, να μην υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ,
γ) το εμβαδόν του ακινήτου να μην υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τ.μ., τα οποία προσαυξάνονται κατά 20 τ.μ. για κάθε προστατευόμενο τέκνο και μέχρι τα 200 τ.μ. Εφόσον το εμβαδόν του ακινήτου υπερβαίνει την έκταση που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο, για την επιπλέον επιφάνεια το Ε.Ε.Τ.Α. υπολογίζεται χωρίς την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή,
δ) η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας έτους 2010 του πολύτεκνου να μην υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, οι οποίες προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε.. Αν το ακίνητο ανήκει κατά ποσοστό στους δύο συζύγους ή μόνο στη σύζυγο και ζητείται ο υπολογισμός του Ε.Ε.Τ.Α. με την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή και από τους δύο συζύγους ή μόνο από τη σύζυγο αντίστοιχα, η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας έτους 2010 και των δύο συζύγων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, οι οποίες προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε.. Αν το ακίνητο ανήκει σε ένα ή περισσότερα από τα προστατευόμενα τέκνα, λόγω θανάτου του ενός εκ των γονέων τους, η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας έτους 2010 του πολύτεκνου και των προστατευόμενων τέκνων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, οι οποίες προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε..

10.    Ο μειωμένος συντελεστής (0,5) προσδιορισμού Ε.Ε.Τ.Α. του πίνακα α΄ της παραγράφου 5 εφαρμόζεται για ένα μόνο ακίνητο, που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ή επικαρπία ή ποσοστό αυτών σε πρόσωπο, που, το ίδιο ή πρόσωπο που το βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε., παρουσιάζει αναπηρία ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω με την προϋπόθεση ότι το ακίνητο αποτελεί την κύρια και ιδιοκατοικούμενη κατοικία αυτού. Ο μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η κύρια και ιδιοκατοικούμενη κατοικία ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ή κατά συγκυριότητα ή επικαρπία ή ποσοστό αυτών στον ή στη σύζυγο του ή της δικαιούχου, καθώς και όταν το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της κύριας ιδιοκατοικούμενης κατοικίας κατανέμεται μεταξύ των συζύγων.

Για την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή απαιτείται να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) η τιμή ζώνης του ακινήτου να μην υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ,
β) το εμβαδόν του ακινήτου να μην υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τ.μ., τα οποία προσαυξάνονται κατά 20 τ.μ. για κάθε προστατευόμενο τέκνο και μέχρι τα 200 τ.μ. Εφόσον το εμβαδόν του ακινήτου υπερβαίνει την έκταση που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο, για την επιπλέον επιφάνεια το Ε.Ε.Τ.Α. υπολογίζεται χωρίς την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή,
γ) η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας έτους 2010 του δικαιούχου να μην υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, οι οποίες προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε.. Αν το ακίνητο ανήκει κατά ποσοστό στους δύο συζύγους ή μόνο στον ή στη σύζυγο του δικαιούχου και ζητείται ο υπολογισμός του Ε.Ε.Τ.Α. με την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή και από τους δύο συζύγους ή μόνο από τον άλλο σύζυγο, η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας έτους 2010 και των δύο συζύγων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, οι οποίες προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε..

11.    Δεν οφείλεται το Ε.Ε.Τ.Α. για ένα ακίνητο που αποτελεί την κύρια και ιδιοκατοικούμενη κατοικία και ανήκει κατά κυριότητα ή επικαρπία ή ποσοστό αυτών:
α) σε μακροχρόνια άνεργο με μη διακοπτόμενο χρόνο ανεργίας ίσο ή μεγαλύτερο του ενός έτους, κατά την ημερομηνία έκδοσης του πρώτου λογαριασμού που περιλαμβάνει Ε.Ε.Τ.Α., εγγεγραμμένο στα μητρώα του ΟΑΕΔ ή στους καταλόγους προσφερομένων προς εργασία του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας και των παραρτημάτων του ή του λογαριασμού ανεργίας προσωπικού ημερήσιων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης ή του λογαριασμού ανεργίας τεχνικών τύπου Αθηνών και Θεσσαλονίκης και
β) σε άνεργο που επιδοτήθηκε λόγω τακτικής επιδότησης από τους ως άνω φορείς και λογαριασμούς κατά τους έξι (6) τουλάχιστον από τους δώδεκα (12) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας έκδοσης του πρώτου λογαριασμού που περιλαμβάνει Ε.Ε.Τ.Α
Για την απαλλαγή του ακινήτου από το Ε.Ε.Τ.Α. απαιτείται να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) ο υποκείμενος στο Ε.Ε.Τ.Α. να είναι άνεργος κατά την ημερομηνία έκδοσης του πρώτου λογαριασμού που περιλαμβάνει Ε.Ε.Τ.Α.,
β) η τιμή ζώνης του ακινήτου να μην υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ,
γ) το οικογενειακό εισόδημα, κατά το οικονομικό έτος 2012, να μην υπερβαίνει τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ,
δ) το εμβαδόν του ακινήτου να μην υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τ.μ., τα οποία προσαυξάνονται κατά 20 τ.μ. για κάθε προστατευόμενο τέκνο και μέχρι τα 200 τ.μ.. Εφόσον το εμβαδόν του ακινήτου υπερβαίνει την έκταση που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο, για την επιπλέον επιφάνεια το Ε.Ε.Τ.Α. υπολογίζεται χωρίς την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή,
ε) η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας έτους 2010 του δικαιούχου να μην υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, οι οποίες προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε..

12.    Η βεβαίωση του Ε.Ε.Τ.Α. συντελείται με την εγγραφή  τον Ιούνιο του 2013 του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος , οι οποίες πρέπει να συμπίπτουν με τα μηχανογραφικά αρχεία του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε.. Τα στοιχεία  που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις αυτές  αποτελούν  τον τίτλο βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ..
Αρμόδια φορολογική αρχή είναι η Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου κατά την ημερομηνία αρχικής έκδοσης του λογαριασμού της Δ.Ε.Η. και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος.
Εάν κύριος ή επικαρπωτής του ακινήτου είναι περισσότεροι του ενός, αρμόδια είναι η Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος ενός εξ αυτών. Η βεβαίωση του ΕΕΤΑ πραγματοποιείται στο όνομα του κυρίου ή επικαρπωτή με το μεγαλύτερο ποσοστό συνιδιοκτησίας ή άλλως στο όνομα ενός οποιουδήποτε εξ αυτών, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες την απόδοση σε αυτόν του ποσοστού που τους αναλογεί.
Στην περίπτωση κατά την οποία έχει βεβαιωθεί Ε.Ε.Τ.Α. για ακίνητο που εμπίπτει στις διατάξεις των περιπτώσεων 7, 8, 9, 10 και 11, τούτο διαγράφεται, κατά τη διαδικασία που θα ορισθεί με την απόφαση της περίπτωσης 17. Αν τούτο ή μέρος αυτού έχει καταβληθεί, επιστρέφεται, κατά τη διαδικασία που θα ορισθεί με την ίδια απόφαση.

13.    Το Ε.Ε.Τ.Α εισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις στους λογαριασμούς που εκδίδονται από αυτούς από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι το Φεβρουάριο του 2014.

Η καταβολή του Ε.Ε.Τ.Α. ρυθμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με την καταβολή του ποσού για την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, εφόσον η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν σε διακανονισμό ή ρύθμιση με τους καταναλωτές για την εξόφληση των λογαριασμών, Εάν μέχρι την ημερομηνία λήξης πληρωμής της τελευταίας δόσης του Ε.Ε.Τ.Α., το συνολικά οφειλόμενο Ε.Ε.Τ.Α. δεν έχει εξοφληθεί τότε το  οφειλόμενο κατά την ημερομηνία αυτή ποσό αποκόπτεται από το λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και βεβαιώνεται στην αρμόδια φορολογική αρχή.

14.    Τα ποσά του ειδικού τέλους που εισπράττονται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο μέχρι τη δέκατη ημέρα του επόμενου μήνα από το μήνα κατά τον οποίο εισπράχθηκαν οι σχετικοί λογαριασμοί, όπως ειδικότερα καθορίζεται με την υπουργική απόφαση της περίπτωσης 17. Με την ίδια απόφαση ορίζεται Οικονομικός Επιθεωρητής ως αρμόδιος για την παρακολούθηση της απόδοσης του Ε.Ε.Τ.Α.. Το Ελληνικό Δημόσιο δικαιούται να ζητήσει από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος να δίνουν χρηματικές προκαταβολές έναντι των ποσών, που πρέπει να αποδοθούν από τις εισπράξεις του Ε.Ε.Τ.Α., και μέχρι είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του προς είσπραξη ποσού.

Για την αντιμετώπιση των δαπανών είσπραξης του Ε.Ε.Τ.Α., η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος παρακρατούν από τις εισπράξεις ποσοστό 0,25%. Η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και ο Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών ηλεκτρονικά αρχεία που τηρούν. προκειμένου να διαπιστώνεται η ορθή εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου. .

15.    Αν δεν καταβληθεί το Ε.Ε.Τ.Α., η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος, μετά την παρέλευση της  ημερομηνίας λήξης πληρωμής της τελευταίας δόσης, διαγράφουν τους υπόχρεους καταναλωτές ως προς το Ε.Ε.Τ.Α., αποστέλλουν κατάσταση στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών  μέσω της οποίας βεβαιώνεται το οφειλόμενο τέλος και οι αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μεριμνούν για την είσπραξή του, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Ο κύριος ή επικαρπωτής του ακινήτου μπορεί, με αίτησή του προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο, να ζητήσει την αποκοπή του Ε.Ε.Τ.Α. από το λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και τη βεβαίωση αυτού στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αφού καταβάλει τουλάχιστον την τρέχουσα και τις τυχόν ληξιπρόθεσμες δόσεις και, σε περίπτωση επίκλησης αδυναμίας καταβολής αυτών, το ποσό των πενήντα (50) ευρώ. Για την αλλαγή προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος απαιτείται η προσκόμιση, στο νέο προμηθευτή, βεβαίωσης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ότι ακολουθήθηκε η ανωτέρω διαδικασία από τον κύριο ή τον επικαρπωτή ή από το μισθωτή ή από το χρήστη, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά προς τούτο.

16.    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται::
α) ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία για την είσπραξη του Ε.Ε.Τ.Α. μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος και την απόδοση αυτού στο Δημόσιο,
β) ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., σε περίπτωση μη καταβολής του μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος,
γ) ο ειδικότερος τρόπος και η διαδικασία επιστροφής του τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., καθώς και ο τρόπος και η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης αυτού  στις περιπτώσεις που διαπιστωθεί ότι δεν επιβλήθηκε αυτό, παρότι υπήρχε υποχρέωση, ή υπολογίσθηκε εσφαλμένα,
δ) οι ειδικότερες προϋποθέσεις και οι  διαδικασίες για την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 9, 10 και 11 της παρούσας υποπαραγράφου  και
ε) κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.8.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΦΟΡΟΥ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

1.    Η περίπτωση ε) της παραγράφου 3 του άρθρου 35 του ν.3842/2010 (Α’  58) καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2013.

2.    Στην παράγραφο 5 του άρθρου 35 του ν.3842/2010,  οι λέξεις «Για τα έτη 2010, 2011 και 2012» αντικαθίσταται από τις λέξεις «Για τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013».

3.    Στην παράγραφο 4 του άρθρου 38  του ν. 3842/2010, οι λέξεις «Ειδικά για τα έτη 2010 και 2011» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Το έτος 2010» και προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Για τα έτη 2011 και  2012 ο φόρος καταβάλλεται σε επτά (7) ίσες μηνιαίες δόσεις,  και για το έτος 2013 καταβάλλεται σε τέσσερις (4) ίσες μηνιαίες δόσεις, καθεμιά από τις οποίες δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πενήντα (50) ευρώ, με εξαίρεση την τελευταία, οι οποίες καταβάλλονται στις προθεσμίες που ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο.

4.    Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 32  του ν.3842/2010 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Ως συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου (ΣΑΟ), για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας, λαμβάνεται ο ΣΑΟ που περιλαμβάνεται στις αποφάσεις προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτων (μικρότερος ή μεγαλύτερος), ανεξάρτητα αν ο συντελεστής δόμησης που ισχύει στην περιοχή είναι διαφορετικός.»

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.: ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.1. ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ  

1.    Στην υποπαράγραφο Ε.2. του ν. 4093/2012 (Α’ 222) προστίθεται περίπτωση 3 ως εξής και αναριθμούνται αντιστοίχως οι υφιστάμενες περιπτώσεις 3-7:

«3. α. Στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών μεταφέρονται στις 31 Ιουλίου 2013 οι αρμοδιότητες, το προσωπικό και οι διαθέσιμοι πόροι των ακόλουθων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων που αφορούν στην άσκηση της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης:
i) Διεύθυνση Εφαρμογών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ 30) με την εξαίρεση των Τμημάτων Προϋπολογισμού και Δημοσίων Δαπανών, Μισθοδοσίας και Συντάξεων.
ii) Διεύθυνση Εισαγωγής και Ελέγχου Στοιχείων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ32)
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και τίθεται σε ισχύ το αργότερο στις 31 Ιουλίου 2013 μπορούν να εξειδικευθούν περαιτέρω οι προαναφερόμενες λειτουργίες της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων που μεταφέρονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, καθώς και να ρυθμιστούν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στη μεταφορά του προσωπικού και των διαθέσιμων πόρων. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να προβλεφθεί προγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας υποπερίπτωσης. Μεταξύ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων συνάπτεται μέχρι τις 31 Ιουλίου 2013 μνημόνιο συνεργασίας που μπορεί να τροποποιείται όποτε κριθεί απαραίτητο και καθορίζει τις υπηρεσίες που παρέχονται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.

β.  Οι αρμοδιότητες προληπτικού ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και προσωρινού φορολογικού ελέγχου, ιδίως στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, με έμφαση στο Φ.Π.Α., καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, όπως προβλέπονται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 30 ν.3296/2004, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων, μεταβιβάζονται στις 31 Οκτωβρίου 2013 στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. Ο έλεγχος των υποθέσεων για τις οποίες εκδίδεται εντολή ελέγχου μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 2013 ολοκληρώνεται από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζονται ειδικότερα θέματα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας υποπερίπτωσης και να προβλεφθεί προγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας υποπερίπτωσης.

γ. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στην υποπερίπτωση β’ της παρούσας περίπτωσης, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων μπορούν να προβαίνουν σε ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, ανεξάρτητα από τον φορέα εκμετάλλευσής τους και του τελωνειακού καθεστώτος, υπό το οποίο τελούν όπως επίσης σε κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις περιπτώσεις α’ και δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 30 ν. 3296/2004. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) από τις παραπάνω εξουσίες, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που αυτό διατηρεί.».

δ.  Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Οικονομικών μεταφέρεται στις 31 Ιουλίου 2013 στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού και των διαθέσιμων πόρων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και τίθεται σε ισχύ το αργότερο στις 31 Ιουλίου 2013 μπορεί να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και να προβλεφθεί προγενέστερη ημερομηνία μεταφοράς της Υπηρεσίας αυτής.

2.    Στο τέλος της υποπερίπτωσης α’ της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Ε.2. του ν. 4093/2012 προστίθενται στοιχεία (9) και (10)  ως εξής:
«(9) να αποφασίζει για τις προϋποθέσεις πρόσληψης προσωπικού στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και για την υποβολή στο Α.Σ.Ε.Π. των αντίστοιχων αιτημάτων για τις σχετικές προκηρύξεις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
(10) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζεται ειδικό σύστημα προαγωγών και βαθμολογικής και υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων κατά παρέκκλιση των κριτηρίων και της διαδικασίας που προβλέπονται στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007) και κάθε άλλη διάταξη. Το σύστημα μπορεί να περιλαμβάνει το οργανόγραμμα των μονάδων που συγκροτούν τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και κανόνες που σχετίζονται με τις προαγωγές και τη μετακίνηση υπαλλήλων. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων έχει πλήρη εξουσία εφαρμογής του συστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα υποπερίπτωση. Οι κείμενες διατάξεις που δεν συνδέονται με το σύστημα προαγωγών και βαθμολογικής εξέλιξης παραμένουν σε ισχύ για το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.».

3.    Στην περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ε.2. του ν. 4093/2012, πριν από την αναρίθμησή της με την περίπτωση 1 της παρούσας υποπαραγράφου, προστίθεται στοιχείο δ’ ως εξής και αναριθμείται το επόμενο στοιχείο ε’.

«δ. Συστήνεται Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων. Το Συμβούλιο του προηγούμενου εδαφίου αποτελείται από πέντε μέλη που ορίζονται με θητεία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία χρόνια. Δύο από τα μέλη του Συμβουλίου επιλέγονται μεταξύ προσώπων με σημαντική διεθνή επαγγελματική εμπειρία στη διοίκηση δημοσίων εσόδων.  Τα μέλη του Συμβουλίου δεν είναι πλήρους απασχόλησης. Επιπλέον, στο Συμβούλιο συμμετέχει ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων χωρίς δικαίωμα ψήφου, ως εκ της ιδιότητάς του. Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο αναφέρεται στον Υπουργό Οικονομικών, παρέχει συμβουλές σε μείζονα θέματα στρατηγικής της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης συμπεριλαμβανομένων και θεμάτων ανθρώπινου δυναμικού, ελέγχει την επίδοση της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης σε σχέση με το σχεδιασμό και τους τεθέντες στόχους, υποστηρίζει τη φορολογική και τελωνειακή διοίκηση στις σχέσεις της με άλλους φορείς και επιβεβαιώνει ότι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων ασκεί τις εξουσίες του δεόντως. Το Συμβούλιο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα, ούτε πρόσβαση σε στοιχεία που αφορούν σε συγκεκριμένους φορολογουμένους.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το αργότερο μέχρι την 15η Ιουλίου 2013 ρυθμίζονται όλα τα αναγκαία θέματα για τη λειτουργία του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και ιδίως:
α) καθορίζονται τα ελάχιστα προσόντα των μελών του Συμβουλίου,
β) ορίζονται τα μέλη του Συμβουλίου και η διάρκεια της θητείας τους,
γ) καθορίζεται η αποζημίωση των μελών του Συμβουλίου για την άσκηση των καθηκόντων τους,
δ) τίθενται κανόνες για την αντιμετώπιση συγκρούσεων συμφερόντων,
ε) καθορίζεται η ελάχιστη συχνότητα των συνεδριάσεων,
στ) θεσπίζεται πλαίσιο ως προς τον τρόπο αναφοράς του Συμβουλίου στον Υπουργό Οικονομικών,
ζ) ρυθμίζονται θέματα διοικητικής υποστήριξης του Συμβουλίου..»

4.    Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 55 ν.4002/2011, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 35 ν.4141/2013 (Α’ 81), αντικαθίσταται ως εξής:

«Με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, ύστερα από γνώμη του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που διατυπώνεται εντός δεκατεσσάρων ημερών, μπορεί να καθορίζεται ή να ανακαθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση, ειδικά, των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και να συστήνονται ή να καταργούνται ή να συγχωνεύονται ή να αναστέλλεται η λειτουργία οργανικών μονάδων επιπέδου αυτοτελούς γραφείου ή αυτοτελούς τμήματος ή τμήματος ή υποδιεύθυνσης ή διεύθυνσης της εν λόγω Γενικής Γραμματείας.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ  

1.    Συνιστάται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, με τίτλο «Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων»  υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό  Οικονομικών, ο οποίος μπορεί να εκχωρεί την αρμοδιότητα στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών.

2.    Τα Υπουργεία και οι εποπτευόμενοι από αυτά φορείς, προωθούν στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων όλα τα σχέδια που αφορούν σε διαχείριση ή παροχή κρατικών πόρων, πριν την τελική έγκριση και υιοθέτηση τους και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον παρόντα νόμο Η Κεντρική Μονάδα κρατικών ενισχύσεων εξετάζει τα προτεινόμενα σχέδια ως προς τη συμβατότητά τους με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων και εκφράζει έγγραφη γνώμη, η οποία προσαρτάται σε κάθε σχέδιο.

3.    Η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων  επιπλέον:
α. Έχει την πλήρη ευθύνη για την κοινοποίηση των σχεδίων κρατικών ενισχύσεων, εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το αρ. 108 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (ΣΛΕΕ). Διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό σύστημα κοινοποιήσεων SANI (State Aid Notification System: Διαδραστική Αναφορά Κρατικών Ενισχύσεων) και είναι ο μοναδικός συνομιλητής των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά τη διαδικασία των κοινοποιήσεων.
β. Αποτελεί το μοναδικό επίσημο σημείο επαφής για θέματα κρατικών ενισχύσεων, τόσο με την Επιτροπή, όσο και με άλλους Ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς.
γ.  Συντονίζει τα θέματα κρατικών ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο: συνεργάζεται με τα υπουργεία και τους λοιπούς φορείς και αρχές μέσω του δικτύου αποκεντρωμένων μονάδων κρατικών ενισχύσεων.
δ. Επιβλέπει και παρακολουθεί την  πορεία και την πρόοδο των  υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων, ειδικότερα όσων είναι στο στάδιο της εξέτασης από την Επιτροπή, ή όσων αφορούν ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων. Η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων βοηθά στη διαμόρφωση απαντήσεων προς την Επιτροπή σε θέματα που σχετίζονται με τις Κρατικές Ενισχύσεις.
ε. Ελέγχει όλες τις απαντήσεις πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή. Μεριμνά για την τήρηση προθεσμιών και καταληκτικών ημερομηνιών που έχουν τεθεί από την Επιτροπή.
στ. Συμμετέχει στη διαμόρφωση της πολιτικής των κρατικών ενισχύσεων και τον έλεγχο της συμβατότητας των χορηγούμενων από δημόσιους φορείς και αρχές σχεδίων Κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με τα Αρ. 107 και 108 της ΣΛΕΕ.
ζ. Συμμετέχει στη διαμόρφωση και τον έλεγχο της συμβατότητας της πολιτικής των Υπηρεσιών Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος σύμφωνα με το Αρ. 106 της ΣΛΕΕ. Συνεργάζεται με τους αρμόδιους φορείς και συντάσσει την περιοδική έκθεση για τις Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος.
η. Παρακολουθεί και συντάσσει τον ετήσιο πίνακα Κρατικών Ενισχύσεων SARI (State Aid Reporting Interactive: Διαδραστική Αναφορά Κρατικών Ενισχύσεων ) .
θ. Συμμετέχει στα συμβουλευτικά όργανα της Γενικής Δ/νσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής για τον καθορισμό των νέων κανόνων- ανακοινώσεων και διαδικασιών στα θέματα κρατικών ενισχύσεων.
ι. Παρέχει εκπαίδευση και τεχνογνωσία σε θέματα κρατικών ενισχύσεων στις αποκεντρωμένες μονάδες, σε συνεργασία με αρμόδιους φορείς,
ια. Παρέχει υποστηρικτικό υλικό στις αποκεντρωμένες μονάδες σε θέματα πολιτικής και διαδικασιών  κρατικών ενισχύσεων
ιβ. Τηρεί  κεντρικό πληροφοριακό σύστημα μητρώου όλων των υφιστάμενων  κρατικών ενισχύσεων κατά τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο Β.8.του παρόντος νόμου.
ιγ. Με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισηγήσεως του Προϊσταμένου της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων, καθορίζονται περαιτέρω λεπτομέρειες – διευρυμένα καθήκοντα σχετικά με τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων σύμφωνα με τις αναθεωρήσεις της πολιτικής των κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτή χαράσσεται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.3. : ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

1.    Συνιστάται στην Κεντρική Μονάδα θέση Προϊσταμένου αυτής με βαθμό Διευθυντή. Ως  προϊστάμενος της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων ορίζεται δημόσιος υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών ή υπάλληλος από το στενό και ευρύτερο Δημόσιο Τομέα και τις ανεξάρτητες  αρχές,  κατά τη διαδικασία του αρ. 55 παρ. 21 του ν. 4002/2011 (Α΄180/22.08.2011) και, μετά τη λήξη ισχύος των διατάξεων του ν. 4093/2012 (Α’ 222) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»,  κατά τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.
2.    Η ανωτέρω Μονάδα στελεχώνεται  από υπαλλήλους όλων των κλάδων κατηγοριών και ειδικοτήτων του Υπουργείου Οικονομικών καθώς και από  υπαλλήλους από τον στενό και ευρύτερο Δημόσιο Τομέα και τις ανεξάρτητες  αρχές,  οι οποίοι αποσπώνται για το σκοπό αυτό στην Κεντρική Μονάδα. Κατά παρέκκλιση  των κειμένων διατάξεων στη Μονάδα μπορούν να αποσπασθούν υπάλληλοι από την Μονάδα Οργάνωσης Διαχείρισης (ΜΟΔ)  ΑΕ. και τα Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το προσωπικό της Μονάδος που μεταφέρεται ή αποσπάται είναι έως είκοσι (20) άτομα. Οι υπηρετούντες στο  Υπουργείο Οικονομικών δικηγόροι  με έμμισθη εντολή υποστηρίζουν νομικά το έργο της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων.

3.    Η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων μπορεί να απασχολεί υπαλλήλους της κατηγορίας Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού.

4.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται:

5.    α. η διάρθρωση και ο αριθμός των υπαλλήλων που απαιτούνται για τις ανάγκες στελέχωσης της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων, ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα. Οι υπάλληλοι  μεταφέρονται και αποσπώνται  σε αυτήν με την ίδια εργασιακή σχέση, την οργανική θέση, βαθμό, κλάδο και ειδικότητα που κατέχουν, με συνεκτίμηση της αίτησής τους και των αναγκών της Μονάδος,
β. τα ειδικότερα και πρόσθετα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα,
γ. τα ειδικότερα και πρόσθετα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του Προϊσταμένου, καθώς και η θητεία του, σύμφωνα και με τις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου.
δ. η διαδικασία επιλογής του προϊσταμένου και των υπαλλήλων.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.4.: ΔΙΚΤΥΟ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

1.    Η επιφορτισμένη με τις κρατικές ενισχύσεις υπηρεσία κάθε Υπουργείου μετονομάζεται σε « Αποκεντρωμένη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων».

2.    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμοδίου καθ’ ύλην Υπουργού μπορεί να συνιστάται, όπου δεν υπάρχει ήδη κατά τη δημοσίευση του παρόντος, αποκεντρωμένη μονάδα κρατικών ενισχύσεων στα Υπουργεία και στους φορείς της εποπτείας τους, που  χορηγούν  κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες ενδέχεται να μην είναι συμβατές. Κύριο έργο των αποκεντρωμένων μονάδων είναι η προετοιμασία και η προώθηση σχεδίων για γνωμοδότηση ή και έγκριση από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων. Η Αποκεντρωμένη Μονάδα κάθε Υπουργείου είναι επίσης αρμόδια και υπεύθυνη για τα σχέδια που προετοιμάζονται και προωθούνται από τους εποπτευόμενους φορείς της.

3.    Έργο των Αποκεντρωμένων Μονάδων είναι επίσης :
α. Ο έλεγχος αναφορικά με την ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων, όλων των σχεδίων νόμου που εισάγονται προς ψήφιση από τον φορέα στον οποίο ανήκει ή που εποπτεύει η εκάστοτε Αποκεντρωμένη Μονάδα.
β. Ο έλεγχος αναφορικά με την ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων, όλων των λοιπών πράξεων που εκδίδονται από τον φορέα στον οποίο ανήκει ή που εποπτεύει η εκάστοτε Αποκεντρωμένη Μονάδα.
γ. Η έγκριση όλων των σχεδίων κρατικών ενισχύσεων που δεν απαιτούν κοινοποίηση (όπως ενδεικτικά οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας) κατόπιν οδηγιών της Κεντρικής Μονάδας.
δ. Η προώθηση στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων όλων των σχεδίων που ενδεχομένως εμπεριέχουν μεταφορά και διάθεση Κρατικών πόρων σε κάποιον ωφελούμενο, που συνοδεύονται  από αναλυτική περιγραφή και τεκμηρίωση. Η Αποκεντρωμένη Μονάδα μπορεί  να προτείνει βελτιώσεις, πριν από την προώθηση του σχεδίου στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων.
ε. Σε περίπτωση κοινοποίησης ενός σχεδίου από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Αποκεντρωμένη Μονάδα υποχρεούται να παρέχει στην Κεντρική Μονάδα κάθε είδους βοήθεια και υποστήριξη που θα της ζητηθεί.
στ. Τα σχέδια  κοινοποιούνται μέσω του Ηλεκτρονικού συστήματος SANI και καταχωρούνται από τον επικυρωμένο χρήστη της Αποκεντρωμένης Μονάδας στο εν λόγω σύστημα.
ζ. Στο τέλος κάθε έτους, οι Αποκεντρωμένες Μονάδες υποχρεούνται στην ηλεκτρονική υποβολή της ετήσιας έκθεσης κρατικών ενισχύσεων μέσω του διαδραστικού συστήματος SARI, που περιλαμβάνει τις  δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί για τις υφιστάμενες κρατικές ενισχύσεις του φορέα τους. Η ηλεκτρονική αυτή υποβολή πραγματοποιείται επίσης από επικυρωμένο χρήστη. Οι επικυρωμένοι χρήστες και στις δύο περιπτώσεις ορίζονται μετά από αίτηση της Αποκεντρωμένης Μονάδας προς την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων.
η. Φροντίζουν για την ενημέρωση του μητρώου παρακολούθησης κρατικών ενισχύσεων του άρθρου 30 του παρόντος νόμου, ως προς τα μέτρα αρμοδιότητας τους.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.5.: ΔΙΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ  ¨

1.    Με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του Πρωθυπουργού, συγκροτείται Διϋπουργική Επιτροπή Κρατικών Ενισχύσεων η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το αρ. 15 παρ. 2β’ και το αρ. 16 παρ.6 του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» ΦΕΚ Α98/22.4.2005. Η Επιτροπή συγκροτείται από:
α)Τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος προεδρεύει, με αναπληρωτή του τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών.
β)Τους Υπουργούς Εξωτερικών, Ανάπτυξης, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και τους εκάστοτε αρμόδιους Υπουργούς, θέματα στην αρμοδιότητα των οποίων έρχονται προς συζήτηση. Αναπληρωτές ορίζονται οι αντίστοιχοι Γενικοί Γραμματείς των Υπουργείων.
γ)Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται ο Υποδιευθυντής της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων με αναπληρωτή του υπάλληλο της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων.
 
2.    Έργο της Επιτροπής είναι η διερεύνηση και επίλυση:
α) Των θεμάτων κρατικών ενισχύσεων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
β) Των υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων όπου υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις ανάμεσα στους αρμόδιους φορείς και στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων ή/ και των αρμόδιων φορέων μεταξύ τους.
γ) Των θεμάτων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε υψηλό επίπεδο με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
3.    Η Επιτροπή μπορεί να προσκαλεί κατά περίπτωση εκπροσώπους Δημόσιων Φορέων,  Ανεξάρτητων Αρχών και Δημοσίων Επιχειρήσεων, κατά την εξέταση θεμάτων.

4.    Η Επιτροπή συγκαλείται μετά από πρόσκληση του Προϊσταμένου της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων ή ενός εκ των μελών της Επιτροπής. Ο προϊστάμενος της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις της επιτροπής ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.    Οι αποφάσεις της Επιτροπής είναι δεσμευτικές για το σύνολο των εμπλεκόμενων φορέων. Τηρούνται γραπτά πρακτικά, στα οποία παρατίθενται αναλυτικά οι λόγοι που οδήγησαν στη λήψη της απόφασης.
Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, τηρουμένων των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.6.:  ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ  

Τα σχέδια, τα οποία μπορεί να περιέχουν μεταφορά και διάθεση κρατικών πόρων προς δημοσίους ή ιδιωτικούς φορείς, που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων εγγυήσεων, χορηγήσεων, εκχωρήσεων, φορολογικών και άλλων απαλλαγών, αποκρατικοποιήσεων, επενδύσεων, υπόκεινται σε αναλυτικό έλεγχο για πιθανή ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων.
Η διαδικασία γνωμοδότησης από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων είναι η εξής:

1.    Η χορηγούσα αρχή ετοιμάζει το προσχέδιο και το υποβάλει για εξέταση στην αποκεντρωμένη μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, στην οποία υπόκειται.

2.    Η αποκεντρωμένη Μονάδα διενεργεί εντός είκοσι εργάσιμων ημερών προκαταρκτικό έλεγχο για την ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων. Κατά τον έλεγχο, συμπληρώνεται αντίστοιχο ερωτηματολόγιο κατά το πρότυπο των ερωτηματολογίων της Ε.Ε. που εκπονείται από το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (ΚΔΕΟΔ)  σε συνεργασία με την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων.

3.    Τα σχέδια, νομοθετικής ή διοικητικής φύσης, τα οποία μπορεί να περιέχουν άμεση ή έμμεση κρατική ενίσχυση υποβάλλονται για γνωμοδότηση στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, προ της υπογραφής τους από το αρμόδιο όργανο ή της ψήφισής τους από το Κοινοβούλιο.

4.    Ανάλογα με την περίπτωση, η Κεντρική Μονάδα αποφασίζει και ενεργεί ως εξής:
α) Αν το σχέδιο δεν περιέχει κρατική ενίσχυση, η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων εκφράζει προ της υιοθέτησης του σχεδίου, έγγραφη θετική γνώμη εντός είκοσι εργάσιμων ημερών, η οποία προσαρτάται και συνοδεύει το σχέδιο. Με τη θετική γνώμη, το σχέδιο υιοθετείται.
β) Αν το σχέδιο εμπεριέχει στοιχεία κρατικών ενισχύσεων η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, γνωμοδοτεί προς την χορηγούσα αρχή, μέσω των Αποκεντρωμένων Μονάδων, ως προς απαιτούμενες βελτιώσεις προκειμένου το μέτρο να είναι συμβατό με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτοί διαμορφώνονται από την Επιτροπή. Εάν κριθεί αναγκαίο, το σχέδιο κοινοποιείται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρ. 108 της ΣΛΕΕ.

5.    Ένα σχέδιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τη θετική γνώμη της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων.
Σε περίπτωση που θεσπιστεί ρύθμιση η οποία δεν έχει υποβληθεί στη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, η Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος οφείλει να απόσχει από την υλοποίηση του μέτρου, μέχρι την έκδοση γνώμης.

6.    Οι αποφάσεις μεταφοράς κρατικών πόρων συνυπογράφονται από τον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.7.: ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΚΔΕΟΔ

Όλα τα στάδια της διαδικασίας των υποπαραγράφων Β.2., Β.4. και Β.6 του παρόντος νόμου συνεπικουρούνται από τη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ΚΔΕΟΔ, η οποία υποχρεούται να εξετάζει κατά προτεραιότητα τα θέματα που της υποβάλλονται από την Κεντρική και τις Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.8.: ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ
1.    Δημιουργείται Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων,  στο οποίο θα συνδεθούν όλα τα υφιστάμενα καθώς και τα υπό προκήρυξη περιφερειακά συστήματα του δικτύου των Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων.
.
2.    Το Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα θα περιλαμβάνει όλες τις κρατικές ενισχύσεις , που έχουν δοθεί στην ελληνική επικράτεια κατόπιν εγκριτικής απόφασης της ΕΕ, τις ενισχύσεις, που έχουν δοθεί βάσει του κανονισμού 1998/2006 (L 379/5 EL της 28.12.2006) καθώς και αυτές του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού 800/2008 (L 214/3 EL της 09.08.2008).
3.    Για τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών  συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ομάδα  Διοίκησης Έργου με αντικείμενο το σχεδιασμό, υλοποίηση, υποστήριξη και διαχείριση του Πληροφοριακού Συστήματος.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.9.: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ  ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

1.    Η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων σε συνεργασία με τις Αποκεντρωμένες Μονάδες είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων.

Ειδικότερα :
α. Σε περίπτωση που η απόφαση της Ε.Ε. δεν περιέχει αναλυτικές πληροφορίες για την ταυτότητα των αποδεκτών ούτε για τα ποσά της ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθούν,  η Κεντρική Μονάδα σε συνεργασία με τις αποκεντρωμένες Μονάδες, προσδιορίζει χωρίς καθυστέρηση τις επιχειρήσεις που αφορά η απόφαση καθώς και το ακριβές ποσό της ενίσχυσης που πρεπει να ανακτηθεί από κάθε επιχείρηση. (C 272/05 EL της 15.11.2007 Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αποτελεσματική εφαρμογή των ανακτήσεων).
β. Η Κεντρική Μονάδα συντονίζει τις ενέργειες της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την ανάκτηση της ενίσχυσης από τους τελικούς αποδέκτες σύμφωνα με οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 1 του υπ΄ αρίθμ. 659/1999 Διαδικαστικού Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ όπως ισχύει.
γ. Η Κεντρική Μονάδα είναι το κεντρικό σημείο επαφής με την Ε.Ε. αναφορικά με την εφαρμογή της ανάκτησης. Σε περίπτωση δυσκολιών, ενημερώνει την Επιτροπή, προτείνοντας απαραίτητες ρυθμίσεις για την εφαρμογή της απόφασης.
δ. Η Κεντρική Μονάδα συμβουλεύει τις αποκεντρωμένες Μονάδες ως προς τον υπολογισμό των τόκων της ανάκτησης, χρησιμοποιώντας το επιτόκιο αναφοράς και τη μέθοδο ανατοκισμού όπως αυτή έχει προσδιοριστεί στο Κεφάλαιο V του Κανονισμού ΕΚ 794/2004 και υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία η ενίσχυση τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την πραγματική της επιστροφή. Επίσης ελέγχει τα τελικά ποσά πριν τα υποβάλει  στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  

2.    Οι Αποκεντρωμένες μονάδες:
α. Παρέχουν στην Κεντρική Μονάδα της απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό των τελικών αποδεκτών της ενίσχυσης και υπολογίζουν το προς ανάκτηση (κατά το μέρος που τα παραπάνω δεν προσδιορίζονται στην απόφαση της Ε.Ε).
β. Παίρνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της ανάκτησης, σε συνεργασία και συμφωνία με τις οδηγίες της Κεντρικής Μονάδας.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.10.: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ  

1.    Με την ενημέρωσή της για απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  που αφορά ανάκτηση από την Ελληνική Δημοκρατία παράνομων κρατικών ενισχύσεων, η Κεντρική Μονάδα έρχεται σε επαφή με την χορηγούσα αρχή, ώστε να συλλέξει όλη την απαραίτητη πληροφόρηση.

2.    Η Κεντρική Μονάδα συμβουλεύει τις Αποκεντρωμένες Μονάδες στον προσδιορισμό των ωφελούμενων από την ενίσχυση φορέων, των ποσών των ενισχύσεων, αν αυτά δεν προσδιορίζονται στην απόφαση ανάκτησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και των αναλογούντων τόκων. Επίσης προσδιορίζει τις ενέργειες που θα οδηγήσουν στην ανάκτηση και ζητά από τις Αποκεντρωμένες Μονάδες να τις υιοθετήσει άμεσα. Οι αποκεντρωμένες Μονάδες υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις ενέργειες αυτές μέσα στην οριζόμενη προθεσμία και να αναφέρουν τα αποτελέσματα στην Κεντρική Μονάδα.
Η Κεντρική Μονάδα ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή  για τις ενέργειες και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενίσχυσης και συνεχίζει την τακτική ενημέρωση για την πορεία της ανάκτησης.

3.    Οι ωφελούμενοι από παράνομη κρατική ενίσχυση είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν το ποσό με τους αναλογούντες τόκους, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται από τον ν. 4002/2011 όπως κάθε φορά ισχύει, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του υπ΄ αριθμ. 659/1999 Διαδικαστικού Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ, όπως ισχύει (L 83 EL της 27.03.1999).

4.    Αναστέλλεται η χορήγηση κάθε συμβιβάσιμης ενίσχυσης σε οποιονδήποτε αποδέκτη οφείλει να επιστρέψει παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση που υπόκειται σε προηγούμενη απόφαση ανάκτησης μέχρις ότου ο εν λόγω αποδέκτης έχει επιστρέψει την παλαιά παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση.

5.    Σε περίπτωση εταιρειών σε καθεστώς πτώχευσης, οι Αποκεντρωμένες Μονάδες, υποβοηθούμενες από την Κεντρική Μονάδα, διασφαλίζουν ότι τα ποσά της ανάκτησης εγγράφονται στον πίνακα των απαιτήσεων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Πτωχευτικό Κώδικα , ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3588/2007 (Α΄153) , όπως αυτός ισχύει, άρθρο 135 επόμενα.

6.    Στο άρθρο 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α’ 97), προστίθεται παράγραφος 4 ως ακολούθως, η δε υφιστάμενη παράγραφος 4 αναριθμείται σε παράγραφο 5.
«Αναστολή κατά πράξεως που μετά από απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διατάσσει την ανάκτηση παράνομης ή ασυμβίβαστης με την εσωτερική αγορά κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 108 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, χορηγείται αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφ’ όσον και καθ’ ο μέρος αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης αυτής,
β)     πιθανολογείται σοβαρά η παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης και  
γ)     ο αιτών επικαλείται και αποδεικνύει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη.
Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται αν από τη στάθμιση της βλάβης του συμφέροντος του αιτούντος και του συμφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή της αίτησης αναστολής είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος».

7.    Στην παράγραφο 5 του άρθρου 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 «Ειδικώς, αποφάσεις για την αναστολή που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 202, μπορούν επίσης, να ανακληθούν ύστερα από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν εκδοθεί απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί αιτήσεως οριστικής ή προσωρινής δικαστικής προστασίας κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία διατάσσει την ανάκτηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης».

8.    Το άρθρο 22 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180) τροποποιείται ως εξής:
α.  Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 οι λέξεις «καθώς και ο τρόπος καταβολής (εφάπαξ ή δόσεις, ημερομηνία καταβολής)» αντικαθίστανται με τις λέξεις «καθώς και ο χρόνος καταβολής που δεν μπορεί να υπερβαίνει την προθεσμία ανάκτησης που τίθεται στην απόφαση της  παραγράφου 1.».
β.      Στην παράγραφο 3 του άρθρου 22 οι λέξεις «για τη σύνταξη και αποστολή του χρηματικού καταλόγου στην αρμόδια ΔΟΥ» αντικαθίστανται με τις λέξεις «κατά την έννοια των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1» και προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Αν η ανακτητέα κρατική ενίσχυση αφορά περισσότερες της μίας δραστηριότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα περισσοτέρων υπηρεσιών, αρμόδια είναι η υπηρεσία που εποπτεύει την κύρια δραστηριότητα του νομικού προσώπου».

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.11.: ΤΕΛΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Η στελέχωση της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 26 του παρόντος νόμου ολοκληρώνεται εντός προθεσμίας 3 μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Μέχρι την ολοκλήρωση της στελέχωσης αυτής, οι σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένωσης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών εξακολουθούν να ασκούνται από αυτή στη συνέχεια οι αρμοδιότητες αυτές μεταφέρονται στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων της υποπαραγράφου Β.2. του παρόντος νόμου.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ  ΠΑΡΟΧΗ ΕΚΤΙΜΗΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.1. : ΟΡΙΣΜΟΙ

Για τους σκοπούς των της παραγράφου Γ.  του παρόντος νόμου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
«Εκτίμηση»: Κάθε εργασία ή/και έρευνα που έχει ως σκοπό την αποτίμηση της αξίας περιουσιακών στοιχείων, άυλων ή ενσώματων και εκτελείται με βάση τα ευρωπαϊκά ή διεθνώς αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα.  
«Πιστοποιημένος εκτιμητής»: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οποιασδήποτε μορφής, το οποίο διενεργεί εκτιμήσεις, όπως αυτές ορίζονται στο παρόν άρθρο, έχει λάβει την πιστοποίηση της υποπαραγράφου Γ.2.  του παρόντος νόμου και έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπεται στο ίδιο άρθρο.
«Αρμόδια Διοικητική Αρχή» : Ορίζεται η Διεύθυνση Τομέων Παραγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.2.: ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ ΜΗΤΡΩΟ

1.    Το επάγγελμα του πιστοποιημένου εκτιμητή ασκείται ελεύθερα μετά πάροδο τριμήνου από την αναγγελία έναρξής του στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή και την εγγραφή του πιστοποιημένου εκτιμητή στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών.
Το Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών τηρείται στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Στην ίδια αρχή τηρείται κατάλογος διενεργηθεισών εκτιμήσεων.

Προκειμένου περί φυσικών προσώπων, η αναγγελία συνοδεύεται από τα κάτωθι απαραίτητα δικαιολογητικά:
α. Αίτηση πιστοποίησης, όπου αναφέρεται ο συγκεκριμένος ή οι συγκεκριμένοι κλάδοι στους οποίους επιθυμεί να πιστοποιηθεί ο ενδιαφερόμενος, συνοδευόμενη από βιογραφικό σημείωμα.
β. Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής. Ο αιτών πρέπει να μην έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για οποιοδήποτε κακούργημα ή για τα πλημμελήματα  της κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας ή για κάποιο άλλο οικονομικής φύσεως έγκλημα.
γ. Φωτοαντίγραφο πτυχίου ανώτερης ή ανώτατης σχολής της ημεδαπής. Οι τίτλοι σπουδών που προέρχονται από ιδρύματα της αλλοδαπής πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι από τον αρμόδιο Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ) ως ισότιμοι και αντίστοιχοι ή ισότιμοι προς τους απονεμόμενους από τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
δ. Υπεύθυνη δήλωση, με την οποία ο ενδιαφερόμενος δηλώνει τα εκτιμητικά πρότυπα (ευρωπαϊκά ή διεθνή) που εφαρμόζει κατά τη διενέργεια εκτιμήσεων και τη δέσμευσή του για την πιστή τήρηση του κώδικα δεοντολογίας της υποπαραγράφου Γ.8. .
ε. Βεβαίωση με υπογραφή και σφραγίδα πιστοποιημένου εκτιμητή ή άλλο πρόσφορο έγγραφο στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται διετής εκτιμητική εμπειρία του ενδιαφερόμενου.
στ. Πιστοποιητικό, από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο αιτών εκπληρώνει τουλάχιστον μία από τις κάτωθι προϋποθέσεις:
αα) Έχει πιστοποιηθεί ως εκτιμητής από φορέα διαπιστευμένο από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ) ή από επαγγελματική ένωση ή οργανισμό που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του π.δ.38/2010 (Α’ 78).
ββ) Ασκεί νόμιμα το επάγγελμα του εκτιμητή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτο κράτος σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προσκομίσει σχετικό πιστοποιητικό από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους, ή του τρίτου κράτους.
γγ) Έχει επιτυχώς ολοκληρώσει τη διαδικασία εξετάσεων, όπως αυτή ορίζεται στην υποπαράγραφο Γ.3. .
ζ. Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, το οποίο πρέπει να ανανεώνεται κάθε έτος από τον ενδιαφερόμενο.
η. Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, το οποίο πρέπει να ανανεώνεται κάθε έτος  από τον ενδιαφερόμενο.

Προκειμένου περί νομικών προσώπων, η αναγγελία συνοδεύεται από τα κάτωθι απαραίτητα δικαιολογητικά:
α. Αίτηση πιστοποίησης, στην οποία θα αναφέρεται ο συγκεκριμένος ή οι συγκεκριμένοι κλάδοι, στους οποίους επιθυμεί να πιστοποιηθεί.
β. Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, το οποίο πρέπει να ανανεώνεται κάθε έτος από το  ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο.
γ. Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, το οποίο πρέπει να ανανεώνεται κάθε έτος από το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο.
δ. Επικυρωμένο αντίγραφο του ιδρυτικού του εγγράφου ή τυχόν τροποποιητικού αυτού, από το οποίο να προκύπτει ότι στον σκοπό του προβλέπεται η παροχή εκτιμητικών υπηρεσιών.
ε. Αποδεικτικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι στο νομικό πρόσωπο απασχολείται ένας ή περισσότεροι πιστοποιημένοι εκτιμητές, οι οποίοι είναι και οι μόνοι αρμόδιοι να διενεργούν εκτιμήσεις για λογαριασμό του νομικού προσώπου.

2.    Η Αρμόδια Διοικητική Αρχή μπορεί εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της αναγγελίας να απαγορεύσει την έναρξη του επαγγέλματος εφόσον δεν πληρούνται οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή, η Αρμόδια Διοικητική Αρχή ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο ότι δεν είναι δυνατή η εγγραφή του στο Μητρώο, γνωστοποιώντας του και τους σχετικούς λόγους.

3.    Εφόσον πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η Αρμόδια Διοικητική Αρχή εγγράφει τον ενδιαφερόμενο στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών, εντός τριών μηνών, στον κλάδο ή στους κλάδους στους οποίους έχει πιστοποιηθεί και εκδίδει σχετικό πιστοποιητικό.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.3.: ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

1.    Το πιστοποιητικό της περίπτωσης στ’ της περίπτωσης 2, της υποπαραγράφου Γ.2. του παρόντος νόμου, χορηγείται μετά από επιτυχία του ενδιαφερόμενου σε εξετάσεις, στο γνωστικό αντικείμενο του κλάδου ή των κλάδων, στους οποίους επιθυμεί να πιστοποιηθεί. Οι  εξετάσεις διεξάγονται κυρίως με το σύστημα των πολλαπλών επιλογών. Ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει σχετική αίτηση στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή, συνοδευόμενη από τα δικαιολογητικά των υποπεριπτώσεων α’, γ’ και ε’, της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.2. του παρόντος νόμου.

2.    Οι εξετάσεις διενεργούνται δύο φορές το χρόνο από Εξεταστική Επιτροπή, τα μέλη της οποίας είναι τα εξής:
α. Δύο μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) από συναφείς, ως προς το γνωστικό αντικείμενο του εκτιμητή, Ανώτερες ή Ανώτατες Σχολές, με τους  αναπληρωτές τους, εκ των οποίων ο αρχαιότερος ορίζεται   πρόεδρος. Τα εν λόγω μέλη δεν θα πρέπει να ασκούν το επάγγελμα του πιστοποιημένου εκτιμητή.
β. Δύο εκπρόσωποι του Ελληνικού Ινστιτούτου Εκτιμητικής με τους αναπληρωτές  τους με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από πρόταση του Ελληνικού Ινστιτούτου Εκτιμητικής.
γ. Ένας Προϊστάμενος Τμήματος ή Δ/νσης, της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του.

Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του.
Η θητεία της Επιτροπής είναι τριετής.
Η συγκρότηση της Επιτροπής γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση της Αρμόδιας Αρχής.

3.    Η Εξεταστική Επιτροπή συνεδριάζει νόμιμα, όταν παρίστανται, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία). Οι αποφάσεις της επιτροπής λαμβάνονται εγγράφως, κατά πλειοψηφία και με συνοπτική αιτιολογία.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, ύστερα από εισήγηση της Εξεταστικής Επιτροπής, ορίζονται μεταξύ άλλων,  η εξεταστέα ύλη και τα θέματα των εξετάσεων, ο τρόπος  βαθμολόγησης των υποψηφίων,  η διαδικασία, ο τρόπος, τα κριτήρια, οι όροι, οι προϋποθέσεις εξέτασης των υποψηφίων εκτιμητών ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής και κάθε άλλο θέμα συναφές με τη λειτουργία της Επιτροπής και τη διενέργεια των εξετάσεων. Με όμοια απόφαση ορίζονται τα μαθήματα προς εξέταση, μετά από εισήγηση της Αρμόδιας Αρχής, μετά από γνώμη της Εξεταστικής Επιτροπής στα οποία περιέχονται αντικείμενα συναφή με τα κεφάλαια της υποπαραγράφου Γ.4. Με όμοια απόφαση ορίζεται η εξεταστέα ύλη, το ύψος και η διαδικασία καταβολής του παραβόλου της συμμετοχής των υποψηφίων στις εξετάσεις, καθώς και η αμοιβή των μελών της Εξεταστικής Επιτροπής του παρόντος άρθρου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.4.: ΚΛΑΔΟΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΕΚΤΙΜΗΤΩΝ

Οι πιστοποιημένοι εκτιμητές δύνανται να δραστηριοποιούνται και να πιστοποιούνται σε έναν ή περισσότερους από τους εξής κλάδους:
α) Ακίνητα
β) Μηχανολογικός και Τεχνικός εξοπλισμός – Βιομηχανικές εγκαταστάσεις
γ) Άυλα αγαθά
δ) Πλοία
ε) Επιχειρήσεις
στ) Κινητά κάθε είδους

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.5.: ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΕΚΤΙΜΗΤΩΝ

Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας με τις οποίες καθορίζεται ειδική διαδικασία εκτιμήσεων συγκεκριμένων αγαθών, οι πιστοποιημένοι εκτιμητές διενεργούν εκτιμήσεις της αξίας αγαθών  (ενσώματων ή άυλων), που αφορούν ενδεικτικά σε:
–    Ακίνητα και εμπράγματα δικαιώματα.
–    Βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό τους.
–    Μετοχές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και άλλους τίτλους κινητών αξιών ανωνύμων εταιρειών ή συμμετοχές σε άλλες εταιρείες ή συνεταιρισμούς.  
–    Πάγια στοιχεία για την προσαρμογή στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα.
–    Έργα   τέχνης.
–    Συλλογές, τιμαλφή, έπιπλα.
–    Άυλα αγαθά, περιλαμβανομένων δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, πνευματικών, συγγενικών δικαιωμάτων και γενικά κάθε άυλου στοιχείου που έχει οικονομική αξία.
–    Εκπόνηση μελετών οικονομικής σκοπιμότητας, εναλλακτικής  χρησιμοποίησης ή βέλτιστης χρήσης περιουσιακών στοιχείων.
–    Εύλογο κόστος υλοποίησης επενδυτικών προγραμμάτων.
–    Ακίνητη περιουσία του ενεργητικού των Αμοιβαίων Κεφαλαίων.
–    Ακίνητη περιουσία των Ανώνυμων Εταιρειών Επενδύσεων.
–    Μελέτες οικονομικής σκοπιμότητας, εναλλακτικής ή βέλτιστης χρήσης περιουσιακών στοιχείων.
–     Κοστολόγηση τεχνικών έργων και λοιπών κατασκευών.
–     Ζημίες από τρομοκρατικές ενέργειες.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.6.: ΑΜΟΙΒΗ

Η αμοιβή για τη διενέργεια εκτιμήσεων καθορίζεται ελεύθερα μετά από κοινή συμφωνία του  πιστοποιημένου  εκτιμητή  και του ενδιαφερομένου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.7.: ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ  

Οι πιστοποιημένοι εκτιμητές οφείλουν να συντάσσουν τις εκτιμήσεις τους σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα και με τον κώδικα δεοντολογίας, που προβλέπεται στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.8.: ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΕΚΤΙΜΗΤΩΝ

1.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, θεσπίζεται Κώδικας Δεοντολογίας των πιστοποιημένων εκτιμητών.

2.    Οι πιστοποιημένοι εκτιμητές οφείλουν να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του κώδικα δεοντολογίας.

3.    Οι πιστοποιημένοι εκτιμητές υποχρεούνται ανά διετία να προσκομίζουν στην αρμόδια Διοικητική Αρχή σχετική βεβαίωση, επαγγελματική ταυτότητα ή άλλο πρόσφατο – πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η διαρκής συμμόρφωσή τους με τις προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων αα) και ββ) της υποπεριπτώσεως στ’ της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.2.  του παρόντος νόμου. Μέσα σε προθεσμία που δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες από τη λήξη της ισχύος των ανωτέρω στοιχείων.

4.    Σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί η μη πλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων, ο Υπουργός Οικονομικών, μετά από σχετική πρόταση της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής, μπορεί να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της πιστοποίησης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ’ υποτροπή συμπεριφορά του πιστοποιημένο εκτιμητή,  σε περίπτωση μη πλήρωσης των προϋποθέσεων της περίπτωσης 3 της παρούσας υποπαραγράφου , αφού θέσει στον ενδιαφερόμενο εύλογη προθεσμία για την υποβολή των στοιχείων που προβλέπονται στην περίπτωση 3 και αυτή παρέλθει άπρακτη.

ΥΠΟΠΑΡΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.9. : ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

1.    Συνιστάται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο πιστοποιημένων εκτιμητών, το οποίο αποτελείται από:
α) Έναν Πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας με τον αναπληρωτή του.
β) Έναν Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τον αναπληρωτή του.
γ) Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τομέων Παραγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του.
δ) Δύο πιστοποιημένους εκτιμητές με ελάχιστη εκτιμητική εμπειρία 10 ετών, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι επιλέγονται μετά από κλήρωση.
Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται ο αρχαιότερος εκ των δύο Παρέδρων και γραμματέας  υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του.
Η θητεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι τριετής, με δυνατότητα ανανέωσης.

2.    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν έγγραφης καταγγελίας, παραβάσεων της νομοθεσίας και του εκάστοτε ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των πιστοποιημένων εκτιμητών, περιπτώσεων πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του πιστοποιημένου εκτιμητή, ανάρμοστης ή αναξιοπρεπούς  συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων του, καθώς και παραβάσεων του ισχύοντος κώδικα δεοντολογίας και των ευρωπαϊκών ή διεθνών αναγνωρισμένων εκτιμητικών προτύπων ή προδήλως εσφαλμένων εκτιμήσεων.

ΥΠΟΠΑΡΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.10. : ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  

1.    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφαίνεται αιτιολογημένα, μετά από κλήση σε ακρόαση του πιστοποιημένου εκτιμητή, εκτιμώντας δε τα πραγματικά περιστατικά, δύναται να επιβάλει, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, τις ακόλουθες ποινές:
α) Έγγραφη επίπληξη.
β) Χρηματικό πρόστιμο έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, ανάλογο της βαρύτητας του παραπτώματος και  του  ύψους της  προκληθείσας ζημίας. Σε περίπτωση υποτροπής, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει πρόστιμο ύψους έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ. Ειδικώς, στην περίπτωση επιβολής προστίμου σε νομικό πρόσωπο, το επιβαλλόμενο πρόστιμο δύναται να ανέλθει έως ποσού ίσου με το δεκαπλάσιο της αμοιβής που τιμολογήθηκε στον πελάτη.
γ) Προσωρινή στέρηση πιστοποίησης για χρονικό διάστημα  μέχρι  ένα έτος.
δ) Οριστική διαγραφή του πιστοποιημένου εκτιμητή από το Μητρώο.

Για την επιμέτρηση του επιβαλλομένου προστίμου σε κάθε μία από τις υποπεριπτώσεις α΄ έως και δ΄ της περίπτωσης αυτής λαμβάνονται υπόψη, ενδεικτικώς, η σοβαρότητα της παράβασης, ο κίνδυνος για την αξιοπιστία και την ορθή λειτουργία του θεσμού των πιστοποιημένων εκτιμητών, ο τυχόν προσπορισμός οφέλους και η τυχόν συνδρομή στο πρόσωπο του παραβάτη της ιδιότητας του κυρίου εταίρου στην περίπτωση άσκησης του επαγγέλματος από νομικό πρόσωπο.
Σε περίπτωση διαπίστωσης της τέλεσης παράβασης από πιστοποιημένο εκτιμητή, που διενεργεί πιστοποιήσεις στο όνομα και για λογαριασμό νομικού προσώπου, η ευθύνη του πιστοποιημένου εκτιμητή δεν αίρει την τυχόν σωρευτική πειθαρχική ευθύνη του νομικού προσώπου.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος να δημοσιοποιεί με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέσο τις αποφάσεις αυτού που αφορούν την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων.

2.    Κατά των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου χωρεί προσφυγή στα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια, μέσα σε προθεσμία  60 ημερών από την κοινοποίησή τους.

3.    Τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης  3 της παρούσας υποπαραγράφου  αποτελούν έσοδα του Δημοσίου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974), από την εκάστοτε αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία οφείλει να ενημερώσει άμεσα την Αρμόδια Διοικητική Αρχή για την  είσπραξη ή μη του προστίμου.

4.    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο στο πλαίσιο της διερεύνησης υποθέσεως για τη διαπίστωση της τυχόν τέλεσης παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των πιστοποιημένων εκτιμητών δύναται να λαμβάνει κατά την κρίση του ένορκες ή ανωμοτί μαρτυρικές καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και να ζητά επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό της πιστοποίησης  και να καταγράφει τις σχετικές απαντήσεις.

5.    Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, σύμφωνα με την περίπτωσης 4 της παρούσας υποπαραγράφου , πραγματοποιείται στην έδρα της Αρμόδιας Διοικητικής Αρχής. Το ελεγχόμενο πρόσωπο που πρόκειται να καταθέσει κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα. Η κλήση υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας και μνημονεύει την αρχή στην οποία αυτό καλείται. Η κλήση επιδίδεται στο εξεταζόμενο πρόσωπο με δικαστικό επιμελητή, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρων 47 έως 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μία (1) τουλάχιστον εργάσιμη ημέρα πριν από την ημέρα για την οποία καλείται προς εξέταση. Η προθεσμία κλήσης μπορεί να παρατείνεται σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός του νομού Αττικής. Η προθεσμία κλήσης παρατείνεται σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός της ελληνικής επικράτειας.

6.    Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.

7.    Για τη μαρτυρική κατάθεση συντάσσεται από τον γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου, έκθεση μαρτυρικής κατάθεσης. Η έκθεση πρέπει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση και το ονοματεπώνυμο του μέλους του Πειθαρχικού Συμβουλίου που έλαβε την κατάθεση, του γραμματέα και του μάρτυρα, καθώς και ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. Η έκθεση διαβάζεται από όλα τα παρευρισκόμενα κατά την εξέταση πρόσωπα και υπογράφεται από αυτά. Αν κάποιο από τα πρόσωπα αυτά αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση. Η έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. Η έκθεση είναι άκυρη, εάν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που παρευρέθηκαν στην κατάθεση. Η έκθεση συντάσσεται σε δύο αντίγραφα, από τα οποία ένα αντίγραφο δίδεται στον μάρτυρα και το άλλο τίθεται στο φάκελο της υπόθεσης.

Ψευδείς ή ανακριβείς μαρτυρικές καταθέσεις τιμωρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 225 του Ποινικού Κώδικα.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.11.: ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.    Το άρθρο 15 του ν. 820/1978 (Α΄ 174), το π.δ. 279/1979 (Α΄ 81), καθώς και το άρθρο 2 του ν. 2515/1997 (Α΄ 154), όπως ισχύουν, καταργούνται.

2.    Όπου στην κείμενη νομοθεσία, αναφέρεται το Ειδικό Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.), νοείται εφεξής το σύνολο των πιστοποιημένων εκτιμητών του παρόντος νόμου.

3.    Καταργείται οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, απόφαση ή πράξη, που είναι αντίθετη ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται με  τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
4.    Εκκρεμείς υποθέσεις εκτιμήσεων, που έχει αναλάβει το Σ.Ο.Ε. διεκπεραιώνονται μέσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, το Σ.Ο.Ε. παύει να αναλαμβάνει νέες υποθέσεις εκτιμήσεων.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.12.: ΤΕΛΙΚΕΣ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.    Ειδικότερα ζητήματα σχετικά με την κατάργηση του Σ.Ο.Ε., όπως οι εκκρεμείς δίκες, η διαφύλαξη και διαχείριση  των αρχείων, κάθε θέμα κατάστασης προσωπικού και κάθε άλλο σχετικό θέμα, ρυθμίζονται, κατά περίπτωση, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εποπτεύουν το Σ.Ο.Ε.. Οι εν λόγω αποφάσεις θα εκδοθούν εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία θα εκδοθεί εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, ρυθμίζονται ζητήματα  κινητής και ακίνητης περιουσίας, τρόπου διάθεσης των ταμειακών υπολοίπων και κάθε άλλης σχετικής λεπτομέρειας.

2.    α. Απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμότητες, που υφίστανται κατά την κατάργηση του Σ.Ο.Ε., μεταφέρονται στα Υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εποπτεύουν το Σ.Ο.Ε., τα οποία συνεχίζουν και τις εκκρεμείς δίκες.
β. Η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Σ.Ο.Ε., περιέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα, στο Ελληνικό Δημόσιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για δωρεές, κληρονομιές και κληροδοσίες και η αποκλειστική χρήση και διαχείρισή τους ανήκει στα Υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εποπτεύουν το Σ.Ο.Ε
Μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ο Υπουργός Οικονομικών προβαίνει στη διενέργεια απογραφής όλων των κινητών και ακινήτων, που κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Απόσπασμα της έκθεσης απογραφής, που περιγράφει τα ακίνητα που αποκτώνται κατά κυριότητα από το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και τα λοιπά εμπράγματα δικαιώματα επί των ακινήτων, καταχωρίζεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμοδίου, κατά περίπτωση, Υποθηκοφυλακείου ή Κτηματολογικού Γραφείου.
γ. Ταμειακά υπόλοιπα και υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών του Σ.Ο.Ε., μεταφέρονται μέσα σε τρείς (3) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος, με εντολή του Υπουργού Οικονομικών, σε λογαριασμό του Δημοσίου, αποτελούν έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού και εγγράφονται ως αντίστοιχες πιστώσεις στον προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ. : ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
                                                       
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.1. : ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 34 ΤΟΥ Ν.4141/2013

1.    Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1γ  α του άρθρου 34 του ν.4141/2013 (Α’ 81) προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:

«Το ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π. είναι αρμόδιο για την έκδοση των φύλλων ελέγχου των πράξεων προσδιορισμού του φόρου και των λοιπών καταλογιστικών πράξεων που αφορούν τις εν λόγω εκκρεμείς υποθέσεις καθώς και για την περαιτέρω διαδικασία επίλυσης των φορολογικών διαφορών και βεβαίωσης των καταλογιζόμενων διαφορών φόρων, πρόσθετων φόρων, προσαυξήσεων, τελών, εισφορών και προστίμων κατά τις ισχύουσες διατάξεις.»

2.    Οι περιπτώσεις αα), ββ) και γγ) της παραγράφου 2α του άρθρου 34 του ν.4141/2013 αντικαθίστανται ως εξής:

«αα) Φορολογούμενους, γενικά, με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο που έκλεισε εντός του έτους 2009. Ειδικά για τραπεζικές και ασφαλιστικές εταιρείες ανεξάρτητα από τη νομική μορφή με την οποία λειτουργούν, καθώς και όλες τις ανώνυμες εταιρείες με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, το όριο του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται σε δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.

ββ) Συνδεδεμένες επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42ε του Κώδικα Ανωνύμων Εταιρειών που υποχρεούνται να καταρτίζουν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 90 του ως άνω Κώδικα ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα έστω μιας των ως άνω επιχειρήσεων υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο που έκλεισε εντός του έτους 2009.
γγ) Υποθέσεις επιχειρήσεων που αφορούν ανέλεγκτες χρήσεις πριν από οποιασδήποτε μορφής μετασχηματισμό που έγινε μέχρι το έτος 2011 ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους και την κατά τόπο αρμοδιότητα ΔΟΥ για τη φορολογία του εισοδήματός τους, εφόσον η επιχείρηση ή κάποια από τις επιχειρήσεις που προήλθαν από το μετασχηματισμό υπάγονται στη ελεγκτική αρμοδιότητα του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων σύμφωνα με τα όρια της περίπτωσης αα).»

3.    Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 2γ του άρθρου 34 του ν.4141/2013 αντικαθίστανται ως εξής:
«Υποθέσεις για τις οποίες έχει αρχίσει ο έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες, σύμφωνα με τα οριζόμενα  στην ΑΥΟ ΠΟΛ 1039/2012 όπως ισχύει, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, ελέγχονται από αυτές, εκτός των υποθέσεων που μεταφέρονται στο Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου. Εξαιρετικά για τις υποθέσεις ελεγκτικής αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων σύμφωνα με την εν λόγω ΑΥΟ ο έλεγχος θα συνεχιστεί και θα ολοκληρωθεί από τον ίδιο ή τους ίδιους ελεγκτές χωρίς να απαιτείται έκδοση νέας εντολής από το ΚΕ.ΜΕ.Π. Το ΚΕ.ΜΕ.Π. είναι αρμόδιο για τις ως άνω υποθέσεις και για την μετ’ έλεγχο διαδικασία.»

4.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3α του άρθρου 34 του ν.4141/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ως προς τον έλεγχο, τα Διαπεριφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα έχουν αρμοδιότητα τακτικού (οριστικού) φορολογικού ελέγχου σε:
αα) Φορολογούμενους με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ και μέχρι είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο που έκλεισε εντός του έτους 2009, χωρικής αρμοδιότητάς τους.
ββ) Συνδεδεμένες επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42ε του Κώδικα Ανωνύμων Εταιρειών που υποχρεούνται να καταρτίζουν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 90 του ως άνω Κώδικα ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα έστω μιας των ως άνω επιχειρήσεων εμπίπτουν στα όρια της ως άνω περίπτωσης αα).
γγ) Υποθέσεις επιχειρήσεων που αφορούν ανέλεγκτες χρήσεις πριν από οποιασδήποτε μορφής μετασχηματισμό που έγινε μέχρι το έτος 2011 ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους και την κατά τόπο αρμοδιότητα ΔΟΥ για τη φορολογία του εισοδήματός τους, εφόσον η επιχείρηση ή κάποια από τις επιχειρήσεις που προήλθαν από το μετασχηματισμό υπάγονται στη ελεγκτική αρμοδιότητα των ΔΕΚ σύμφωνα με τα όρια της περίπτωσης αα).»

5.    Οι περιπτώσεις Βi και  Βiii της παραγράφου 3α του άρθρου 34 του ν. 4141/2013 αντικαθίστανται ως εξής :
«Βi. Το Διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο (Δ.Ε.Κ.) Θεσσαλονίκης ανασυγκροτείται και διαρθρώνεται σε μία (1) Υποδιεύθυνση, πέντε (5) Τμήματα, από τα οποία ένα αυτοτελές και δύο Γραφεία, ως εξής:
  α) Υποδιεύθυνση
Τμήματα Ελέγχου Α’ έως και Δ’
β) Στον Προϊστάμενο του ΔΕΚ Θεσσαλονίκης  υπάγονται, απευθείας :
αα) Αυτοτελές Τμήμα Δικαστικού και Νομικής Υποστήριξης, στο οποίο λειτουργεί  Γραφείο Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων.  
     ββ) Γραφείο Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης»
Βiii. Η παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 3259/2004 (Α΄149) παύει να ισχύει δύο μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.».

6.     Η παράγραφος 6 του άρθρου 34 του ν. 4141/2013 αντικαθίστανται ως εξής:  
« 6. Ο χρόνος έναρξης λειτουργίας των Κέντρων Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου και Μεγάλων Επιχειρήσεων, της Υποδιεύθυνσης του ΔΕΚ Θεσσαλονίκης, καθώς και των νέων τμημάτων και γραφείων των ΔΕΚ Αθηνών και Θεσσαλονίκης και ο χρόνος παύσης λειτουργίας της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων ορίζεται σε δύο μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.».

7.    Στην παράγραφο 7 του άρθρου 34 του ν.4141/2013 προστίθενται υποπαράγραφοι δ΄ και ε΄, ως εξής:
« 7δ. Η καθ’ ύλην και κατά τόπον  αρμοδιότητα, καθώς και  η έδρα και ο τίτλος των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.
ε. Η ημερομηνία έναρξης λειτουργίας συνιστώμενων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, καθώς και η ημερομηνία παύσης λειτουργίας καταργούμενων οργανικών μονάδων αυτής.».

8.    Τα εδάφια που έπονται του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 8β΄ χαρακτηρίζονται ως παράγραφος 8γ΄.
9.    Στην παράγραφο 9β του άρθρου 34 του ν. 4141/2013, μετά από την λέξη «συμμετοχή» προστίθενται οι λέξεις «προέδρων ή συντονιστών» και μετά από την λέξη  «τουλάχιστον» αντικαθίστανται οι  βαθμοί «Γ΄ ή Δ» σε «Δ΄ ή Ε΄».

10.    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 27Α του ν. 3130/2003 ( Α 76), το οποίο
προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του νόμου 4141/2013 (Α 81), μετά το εδάφιο γ΄ προστίθεται εδάφιο δ’, ως ακολούθως:

« δ. Το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενου Μεγάλου Πλούτου ( ΚΕΦΟΜΕΠ), το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΠ) και το Διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο (ΔΕΚ)  Αθηνών, στεγάζονται σε κτίρια εντός των Περιφερειακών Ενοτήτων Βορείου, Νοτίου, Δυτικού και Κεντρικού Τομέα Αθηνών ή  της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά, το δε Διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο (ΔΕΚ) Θεσσαλονίκης
στεγάζεται σε κτίριο εντός του Δήμου Θεσσαλονίκης.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.2.: KATAΡΓΗΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΩΝ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Ο.Λ.Π. Α.Ε. ΚΑΙ Ο.Λ.Θ. Α.Ε. ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.    Με την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
α. Η παράγραφος 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 2688/1999 (Α’ 40).
β. Η παράγραφος 5 του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας ΟΛΠ Α.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.2688/1999. Τυχόν υπεραξία που έχει προκύψει από συντελεσθείσες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Λ.Π. Α.Ε., στο μέτρο που έχει απεικονιστεί σε ειδικό αποθεματικό, φορολογείται υπό τις προϋποθέσεις και στο μέτρο που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις.
γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου εβδόμου του ν. 2688/1999.
δ. Η παράγραφος 5 του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας ΟΛΘ Α.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο όγδοο του ν.2688/1999 (Α’ 40). Τυχόν υπεραξία που έχει προκύψει από συντελεσθείσες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Λ.Θ. Α.Ε., στο μέτρο που έχει απεικονιστεί σε ειδικό αποθεματικό, φορολογείται υπό τις προϋποθέσεις και στο μέτρο που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις.
ε. Η παράγραφος 10 του άρθρου δεύτερου του ν.3755/2009 (Α΄52).

2.    Η κατάργηση των διατάξεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου επηρεάζει μόνο απαιτήσεις που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος ου παρόντος άρθρου.

3.     Η κατάργηση των διατάξεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου δεν επηρεάζει τυχόν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου δίκες.»

4.    Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 42 του ν.3943/2011 (Α’66) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η πρώτη εταιρική χρήση αρχίζει από την ημέρα της νόμιμης σύστασης της εταιρείας και λήγει την 31.12.2013, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων.»
5.    Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του ν.4111/2013 (Α’ 18), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν.4141/2013 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 
«Η δια του παρόντος άρθρου προβλεπόμενη εισφορά δεν επιβάλλεται σε ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες, που έχουν εγκαταστήσει γραφείο ή υποκατάστημα δυνάμει του άρθρου 25 του ν.27/1975 και ασχολούνται με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, καθώς και με τις λοιπές εργασίες που προβλέπονται από την εγκριτική πράξη εγκατάστασή τους.»

6.    Το εδάφιο γγ’ της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 22 του άρθρου 3 του ν.4110/2013 (Α’ 17), αντικαθίσταται από 1.1.2013, ως εξής:
«γγ) Οι αποσβέσεις διενεργούνται με τη μέθοδο σταθερής απόσβεσης επί της αξίας κτήσης των πάγιων περιουσιακών στοιχείων, προσαυξημένης με τις δαπάνες προσθηκών και βελτιώσεων.
Οι συντελεστές απόσβεσης ανά πάγιο περιουσιακό στοιχείο και κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, σύμφωνα με την ταξινόμηση NACE rev2, έχουν ως εξής:
01. Για όλους τους κλάδους:
Εδαφικές εκτάσεις: 0%
Κτιριακές εγκαταστάσεις, γραφεία, οικίες, βιομηχανοστάσια, αποθήκες σταθμοί, μη κτιριακές εγκαταστάσεις και ειδικές εγκαταστάσεις,  κατασκευές,  εξοπλισμός  και ειδικά οχήματα φορτοεκφόρτωσης: 4%
Μηχανήματα, εξοπλισμός (εκτός Η/Υ και λογισμικού), μέσα μεταφοράς ατόμων, άυλα στοιχεία και δικαιώματα και λοιπά πάγια στοιχεία: 10%
Εξοπλισμός Η/Υ (κύριος και περιφερειακός) και λογισμικό: 20%
Μέσα μεταφοράς φορτίων: 12%
02. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω ισχύουν τα εξής:
Εδαφικές εκτάσεις για τον τομέα Β (Ορυχεία-Λατομεία), πλην του Β.09 (Υποστηρικτικές δραστηριότητες εξόρυξης): 5%
Μέσα μεταφοράς ατόμων για τους τομείς N77.11 (Ενοικίαση και εκμίσθωση αυτοκινήτων και ελαφρών μηχανοκίνητων οχημάτων) και Ο85 (Εκπαίδευση) και μέσα μεταφοράς φορτίων για τον τομέα Ν77.12 (Ενοικίαση και εκμίσθωση φορτηγών): 20%
Λοιπά μέσα μεταφοράς για τους τομείς Η49.1 (Υπεραστικές σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών), Η49.2 (Σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων), Η50 (Πλωτές μεταφορές) και Η51 (Αεροπορικές μεταφορές)-Για τραίνα, πλοία και πλωτά μέσα και αεροσκάφη, αντιστοίχως: 5%.»

7.    Το άρθρο 34 του ν. 2937/2001 (Α’ 169) καταργείται.

8.    Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται οι λέξεις:
«και εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις περί προσώπων που βαρύνουν τους φορολογούμενους του άρθρου 7.»   

9.    α. Στο τέλος της παραγράφου 9 του  άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4110/2013, προστίθεται εδάφιο ως εξής:    
«Ο δικαιούχος του κέρδους που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του άρθρου επιβαρύνεται με τον οικείο φόρο και καταβάλλει αυτόν εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης στην αρμόδια φορολογική αρχή στην οποία υπάγεται πριν  από τη μεταβίβαση του ακινήτου. Η σχετική δήλωση υποβάλλεται σε τρία (3)  αντίτυπα από τα οποία τα δύο (2) επιστρέφονται θεωρημένα στο δικαιούχο του κέρδους.».
β. Για τα κέρδη από μεταβιβάσεις ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την δημοσίευση του παρόντος νόμου  και υπάγονται στο άρθρο 33 του Κ.Φ.Ε., ο οικείος φόρος πρέπει να καταβληθεί από τον υπόχρεο  μέσα σε ένα μήνα από την δημοσίευση του παρόντος  χωρίς τις νόμιμες κυρώσεις. ».

10.    α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 81 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ωε εξής:
«Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται στις συμβολαιογραφικές πράξεις που συντάσσουν για τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13 καθώς και για την υπεραξία του άρθρου 33 να μνημονεύουν  το κέρδος ή την ωφέλεια που προέκυψε από τη μεταβίβαση ή την εκχώρηση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται σ’ αυτές τις περιπτώσεις.».
β. Στο τέλος της παραγράφου 8 του άρθρου 81 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Τα  ανωτέρω δεν ισχύουν για κέρδη που προέκυψαν από ακίνητα που μεταβιβάστηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 33,  από 1.1.2013 έως τη δημοσίευση του παρόντος.».
11.    α. Στην περίπτωση γ΄ της  παραγράφου 3 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του .4110/2013, μετά τη λέξη «ακινήτων» προστίθενται οι λέξεις « ή ανταλλαγή».

β. Στην παράγραφο 11 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.4110/2013 οι λέξεις «τα έντυπα» αντικαθίστανται με τις λέξεις «οι δηλώσεις απόδοσης φόρου υπεραξίας από μεταβιβάσεις ακινήτων».
12.    Οφειλές της εταιρείας «Εγνατία Οδός Α.Ε.» από δανειακές συμβάσεις που έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, για την εξασφάλιση των οποίων έχουν συσταθεί εμπράγματα δικαιώματα επί του δικαιώματος εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού, πριν από την μεταβίβαση του δικαιώματος στο Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε. (Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ.), δύνανται να αναλαμβάνονται από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης. Προς τον σκοπό αυτό το Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ. επιτρέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιοποίησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού, να συνάπτει  κάθε αναγκαία  σύμβαση.
Από την ανάληψη των οφειλών από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης, κατά τα οριζόμενα στα  προηγούμενα εδάφια  της παρούσας παραγράφου, οι κάθε είδους υποχρεώσεις της εταιρείας  «Εγνατία Οδός Α.Ε.», τόσο από τις δανειακές συμβάσεις όσο και από κάθε άλλη αιτία που συνδέεται με αυτές, καθώς και οι εμπράγματες ή  προσωπικές εξασφαλίσεις για τις οφειλές αυτές  αποσβέννυνται.
Η ανάληψη των ανωτέρω οφειλών από τον ανάδοχο της σύμβασης αξιοποίησης, κατά τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή άλλο τέλος και εισφορά ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή οποιουδήποτε τρίτου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.3.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

1.    Στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 1 του ν. 3864/2010 (Α’ 119) μετά τις λέξεις «στο δημόσιο τομέα» προστίθενται οι λέξεις «ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα».

2.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 τροποποιείται ως εξής:

«2. Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από επτά (7) μη εκτελεστικά μέλη. Πέντε εκ των μελών του, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα. Τις θέσεις των υπολοίπων μελών του Γενικού Συμβουλίου συμπληρώνουν ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένα πρόσωπο που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.»
3.    Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 προστίθενται οι λέξεις «ως Παρατηρητές».

4.    Στο τέλος του στοιχείου (κ) της παραγράφου 9 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 προστίθενται λέξεις ως εξής: «και τον Κανονισμό Προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών, για κάθε σύμβαση μη εμπίπτουσα στις διατάξεις του Π.Δ. 60/2007.».

5.    α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται  ως εξής:

«10. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι αρμόδια για την προπαρασκευή του έργου, την εφαρμογή των αποφάσεων και την εκτέλεση των πράξεων του Ταμείου. Ειδικότερα, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει ενδεικτικά τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες.»

    β. Το στοιχείο (γ) της παραγράφου 10 του άρθρου 4 αντικαθίσταται  ως εξής:
«γ. να αναθέτει οποιαδήποτε εκ των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων της σε οποιοδήποτε από τα μέλη της ή σε στελέχη του Ταμείου, σύμφωνα με τους γενικότερους όρους και προϋποθέσεις που έχουν εγκριθεί από το Γενικό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη θέματα σύγκρουσης συμφερόντων και υπό την προϋπόθεση ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος ασκεί πρωτίστως τις εξουσίες του σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 7.»
6.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 11 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται  ως εξής:
«Ο Διευθύνων Σύμβουλος  ή σε περίπτωση απουσίας του το άλλο μέλος που τον αναπληρώνει, τηρεί ενήμερο το Γενικό Συμβούλιο όσο συχνά απαιτείται από αυτό και κατ’ ελάχιστο  δέκα φορές ετησίως. »
7.    α. Στο τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 13 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010, οι λέξεις «πέντε (5) εργάσιμες ημέρες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τρεις (3) εργάσιμες ημέρες».
β. Στο τελευταίο εδάφιο  της παραγράφου 13 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 οι λέξεις «δύο (2) μελών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τεσσάρων (4) μελών».
8.    Στο τέλος της παραγράφου 14 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η Εκτελεστική Επιτροπή δύναται να συνεδριάσει μέσω ανταλλαγής εγγράφων, ηλεκτρονικών ή μη, εφόσον ο Διευθύνων Σύμβουλος το κρίνει απαραίτητο.»
9.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 15 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«15. Στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να συμμετέχουν ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή οι αναπληρωτές τους ως Παρατηρητές και χωρίς δικαίωμα ψήφου.»
10.    Το δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 16 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010, αντικαθίστανται ως εξής:
«16. Το Γενικό Συμβούλιο τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τέσσερα (4) μέλη του. Για όσο χρονικό διάστημα το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από πέντε (5) μέλη και μέχρι τον διορισμό των υπολοίπων μελών, ο οποίος θα γίνει εντός των επομένων τεσσάρων (4) μηνών, η απαρτία αποτελείται από τα τρία (3) μέλη του. Η Εκτελεστική Επιτροπή τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον δύο (2) μέλη της, ένας εκ των οποίων είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος ή, σε περίπτωση απουσίας του, το μέλος που τον αντικαθιστά.»
11.    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 18 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010  αντικαθίσταται ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των παραγράφων  5 και 16, καμία πράξη ή διαδικασία του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής δεν καθίσταται άκυρη λόγω της κένωσης θέσεως στην Εκτελεστική Επιτροπή ή θέσεων στο Γενικό Συμβούλιο.»
12.    Στην παράγραφο 19 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010, όπου αναφέρεται «Γενικό Συμβούλιο» προστίθενται και οι λέξεις «Εκτελεστική Επιτροπή».

13.    Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι υποχρεώσεις αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και πίστεως όπως  ορίζονται στο άρθρο 16 Β δεσμεύουν και τους εκπροσώπους του Ταμείου στα διοικητικά συμβούλια των πιστωτικών ιδρυμάτων.»

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε. : ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Ν.3919/2011

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.1.: ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ Ν.3919/2011  

Στο άρθρο 1 του ν. 3919/2011 (Α΄32) προστίθενται οι  παράγραφοι 3 και 4 ως εξής:
«3. Οι διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ του παρόντος νόμου έχουν εφαρμογή στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων και κάθε μη μισθωτής οικονομικής δραστηριότητας που παρέχεται κατά κανόνα έναντι αμοιβής.
4. Οι διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις :
α)  αν είναι αντίθετες με διάταξη του ενωσιακού δικαίου που ρυθμίζει τις ειδικές πτυχές της πρόσβασης και της άσκησης δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε ειδικούς τομείς ή ειδικά επαγγέλματα και
β) στις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και γενικού οικονομικού συμφέροντος.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.2.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ Ν.3919/2011  

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, είναι δυνατή η θέσπιση παρεκκλίσεως σε σχέση προς ορισμένο επάγγελμα από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 3, εάν:»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.3.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ Ν.3919/2011  

Στο άρθρο 3 του ν.3919/2011 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε συστήματα χορήγησης άδειας που επιβάλλονται ή επιτρέπονται από κοινοτικούς κανονισμούς ή από κοινοτικές οδηγίες, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.4.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9 ΤΟΥ Ν.3919/2011  

1.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3919/2011 καταργείται.

2.    Στο άρθρο 9 του ν.3919/2011 (Α’32) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«Εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής τα αρμόδια υπουργεία υποχρεούνται να κωδικοποιήσουν σε νόμο τις διατάξεις νόμων, κανονιστικές πράξεις και ερμηνευτικές εγκυκλίους αρμοδιότητάς τους που έχουν καταργηθεί δυνάμει των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 1 και των άρθρων 2 και 3.»  

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.5.: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ   

Για την έκδοση νόμων και κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται για την εφαρμογή του ν. 3919/2011 συμπράττει και ο Υπουργός Οικονομικών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.6.: ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ    

Με την επιφύλαξη της τήρησης της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, οι νόμιμα λειτουργούσες οικείες επαγγελματικές ενώσεις, οργανώσεις και επιμελητήρια των επαγγελμάτων που υπάγονται στο κεφάλαιο Α και το κεφάλαιο Β του ν. 3919/2011 υποχρεούνται να δημοσιεύουν στον ιστότοπό τους τις παρακάτω πληροφορίες, προς ενίσχυση της διαφάνειας της λειτουργίας τους:
α. τις ετήσιες λογιστικές καταστάσεις τους ,  
β. την αμοιβή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αναλυτικά ανά αξίωμα,
γ. τα ποσά των ισχυουσών εισφορών ανά είδος και είδος υπηρεσίας που παρέχεται από αυτές, καθώς και τους κανόνες για τον υπολογισμό και την εφαρμογή αυτών,
δ. στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις επιβαλλόμενες κυρώσεις και περίληψη αυτών, ε. στατιστικά στοιχεία και ανακοινώσεις σχετικά με αξιώσεις ή παράπονα που έχουν κατατεθεί από καταναλωτές ή οργανώσεις καθώς και τους λόγους αποδοχής ή απόρριψης των εν λόγω αξιώσεων ή παραπόνων και
στ. τυχόν αλλαγές στους επαγγελματικούς κώδικες δεοντολογίας.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.7.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ (ΤΟΜΕΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ)    

1.    α. Για τα επαγγέλματα του αρχαιοπώλη και του εμπόρου νεώτερων μνημείων, επαναφέρεται: ο περιορισμός, ο οποίος προβλέπεται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν.3028/2002 (Α΄ 153)  όπως τροποποιείται κατωτέρω στην παράγραφο 4β του παρόντος, που θέτει γεωγραφικά όρια στην άσκηση της δραστηριότητας ως προς τις νησιωτικές περιοχές και εμπίπτει στη διάταξη της παραγράφου 2(γ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), 2), ο περιορισμός, ο οποίος προβλέπεται στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 31 του ν.3028/2002 περί ασυμβίβαστου, καθώς και αυτός που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 7 του άρθρου 32, σχετικά με την απαγόρευση διάθεσης είδους αγαθών, που εμπίπτουν στον περιορισμό της παραγράφου 2(στ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32).
β. Για τα επαγγέλματα του αρχαιοπώλη, του εμπόρου μνημείων και του συντηρητή αρχαιοτήτων και έργων τέχνης επαναφέρεται η υποχρέωση της προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκησή τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ν. 3028/2002 (Α΄ 153) και την παράγραφο 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997 (Α΄ 271).

2.    Η παράγραφος 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997 (Α’ 271) σχετικά με την συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης αντικαθίσταται ως εξής:

«6. α. Για τη μελέτη, την ανάληψη και την επίβλεψη έργου συντήρησης και τη λειτουργία εργαστηρίων για τη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης κινητών και ακινήτων απαιτείται άδεια που χορηγείται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, έπειτα από γνώμη τριμελούς επιτροπής που αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στη Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του ανωτέρω Υπουργείου ή τον αναπληρωτή του και ένα μέλος του Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Συντηρητή Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, του Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του ΤΕΙ Αθήνας, ή με αναπληρωτή.
β. Η άδεια χορηγείται σε κάθε περίπτωση εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
αα. σε όσους διαθέτουν βασικό τίτλο σπουδών από Σχολή ή Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης της ανώτατης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα) της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής και έχουν συμπληρώσει διετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών.
ββ. στους κατόχους απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει διετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών.
γγ. Η άδεια χορηγείται σύμφωνα με την ειδικότητα του συντηρητή αρχαιοτήτων και έργων τέχνης. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής ειδικότητες: συντήρηση πέτρας, κεραμικού, γυαλιού, ψηφιδωτού, υφάσματος, μετάλλου, οργανικών ανασκαφικών ευρημάτων, ξύλου, ζωγραφικών έργων σε ύφασμα, βιβλίου, χαρτιού, τοιχογραφίας, φορητών εικόνων, δέρματος, φωτογραφικού υλικού, οπτικοακουστικού υλικού, εικαστικών έργων με σύγχρονα υλικά.
Η ειδικότητα προσδιορίζεται από το βασικό ή και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και τη βεβαίωση προγράμματος σπουδών που τον συνοδεύει, καθώς και από αποδεδειγμένη διετή επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών, ανά ειδικότητα.
Δυνατότητα επέκτασης της άδειας και σε άλλες ειδικότητες είναι δυνατή, έπειτα από νέα γνωμοδότηση της επιτροπής βάσει του βασικού ή και του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και την αντίστοιχη βεβαίωση προγράμματος σπουδών καθώς και  από αποδεδειγμένη μονοετή επαγγελματική εμπειρία σε κάθε πρόσθετη ειδικότητα.
Οι αιτήσεις των υποψηφίων για την χορήγηση της άδειας θα πρέπει να εξετάζονται το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημέρα συμπλήρωσης του φακέλου με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα θα πρέπει να λαμβάνεται απόφαση περί της χορήγησης ή μη της άδειας.    
δδ. Οι κάτοχοι της παραπάνω άδειας εγγράφονται, αυτοδικαίως, στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, που τηρείται στη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Στο μητρώο αναγράφονται υποχρεωτικά η ειδικότητα καθώς και η επαγγελματική κατάσταση/ιδιότητα του αδειούχου συντηρητή. Όποιος είναι τακτικός ή αορίστου χρόνου υπάλληλος του στενού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορεί να εγγραφεί στο Μητρώο, ούτε να καταστεί ανάδοχος δημόσιας ή ιδιωτικής σύμβασης για τη μελέτη, την ανάληψη και την επίβλεψη έργου συντήρησης και τη λειτουργία εργαστηρίων συντήρησης.
Το μητρώο επικαιροποιείται ανά  τρείς (3) μήνες.
εε. Ως επαγγελματική εμπειρία νοείται η εργασία σε έργα συντήρησης είτε του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, είτε κάθε άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, εφόσον υπάρχει επιβλέπων συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης εγγεγραμμένος στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, καθώς και η αποκτηθείσα σε αντίστοιχους φορείς σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
στστ. Συστήνεται τριμελής επιτροπή πειθαρχικού ελέγχου των εγγεγραμμένων στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, η οποία αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στη Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, τον  Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του ανωτέρω Υπουργείου ή τον αναπληρωτή του. Ο κανονισμός λειτουργίας του οργάνου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός έξι (6) μηνών.
ζζ. Η άδεια δεν μεταβιβάζεται και ανακαλείται, αυτοδικαίως, σε περίπτωση παράβασης της σχετικής νομοθεσίας και ειδικότερα του ν. 3028/2002 (Α’ 153) και της Υπουργικής Απόφασης με αριθμό ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/11371/07-03-2000 (Β’ 382), κατόπιν διαπιστωτικής απόφασης του οργάνου πειθαρχικού ελέγχου.
γ. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιώματων καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης. Ο Κώδικας Δεοντολογίας περιέχει τις αρχές, τις υποχρεώσεις και τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθεί αυστηρώς κατά την άσκηση του επαγγέλματός του ο Συντηρητής Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, καθώς και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των όρων που θέτει ο Κώδικας.».

3.    Οι άδειες που έχουν χορηγηθεί με βάση την παραγράφο 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή της με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθούν να ισχύουν. Οι κάτοχοι των αδειών αυτών εγγράφονται αυτοδικαίως στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, εκτός εάν συντρέχει στο πρόσωπό τους το ασυμβίβαστο του τελευταίου εδαφίου της υποπερίπτωσης δδ΄της υποπαραγράφου β΄, του παρόντος.  

4.    Οι περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 3028/2002  σχετικά με το επάγγελμα του αρχαιοπώλη και του εμπόρου νεότερων μνημείων αντικαθίστανται, ως ακολούθως:
«α. στην περίπτωση άδειας αρχαιοπώλη, έχουν διετή σχετική επαγγελματική εμπειρία σε αρχαιοπωλείο, που  αποδεικνύεται  από  βεβαίωση του εργοδότη αρχαιοπώλη και του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ή κατέχουν πτυχίο αρχαιολογίας χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία σε αρχαιοπωλείο, ή είναι επιστήμονες  επαγγελματίες συναφών μουσείων υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών από την ημέρα διακοπής άσκησης του επαγγέλματος. Στην περίπτωση άδειας εμπόρου νεώτερων κινητών μνημείων έχουν διετή σχετική επαγγελματική εμπειρία σε κατάστημα εμπόρου νεωτέρων κινητών μνημείων, που  αποδεικνύεται  από  βεβαίωση του εργοδότη εμπόρου νεώτερων μνημείων   και του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ή κατέχουν πτυχίο ιστορίας της τέχνης χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία σε κατάστημα εμπόρου νεωτέρων μνημείων, ή είναι επιστήμονες  επαγγελματίες συναφών μουσείων υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών από την ημέρα διακοπής άσκησης του επαγγέλματος.
β. διαθέτουν κατάλληλο χώρο καταστήματος και αποθήκευσης. Στις νησιωτικές περιοχές, αρχαιοπωλεία και καταστήματα εμπορίας νεωτέρων κινητών μνημείων ιδρύονται μόνο σε έδρες Περιφέρειας ή Περιφερειακής Ενότητας.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.8.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Επαναφέρονται οι ακόλουθες διοικητικές άδειες αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Υπουργείου Περιβάλλοντος  Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής:
1.    Διύλισης (παράγραφος 1 του άρθρου  και άρθρο 5 του ν. 3054/2002),
2.    Διάθεσης βιοκαυσίμων,(άρθρο 5 Α του ν. 3054/2002),
3    Άδεια  Μεταφοράς με αγωγό αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών προϊόντων (παράγραφος 1 του άρθρου 4 και άρθρο 8 του ν. 3054/2002),
4    Άδειες εμπορίας (παράγραφος 4 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002):
α) Εμπορίας Α πετρελαιοειδών προϊόντων,                                                                   
      β) Εμπορίας Β1 αφορολόγητων ναυτιλιακών καυσίμων
      γ) Εμπορίας Β2 αφορολόγητων αεροπορικών καυσίμων,
      δ) Εμπορίας Γ υγραερίων,
      ε) Εμπορίας Δ ασφάλτου.
5.    Λιανικής εμπορίας  (παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν. 3054/02) :
      α) Άδεια Λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων
      β) Άδεια Λειτουργίας πρατηρίου πώλησης υγραερίων αποκλειστικά για κίνηση οχημάτων μέσω αντλιών
      γ) Άδεια πωλητή πετρελαίου θέρμανσης,
      δ) Άδεια Διανομής εμφιαλωμένου υγραερίου
6.   Άδεια εμφιάλωσης Υγραερίων (άρθρο 9 του ν. 3054/02),
7. Άδεια για Προμήθεια Πετρελαιοειδών προϊόντων απευθείας από τα διυλιστήρια ή από  Εισαγωγή, για τις κοινοπραξίες ή τους συνεταιρισμούς, και εφ’ όσον τα προϊόντα προορίζονται αποκλειστικά για την τροφοδοσία των μελών τους και εφ’ όσον κανένα από τα μέλη τους δεν προμηθεύεται, με βάση αποκλειστική σύμβαση, πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο Άδειας Εμπορίας ή δεν φέρει το σήμα του κατόχου του (παράγραφος 10 του άρθρου 7 του ν. 3054/02)
8. Γομωτή – Πυροδότη   ν. 2168/1993 (Α’147), Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) με αριθμό 2254/230/1995 (Β’73) όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από τις υπ’αριθμ. Φ.6.9/13370/1560/1995 (Β’677) και Φ6.9/25068/1183/1996 (Β’ 1035) ΚΥΑ, άρθρα 108 έως 110 του νέου Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (υπ΄αριθμ. ΥΑ Δ7/Α/οικ.12050/2223/23-5-2011 (Β’1227) Υπουργική απόφαση,  ν.3852/2010 (Β’1227), ν.3982/2011 (Α’ 143).

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.9.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Το καθεστώς της προηγούμενης διοικητικής άδειας επαναφέρεται για τους υπαγόμενους στο άρθρο 1 του ν. 2345/1995 (Α’ 213) προνοιακούς φορείς, που ιδρύονται από ιδιώτες και φορείς Ιδιωτικού δικαίου κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα ως προς την έκδοση άδειας ίδρυσης, λειτουργίας και αναθεώρησης.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.10.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΕΜΠΟΡΙΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΦΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ

1.    Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την άσκηση εμπορίας λιπασμάτων και  παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, υποχρεούται να απασχολεί υπεύθυνο επιστήμονα πλήρους απασχόλησης, σε κάθε σημείο εμπορίας των λιπασμάτων και του πολλαπλασιαστικού υλικού και σε κάθε επιχείρηση παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού.σε κάθε σημείο εμπορίας των λιπασμάτων. Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις εμπορίας λιπασμάτων και  παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, όπως οι κατηγορίες των επιχειρήσεων προσδιορίζονται στη Σύσταση αριθ. 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (L 124/36/20.5.2003), δύνανται να απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα μερικής απασχόλησης. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από την δημοσίευση του παρόντος νόμου καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης.

2.    Οι επιχειρήσεις εμπορίας λιπασμάτων και παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα, τα προσόντα του οποίου καθορίζονται στις αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 και 7 του Ν. 1565/1985 (ΦΕΚ A΄ 164) και των άρθρων 5 παρ. 6 και 15 παρ. 2 του ν. 1564/1985 (ΦΕΚ Α΄ 164). Οι ως άνω επιχειρήσεις δύνανται να απασχολούν ως υπεύθυνο επιστήμονα και προσωπικό ισότιμα εκπαιδευμένο στην εμπορία λιπασμάτων και  στην παραγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, ώστε να  διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από την δημοσίευση του παρόντος νόμου  καθορίζονται το πρόγραμμα, ο φορέας, η διάρκεια της εκπαίδευσης του προσωπικού αυτού, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

3.    Πρόσωπα ισότιμα εκπαιδευμένα σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ για την εμπορία λιπασμάτων και την παραγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, ώστε να  διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος, δύνανται να απασχολούνται ως υπεύθυνοι επιστήμονες στις ως άνω επιχειρήσεις.

4.    Η παράγραφος 13 του άρθρου 35 του νόμου 4036/2012 (Α’ 8) τροποποιείται ως εξής:  

«13. Ως υπεύθυνοι επιστήμονες ορίζονται γεωπόνοι πτυχιούχοι (ΑΕΙ) και από τους πτυχιούχους (ΤΕΙ) ό,τι ορίζεται στα σχετικά άρθρα του π.δ. 109/1989, της ημεδαπής ή πτυχιούχοι αντίστοιχων ειδικοτήτων σχολών άλλου κράτους μέλους της ΕΕ ή ισότιμου πτυχίου ή διπλώματος αντίστοιχων ειδικοτήτων σχολών χωρών εκτός ΕΕ με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.
Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μετά από εισήγηση της Συντονιστικής Εθνικής Αρχής του άρθρου 3 παρ. 1, που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καθορίζονται οι διαδικασίες συμπληρωματικής κατάρτισης και ανάκλησης της δυνατότητας εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, σε εφαρμογή της Οδηγίας 2009/128/ΕΚ.
Πρόσωπα ισότιμα εκπαιδευμένα σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ για την εμπορία γεωργικών φαρμάκων, ώστε να διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος, δύνανται να απασχολούνται ως υπεύθυνοι επιστήμονες στις ως άνω επιχειρήσεις.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.11.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΚΡΕΟΠΩΛΕΣ

1.     Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του π.δ. 126/2000, αντικαθίσταται ως εξής:
«Η βεβαίωση ή το πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας κρεοπώλη χορηγείται από:
α) Τις Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ή
β) αντίστοιχες δημόσιες ή ιδιωτικές αναγνωρισμένες σχολές και ιδρύματα της Χώρας,  ή
γ) αντίστοιχες σχολές και ιδρύματα άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή χωρών της αλλοδαπής.».
2.    Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης, δύνανται να τροποποιούνται με προεδρικό διάταγμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 1790/1988 (Α΄134).

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.12.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ

1.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 604/1977 (Α΄163) αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα κτηνιατρεία και οι κτηνιατρικές κλινικές ιδρύονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία απασχολούν κτηνίατρο ως επιστημονικό υπεύθυνο. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος, φυσικό πρόσωπο, είναι κτηνίατρος, δύναται να ορίζεται ο ίδιος ως επιστημονικός υπεύθυνος του κτηνιατρείου ή της κτηνιατρικής κλινικής.».

2.    Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου καταργείται.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.13.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΙΟΥ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗΣ  

1.    Για τα ακόλουθα επαγγέλματα αρμοδιότητας του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος Ελληνικής Ακτοφυλακής του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, επαναφέρονται σε ισχύ περιορισμοί, που εμπίπτουν στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011, οι οποίοι αφορούν:

α.    Στον καθορισμό, με απόφαση της Λιμενικής Αρχής, του τρόπου και του χρόνου φυλακής των λαντζών ασφαλείας στο λιμάνι της παρ. 1 του άρθρου 7 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 17, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/07/97/03-12-1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 1136), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (ι) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
β.    Στον καθορισμό των αποκλειστικών αφετηριών των λαντζών για την διενέργεια των λεμβουχικών εργασιών, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 17, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/07/97/03-12-1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (γ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
γ.    Στον καθορισμό υποχρεωτικών δρομολογίων των λαντζών, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 17, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/07/97/03-12-1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (ι) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
δ.    Στην εκτέλεση υποχρεωτικών φυλακών ασφαλείας των ρυμουλκών που δραστηριοποιούνται στον λιμένα, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2, παρ. 2 (δ) του άρθρου 4 και άρθρο 8 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 01 που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/01/93/21-4-1993 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας  (Β΄ 336), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (ι) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
ε.    Στην άδεια εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής μόνο στην περιοχή της Λιμενικής Αρχής που την εξέδωσε, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιοτης  παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (γ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32).
στ.    Στον καθορισμό, από την Επιτροπή του άρθρου 35 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, των ειδών των θαλασσίων μέσων αναψυχής και του μέγιστου αριθμού τους σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την  υπ’ αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (στ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
ζ.    Στον καθορισμό ελάχιστης απόστασης μεταξύ των θέσεων (πόστων) επί του αιγιαλού των εκμισθωτών θαλασσίων μέσων αναψυχής, ίσης με τριακόσια (300) μέτρα σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (δ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
η.    Στην απαγόρευση του νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή Ομοσπονδίας που αιτείται την αναγνώρισή του ως Οργανισμού Πιστοποίησης Αυτοδυτών, άσκησης δραστηριοτήτων προμηθευτή, κατασκευαστή, εκμισθωτή ή πωλητή καταδυτικού εξοπλισμού, καθώς και συμμετοχής σε μετοχική δομή ή στη διοίκηση νομικού προσώπου που ασκεί τέτοιες ή συναφείς δραστηριότητες σύμφωνα με το εδάφιο (γγ), της υποπαραγράφου ε) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3409/2005 (Α΄ 273) και το εδάφιο (εε) της υποπαραγράφου στ) της παρ. 1 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. 2123/03/28-3-2006 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας  (Β΄ 449), που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (η) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.
θ.    Στην απαγόρευση Παροχέα Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής να συμμετέχει στη μετοχική δομή ή στη διοίκηση Οργανισμού, αναγνωρισμένου σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3409/2005, που είναι ο Οργανισμός Πιστοποίησης Αυτοδυτών σύμφωνα με την περίπτωση δ) του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. 2123/03/28-3-2006 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 449), που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2 (η) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.

2.    Επαναφέρεται η υποχρέωση προηγούμενης έκδοσης διοικητικής άδειας για την άσκηση των ακόλουθων επαγγελμάτων αρμοδιότητας του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής :

α.    Ναυαγοσώστη [παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ. 23/2000  (Α΄ 18)].  
β.    Εκμισθωτή Θαλασσίων Μέσων Αναψυχής [εδάφιο πρώτο και δεύτερο της παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3131.1/03/99/06-4-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει].

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.14.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Επαναφέρεται η υποχρέωση προηγούμενης έκδοσης διοικητικής άδειας για την άσκηση των ακόλουθων επαγγελμάτων αρμοδιότητας της Ελληνικής Αστυνομίας-του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη:
α. Εμπορία περιστρόφων, πιστολιών, όπλων σκοποβολής και των λοιπών ειδών του άρθρου 6 του ν.2168/1993 (Α΄ 147).
β. Εμπορία ειδών πυροτεχνίας και συσκευών εκτόξευσης φωτοβολίδων των άρθρων 4 παρ. 1 και 5Α παρ. 2 του ν.456/1976 (Α΄ 277).
γ. Παρασκευή εκρηκτικών υλών, κατασκευή, μετασκευή, συναρμολόγηση, επεξεργασία ή επισκευή πυροβόλων όπλων και λοιπών ειδών του άρθρου 5 παρ. 1 ν.2168/1993 καθώς και η γόμωση ή αναγόμωση φυσιγγίων πυροβόλων όπλων, πλην κυνηγετικών.
δ.  Γόμωση φυσιγγίων κυνηγετικών όπλων για εμπορία, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 ν.2168/1993.
ε.  Κατασκευή ειδών πυροτεχνίας και συσκευών εκτόξευσης φωτοβολίδων των άρθρων 3 και  5Α παρ. 2 του ν.456/1976.
στ. Λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (άρθρο 2 του ν.2518/1997 (Α΄ 164)).
ζ. Εργασία προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (άρθρο 3 του ν.2518/1997).
η. Λειτουργία γραφείων ιδιωτικών ερευνών (άρθρο 11 του ν.2518/1997).
θ. Εργασία προσωπικού σε  γραφεία ιδιωτικών ερευνών (άρθρο 11 του ν.2518/1997).

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.15.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

1.    Η παράγραφος 6 του άρθρου 14 του ν. 710/1977  (Α΄283) όπως προστέθηκε με την παρ.2 του άρθρου 42 του ν. 4111/2013 (Α΄18), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

 «6. Η υλοποίηση των ταχύρρυθμων προγραμμάτων του παρόντος άρθρου μπορεί να ανατίθεται απευθείας σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΑΕΙ) της ημεδαπής με τη σύναψη σχετικής σύμβασης με το Υπουργείο Τουρισμού, στην οποία θα περιγράφεται το ανατιθέμενο έργο, το ύψος της αμοιβής του εκπαιδευτικού ιδρύματος, ο τόπος, ο χρόνος υλοποίησης, ο αριθμός των καταρτιζομένων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Το ύψος της αμοιβής του εκπαιδευτικού ιδρύματος επιμερίζεται στους συμμετέχοντες και τα δίδακτρα κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Οι λεπτομέρειες της καταβολής των διδάκτρων από τους συμμετέχοντες ορίζονται στην υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου».

2.    Στο άρθρο 14 του ν. 710/1977, προστίθεται παράγραφος 7 ως ακολούθως:

«7. Τα ταχύρρυθμα προγράμματα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δύνανται να υλοποιούνται και από Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο της υποπαραγράφου Θ.3. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 4111/2013 (Α΄18).».

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ’: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.1.
Στην περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου 146Β του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Ως αναπληρωτής του προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να ορίζεται με την απόφαση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.2.
1.    Η περίπτ. β), της παρ. 3, του άρθρου 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολωτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως το άρθρο αυτό, τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3731/2008 (Α’ 263) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α’ 54), τροποποιείται ως εξής:

“β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος, οι πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119 του παρόντος, ο Υπουργός, καθώς και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.”
2.    Στο άρθρο 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007),  όπως τροποποιήθηκε  με τη παρ.2 του άρθρου 30, του  ν.3731/2008 και  αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθεται παρ.8 ως εξής:
«Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.3.
Στο άρθρο 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007), προστίθεται παρ. 8 ως εξής:
«Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.4.
H παρ. 5 του άρθρου 140 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής:
«Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.5.
Η παρ.5 του άρθρου 144 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.6.
Η παρ. 1 του άρθρου 122 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής :
«1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο μηνών από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός δύο μηνών από την παραπομπή εκτός αν απαιτείται η διεξαγωγή ανάκρισης οπότε ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων μηνών.»
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.7.
Το άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 126
1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε Απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στα συλλογικά Πειθαρχικά όργανα των άρθρων 123 και 124 του παρόντος. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός διμήνου από την Κλήση σε Απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή στα συλλογικά όργανα του άρθρου 123 του παρόντος.

2. Τα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα του άρθρου 123 του παρόντος ολοκληρώνουν την πειθαρχική διαδικασία εντός δύο μηνών από την παραπομπή είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης είτε με παραπομπή ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ολοκληρώνεται η πειθαρχική διαδικασία εντός διμήνου από την παραπομπή, εκτός εάν απαιτείται η διεξαγωγή ανάκρισης οπότε ολοκληρώνεται εντός τετραμήνου από την παραπομπή.
3. Η υπαίτια παράβαση της διάταξης του προηγουμένου εδαφίου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκδικάζεται μετά από παραπομπή από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.8.
Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.4 του άρθρου 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως τροποποιήθηκαν  με τη παρ.2 του άρθρου 30 του ν.3731/2008 και  όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του ν.4057/2012, αντικαθίστανται ως εξής:
«4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.9.
Η παρ.4 του άρθρου 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό”
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.10.
Στην παρ.7 του άρθρου 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολωτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 του άρθρου 30  του ν.3731/2008 και  αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4057/2012, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει για την ένσταση εντός τεσσάρων μηνών από την ημέρα περιέλευσης σε αυτό του πλήρους φακέλου της πειθαρχικής διαδικασίας.»
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.11.
1.    Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 3074/2002 (Α’296)  προστίθεται παράγραφος 3Α, ως εξής:
«3Α..Το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. παρακολουθεί τις πειθαρχικές διαδικασίες στους φορείς της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Για το σκοπό αυτό κάθε πράξη με την οποία ασκείται πειθαρχική  δίωξη και κάθε πειθαρχική απόφαση κοινοποιούνται υποχρεωτικά στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.»
2.    Στην περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 7Α του ν.2472/1997 (Α’ 50) που προστέθηκε με το άρθρο 10 ν. 3090/2002 (Α’ 329), προστίθεται εδάφιο  με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Το αυτό ισχύει και για το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που επιβάλλει ο νόμος».

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.12.
Η περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. Σε περίπτωση κατάργησης θέσεων σε ΝΠΙΔ, προβλέπεται καταγγελία της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.»

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ’: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2011/7 ΤΗΣ 16ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.1.: ΣΚΟΠΟΣ
(Άρθρο 1 παρ. 1 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Σκοπός των διατάξεων της παρούσας παραγράφου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 «για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές», προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων (ΜΜΕ).

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.2.: ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
(Άρθρο 1 παρ. 2 & 3 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.
Εξαιρούνται οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους (άρθρο 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα)

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.3.: ΟΡΙΣΜΟΙ
(Άρθρο 2 Οδηγίας 2011/7)

Κατά την έννοια του νόμου αυτού:
1) «Εμπορική συναλλαγή»: κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.
2) «Δημόσια αρχή»: κάθε αναθέτουσα αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α) του π.δ.59/2007 (Α’ 63/ άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) και του άρθρου 2 παράγραφος 9 του π.δ. 60/2007 (Α’ 64/ άρθρο 1 παράγραφος 9 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ), ανεξαρτήτως του αντικειμένου ή της αξίας της σύμβασης.
3) «Επιχείρηση»: κάθε  οργάνωση εκτός των δημόσιων αρχών, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο.
4) «Καθυστέρηση πληρωμής»: η μη πραγματοποίηση πληρωμής εντός της συμβατικής ή της νόμιμης προθεσμίας, εφόσον πληρούνται οι όροι της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.4. ή της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.5..
5) «Τόκος υπερημερίας»:  ο νόμιμος τόκος υπερημερίας ή ο τόκος με επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ επιχειρήσεων, υπό τους όρους που καθορίζονται στην υποπαράγραφο Ζ.8..
6) «Νόμιμος τόκος υπερημερίας»: ο απλός τόκος για την καθυστερημένη πληρωμή σε επιτόκιο το οποίο είναι ίσο προς το σύνολο του επιτοκίου αναφοράς συν οκτώ επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες·
7) «Επιτόκιο αναφοράς»: το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πλέον πρόσφατες βασικές της πράξεις αναχρηματοδότησης.
8) «Οφειλόμενο ποσό»: το κυρίως ποσό που θα έπρεπε να έχει καταβληθεί μέσα στη συμβατική ή τη νόμιμη προθεσμία πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των επιβαλλόμενων φόρων, δασμών, τελών ή επιβαρύνσεων που καθορίζονται στο τιμολόγιο ή σε άλλο ισοδύναμο για την πληρωμή έγγραφο.
9) «Παρακράτηση της κυριότητας»: κάθε συμβατική συμφωνία, με βάση την οποία ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των πωλουμένων αγαθών μέχρις ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα.
10) «Εκτελεστός τίτλος»: κάθε απόφαση, διάταξη ή διαταγή πληρωμής εκδιδόμενη από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι προσωρινά εκτελεστές, είτε προς άμεση καταβολή είτε κατά δόσεις, η οποία παρέχει την δυνατότητα στον δανειστή να απαιτήσει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστική εκτέλεση έναντι του οφειλέτη.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ. 4.:ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
(Άρθρο 3 Οδηγίας 2011/7)

1.    Στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, ο δανειστής δικαιούται τόκο υπερημερίας χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα, εκτός και εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.
2.    Επιτόκιο αναφοράς για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους και για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους, το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.
3.    Στην περίπτωση συνδρομής των όρων της περίπτωσης 1, ο δανειστής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της προθεσμίας πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. Εάν η ημερομηνία ή η προθεσμία πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, ο δανειστής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας κατά την εκπνοή οιουδήποτε από τα εξής χρονικά όρια:
α) 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για την πληρωμή εγγράφου·
β) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών.
γ) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών.
δ) εφόσον προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή το ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία  κατά την οποία συντελείται η  αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή.
4.    Όταν προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, η μέγιστη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8..
5.    Η προθεσμία πληρωμής που καθορίζεται στη σύμβαση δεν υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8..
6.    Στην περίπτωση που στη σύμβαση δεν ορίστηκε επιτόκιο υπερημερίας, ή αυτό που συμφωνήθηκε είναι καταχρηστικό για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8., ισχύει το νόμιμο.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.5.: ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΡΧΩΝ
(Άρθρο 4 Οδηγίας 2011/7)

1.    Κατά τις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, ο δανειστής δικαιούται, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζουν οι περιπτώσεις 3, 4 ή 6, νόμιμο τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

2.    Επιτόκιο αναφοράς για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους και για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους, το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

3.    Στις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή η προθεσμία πληρωμής δεν υπερβαίνει κανένα από τα ακόλουθα όρια:
α) τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου·
β) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών.
γ) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30)  ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών.
δ) εφόσον προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία  κατά την οποία συντελείται η  αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή.

4.    Οι προθεσμίες της περίπτωσης 3, υποπερίπτωση α της παρούσας υποπαραγράφου, ορίζονται σε εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες, για:
α) κάθε δημόσια αρχή που ασκεί οικονομική δραστηριότητα βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης, με την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών στην αγορά, και η οποία υπόκειται, ως δημόσια επιχείρηση, στις απαιτήσεις διαφάνειας της οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006 για τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων.
β) Νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α΄247), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α΄141), όπως ισχύει, που παρέχουν υγειονομική μέριμνα και είναι κατάλληλα αναγνωρισμένα για τον σκοπό αυτόν, καθώς και ο ΕΟΠΥΥ (άρθρο 18 του ν. 3918/2011).

5.    Η μέγιστη διάρκεια της διαδικασίας αποδοχής ή επαλήθευσης κατά την παράγραφο 3 στοιχείο (α) σημείο (δ) δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και σε οποιαδήποτε έγγραφα υποβολής προσφοράς και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8. .

6.    Η προθεσμία πληρωμής που ορίζεται στη σύμβαση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στην περίπτωση 3, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά από την ιδιαίτερη φύση ή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες.

7.    Η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν αποτελεί αντικείμενο συμβατικής συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.6.: ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
(Άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνούν, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, χρονοδιάγραμμα πληρωμής με το οποίο θα προβλέπεται η καταβολή του οφειλόμενου ποσού σε δόσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν οποιαδήποτε από τις δόσεις δεν καταβληθεί έως τη συμφωνημένη ημερομηνία, ο τόκος και η αποζημίωση που προβλέπονται από την παρούσα παράγραφο Ζ. υπολογίζονται με αποκλειστική βάση τα ληξιπρόθεσμα ποσά.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.7.: ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ
(Άρθρο 6 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.    Ο δανειστής δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση από τον οφειλέτη το κατ’ αποκοπήν ποσό των σαράντα (40) ευρώ εφόσον καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.4 ή την υποπαράγραφο Ζ.5.

2.    Το κατά την περίπτωση 1 κατ’ αποκοπήν ποσό είναι απαιτητό χωρίς να απαιτείται όχληση και καταβάλλεται ως αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης του δανειστή.

3.    Ο δανειστής δικαιούται, επιπλέον του κατά την περίπτωση 1 κατ’ αποκοπήν ποσού, να ζητήσει από τον οφειλέτη εύλογη αποζημίωση για οποιαδήποτε σχετικά υπολειπόμενα έξοδα είσπραξης, που οφείλονται στην καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη. Ως έξοδα είσπραξης λογίζονται μεταξύ άλλων και η δαπάνη για την αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.8.: ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ
(Άρθρο 7 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.    Συμβατικός όρος ή πρακτική που αφορά την ημερομηνία ή την προθεσμία πληρωμής,  το επιτόκιο για την καθυστέρηση της πληρωμής ή την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης, δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση που έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα για τον πιστωτή.
Για την εκτίμηση του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικού όρου ή πρακτικής για τον δανειστή, υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου, συνεκτιμώνται όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων:
α) τυχόν κατάφωρης παρέκκλισης από τα συναλλακτικά ήθη, αντίθετης προς την καλή πίστη και τη συναλλακτική δεοντολογία·
β) της φύσης του προϊόντος ή της υπηρεσίας· και
γ) του εάν ο οφειλέτης διαθέτει οιονδήποτε αντικειμενικό λόγο απόκλισης από τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την προθεσμία πληρωμής κατά την περίπτωση 5 της υποπαραγράφου Ζ.4., την υποπερίπτωση (α) της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Ζ.5., την περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.5. και την περίπτωση 6 της υποπαραγράφου Ζ.5. ή  από το κατ’ αποκοπήν ποσό κατά την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.7.

2.    Για τους σκοπούς της περίπτωσης 1, συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει τη χρέωση τόκου για την καθυστέρηση της πληρωμής  έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

3.    Για τους σκοπούς της περίπτωσης 1, συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.8. θεωρείται ότι έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

4.    Κατά την έννοια της περίπτωσης 1, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προς όφελος των δανειστών και των ανταγωνιστών ώστε να αποτρέπεται η συνέχιση της χρησιμοποίησης συμβατικών όρων και πρακτικών κατάφωρα καταχρηστικών κατά την έννοια της περίπτωσης 1.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.9.: ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
(Παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 7 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Οργανώσεις παραγωγών, εμπόρων και επιχειρήσεων μπορούν, για το συμφέρον των δανειστών του νόμου αυτού και την προστασία του ανταγωνισμού, να ζητήσουν από το δικαστήριο την παράλειψη της διατύπωσης και της χρήσης στις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, γενικών όρων προφανώς καταχρηστικών κατά την έννοια της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.8. , οι οποίοι αφορούν τον χρόνο πληρωμής ή τις συνέπειες της καθυστέρησης της πληρωμής της αμοιβής.
Στην συλλογική αγωγή του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 17 έως 19 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994 (Α’ 191).

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.10.: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΓΙΑ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ
(Άρθρο 10 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.    Οι αγωγές ή αιτήσεις ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής που αφορούν μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, δικάζονται κατ’ εξαίρεση, ανεξαρτήτως του ύψους της οφειλής, στη συντομότερη, κατά το δυνατό, δικάσιμο. Ο εκτελεστός τίτλος επί των αγωγών ή αιτήσεων αυτών εκδίδεται μέσα σε ενενήντα (90) ημερολογιακές ημέρες από την κατάθεσή τους.  Στο ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν περιλαμβάνονται οι προθεσμίες κλήτευσης του εναγομένου ή του καθ’ ου η αίτηση και όλες γενικά οι δικονομικές προθεσμίες που μεσολαβούν έως τη συζήτηση της αγωγής ή της αίτησης, ούτε οι καθυστερήσεις που οφείλονται στον ενάγοντα ή αιτούντα δανειστή.

2.    Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.11.: ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ
(Άρθρο 9 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.    Ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των αγαθών έως ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα, εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή, πριν από την παράδοση των αγαθών, ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας.

2.    Διατάξεις που αφορούν προκαταβολές πληρωμών οι οποίες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον οφειλέτη παραμένουν σε ισχύ.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.12.: ΕΥΝΟΪΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
(Άρθρο 12 παρ. 3 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Σε περιπτώσεις που οι κείμενες διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, ευνοϊκότερες για τον δανειστή, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.13.: ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ
(Άρθρο 8 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων διασφαλίζει πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα παράγραφο, μεταξύ άλλων με τη δημοσίευση του ισχύοντος νομίμου επιτοκίου υπερημερίας.
Το Υπουργείο μπορεί για το σκοπό αυτό να:
(α) χρησιμοποιεί, εφόσον απαιτείται, τον ειδικευμένο τύπο, εκστρατείες πληροφόρησης ή κάθε άλλο αποτελεσματικό μέσο για να αποκτήσουν οι επιχειρήσεις αυξημένη επίγνωση των τρόπων επανόρθωσης για τις καθυστερήσεις πληρωμής μεταξύ των επιχειρήσεων•
(β) ενθαρρύνει την κατάρτιση κωδικών έγκαιρης πληρωμής, με πρόβλεψη σαφώς καθορισμένων προθεσμιών πληρωμής και κατάλληλης διαδικασίας για τη διευθέτηση κάθε αμφισβητούμενης πληρωμής ή κάθε πρωτοβουλία που αντιμετωπίζει το ζήτημα των καθυστερήσεων πληρωμής και συμβάλλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας έγκαιρων πληρωμών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.14.: ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
(Άρθρο 12 παρ. 4 και άρθρο 13 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

Το προεδρικό διάταγμα 166/2003 (Α’ 138) καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Οι διατάξεις του όμως παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά την διάρκεια ισχύος του.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.15.: ΈΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από 16 Μαρτίου 2013.

                    
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η.1.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3526/2007 (Α΄24)

1.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν.3526/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Επιτρέπεται η ίδρυση πρατηρίου άρτου σε ισόγειους ή άλλους χώρους που πληρούν τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Οικοδομικού Κανονισμού. Αν το πρατήριο άρτου δεν αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, επιτρέπεται η ίδρυση του σε όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών πλην των κρεοπωλείων, των πτηνοπωλείων, των ιχθυοπωλείων, των περιπτέρων και των καταστημάτων ψιλικών.»

2.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν.3526/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η εγκατάσταση περάτωσης έψησης μπορεί να αποτελεί είτε αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα είτε τμήμα μικτού καταστήματος τροφίμων ή υπεραγοράς τροφίμων, που διαχωρίζεται, στην περίπτωση αυτή, με κινητό ή σταθερό χώρισμα. Αν η εγκατάσταση αυτή αποτελεί τμήμα μικτού καταστήματος τροφίμων ή υπεραγοράς τροφίμων, μπορεί να βρίσκεται μέσα ή έξω από το κατάστημα ή την υπεραγορά τροφίμων, ως αυτοτελής και ανεξάρτητος χώρος. Ο χώρος της εγκατάστασης περάτωσης έψησης περιλαμβάνει: χώρο αποθήκευσης των ενδιάμεσων προϊόντων αρτοποιίας, χώρο προετοιμασίας των προϊόντων αυτών προς έψηση, χώρο εκκλιβάνισης, χώρο επαναφοράς των ενδιάμεσων προϊόντων αρτοποιίας, μετά την έψησή τους, στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και χώρο συσκευασίας. Αν η εγκατάσταση περάτωσης έψησης αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, απαιτείται να διαθέτει αποδυτήριο και αποχωρητήριο με τις προδιαγραφές που ορίζονται, κατά περίπτωση, από τις κείμενες υγειονομικές διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η.2.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 2515/1997 ΚΑΙ ΤΟΥ Π.Δ. 340/1998

1.    Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 (Α΄ 154) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η επαγγελματική ταυτότητα του Λογιστή Φοροτεχνικού διακρίνεται σε επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ και Β΄ τάξης:»

2.    Η περ. α. της παρ. 2  του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στους κατόχους απολυτηρίου Γενικού Λυκείου, οι οποίοι ασκούν επί επτά (7) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου Οικονομίας, οι οποίοι ασκούν επί έξι (6) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους πτυχίου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) Λογιστικής, οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους αποφοίτους των μακροχρόνιων προγραμμάτων κατάρτισης του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή.»

3.    Η περ. β. της παρ. 2  του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους  των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78).»

4.    Η περ. γ. της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 καταργείται.

5.    Η περ. δ. της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, αναριθμείται σε περ. γ. και αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξης χορηγείται στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010, που ασκούν επί τριετία το επάγγελμα του Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης».

6.    Οι περ. ε. και στ. του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αναριθμούνται σε δ. και ε. αντίστοιχα και η περ. ζ. αναριθμείται σε στ. και αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Μεταβατικές Διατάξεις:
i.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μη πτυχιούχοι, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Δ΄ ή Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης.
ii.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του ΟΕΕ, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με την συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Γ΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης.
iii.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του ΟΕΕ, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από την συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω.
iv.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με την συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης.
v.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από την  συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω.
vi.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης συνεχίζουν ακωλύτως να ασκούν το επάγγελμα  του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα.
vii.    Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, μέχρι την συμπλήρωση της απαιτούμενης προϋπηρεσίας για την απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας Α΄ τάξης, συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα.»

7.    Το άρθρο 3 του π.δ. 340/1998 (Α΄ 228) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3
Περιεχόμενο Επαγγελματικής Δραστηριότητας
Το περιεχόμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας των λογιστών φοροτεχνικών κατά κατηγορία επαγγελματικής ταυτότητας καθορίζεται ως ακολούθως:
  α) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Β’ τάξης διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων  απλογραφικά  βιβλία.
  β) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Α` τάξης διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων  απλογραφικά  και διπλογραφικά  βιβλία.»

8.    Το άρθρο 5 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5
Απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας ανώτερης κατηγορίας
Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Β΄ τάξης μπορούν να αποκτήσουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από προηγουμένη παρακολούθηση των προβλεπόμενων στην περίπτωση ε. της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως ισχύει, επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγηση κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών και εφόσον είναι μέλη του Ο.Ε.Ε., πτυχιούχοι τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, πτυχιούχοι των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) ή πληρούν τις προϋποθέσεις του π.δ. 38/2010 και έχουν συμπληρώσει τριετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στην άσκηση του επαγγέλματος ως λογιστές φοροτεχνικοί  κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης,»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η.3.: ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

1.    Το στοιχείο 4 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του π.δ.51/2006 (Α΄53) αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Οι επαγγελματικές άδειες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2323/1995 (Α’ 145) για χρονική περίοδο τριών (3) ετών και ανανεώνονται κάθε φορά ισόχρονα με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων του Οργανισμού Λαϊκών Αγορών Αττικής και Θεσσαλονίκης για τις λαϊκές αγορές της Περιφέρειας Αττικής ή της μητροπολιτικής ενότητας Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ή με απόφαση του οικείου Δήμου, για τις λαϊκές αγορές της υπόλοιπης χώρας, εφόσον όλες οι κατά το άρθρο 1 του παρόντος προϋποθέσεις εξακολουθούν να συντρέχουν στο πρόσωπο του αδειούχου.
Με αποφάσεις των αρμοδίων υπηρεσιών καθορίζονται, ο τόπος και ο τρόπος υποβολής  της αίτησης και η προθεσμία ανανέωσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών και μεγαλύτερη του ενός (1) μηνός από τη λήξη της άδειας. Οι αποφάσεις αυτές τοιχοκολλούνται στα καταστήματα των ανωτέρω υπηρεσιών, αναρτώνται στην ιστοσελίδα τους ή δημοσιεύονται σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες ή σε δύο (2) ημερήσιες ή εβδομαδιαίες τοπικές εφημερίδες αντίστοιχα και κοινοποιούνται με απόδειξη στις Ομοσπονδίες και τους Συλλόγους των επαγγελματιών πωλητών.
Για την ανανέωση, οι πωλητές κάτοχοι επαγγελματικών αδειών υποβάλλουν εντός της προθεσμίας που ορίζει η απόφαση και επιπλέον των δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση της άδειας:
α) βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και
β) βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας του ασφαλιστικού φορέα.»

2.    Τα στοιχεία 1 και 2 της παραγράφου Ε του άρθρου 2 του π.δ.51/2006 (Α΄53) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Οι επαγγελματικές άδειες πωλητών λαϊκών αγορών είναι προσωποπαγείς και αμεταβίβαστες. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων του Οργανισμού Λαϊκών Αγορών Αττικής και Θεσσαλονίκης για τις λαϊκές αγορές της Περιφέρειας Αττικής ή της μητροπολιτικής ενότητας Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ή με απόφαση του οικείου Δήμου, για τις λαϊκές αγορές της υπόλοιπης χώρας, επιτρέπεται άπαξ μόνον η μεταβίβαση κατά σειρά προτεραιότητας στο/στη σύζυγο ή σε ένα εκ των συνοικούντων και προστατευομένων τέκνων με ταυτόχρονη παραίτηση από το δικαίωμα των λοιπών και εφόσον διαθέτουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του παρόντος:
α) σε περίπτωση θανάτου του κατόχου της άδειας και

β) σε περίπτωση ανίατης ασθένειας ή μόνιμης αναπηρίας του κατόχου με την προσκόμιση σχετικών πιστοποιητικών που αποδεικνύουν την επικαλούμενη στην αίτηση ιδιότητα.

2. α) Η μεταβίβαση πραγματοποιείται κατόπιν αιτήσεως των δικαιούχων εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη γέννηση του δικαιώματος. Σε περίπτωση παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας η ισχύς της άδειας παύει αυτοδικαίως.

β) Η παραίτηση ενός ή περισσοτέρων προσώπων, που δικαιούνται την άδεια κατά την ως άνω σειρά προτε¬ραιότητας, γίνεται εγγράφως και φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από δημόσια Αρχή.».

3.    Όλες οι υφιστάμενες άδειες λήγουν αυτοδικαίως την 31η Οκτωβρίου 2014 και έκτοτε εφαρμόζεται η περίπτωση 1 της παρούσας υποπαραγράφου.

4.    Κάθε διάταξη αντίθετη προς την παρούσα υποπαράγραφο καταργείται.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ.1. : ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ

1.    Η περίπτωση 17 της υποπαραγράφου Θ.3 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/12 (Α’ 222) αντικαθίσταται ως εξής:

«Αναπόσπαστο στοιχείο των αδειών των περιπτώσεων 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου αποτελεί ο διακριτικός τίτλος («διακριτικός τίτλος άδειας ίδρυσης και λειτουργίας»). Ο διακριτικός τίτλος άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αποτελείται υποχρεωτικά από : α) την επωνυμία (εάν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο) ή τον διακριτικό τίτλο (εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων) και β) τον τίτλο του τύπου της παρεχόμενης εκπαίδευσης (τυπικής ή άτυπης) ή το αρκτικόλεξο αυτού ως Ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα (Κε.Δι.Βι.Μ.1) και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο (Κε.Δι.Βι.Μ.2), Φροντιστηρίου ή Κέντρου Ξένων Γλωσσών.»

2.    Η υποπαράγραφος Θ.6 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται, από την έναρξη ισχύος του ν. 4093/2012,  ως εξής:

«Θ.6.
1. Η συστέγαση διαφορετικών μονάδων παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης (τυπικής ή άτυπης), οι οποίες ανήκουν στο αυτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, επιτρέπεται. Η ταυτόχρονη συλλειτουργία στην ίδια διδακτική ή εργαστηριακή αίθουσα διαφορετικών μονάδων παροχής εκπαίδευσης (τυπικής ή άτυπης) απαγορεύεται.
2. Η συστέγαση νηπιαγωγείων με παιδικούς σταθμούς του ιδίου ιδιοκτήτη επιτρέπεται υπό τις κάτωθι σωρευτικές προϋποθέσεις: α)  χρήση διαφορετικών αιθουσών διδασκαλίας για τον παιδικό σταθμό και το νηπιαγωγείο και β)  μη υπέρβαση του μέγιστου αριθμού νηπίων που έχει εγκριθεί με τις άδειες των εκπαιδευτικών μονάδων για έκαστο αυτοτελές κτήριο ή όροφο σε πολυώροφο κτήριο.
3. Η από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης που αδειοδοτούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να πραγματοποιείται με τη χρήση του εκάστοτε διακριτικού τίτλου άδειας ίδρυσης και λειτουργίας προκειμένου να μην προκαλείται σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης ή παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τον πάροχο των επί μέρους εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο των παρεχόμενων σπουδών.
4. Οι κτηριακές εγκαταστάσεις και το σύνολο των λοιπών υποδομών των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου` Ενα, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και των Ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.) καθώς και των Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, δύναται να χρησιμοποιούνται εκτός διδακτικού ωραρίου.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ.2. :ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

1.    Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του ν. 1566/1985 (Α’ 167) αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Κατεξαίρεση, είναι δυνατή η λειτουργία επταθέσιων έως και ενδεκαθέσιων δημοτικών σχολείων καθώς και δημοτικών σχολείων άνω των δωδεκαθέσιων, όταν το επιβάλλουν λειτουργικοί και παιδαγωγικοί λόγοι όπως είναι ο αριθμός των μαθητών, οι διατιθέμενοι χώροι διδασκαλίας και οι αποστάσεις μεταξύ των σχολείων.».

2.    Η παράγραφος 13 του άρθρου 14 του ν. 1566/1985 αντικαθίσταται ως εξής:

«13. Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται από 1/9/2013 ως εξής:
α) διευθυντές γυμνασίων, λυκείων και επαγγελματικών σχολών ώρες 10 όταν λειτουργούν με τρία έως πέντε τμήματα τάξεων, ώρες 9 όταν λειτουργούν με έξι έως εννέα τμήματα τάξεων, ώρες 7 όταν λειτουργούν με δέκα έως δώδεκα τμήματα τάξεων και ώρες 5 όταν λειτουργούν με περισσότερα από δώδεκα τμήματα τάξεων. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν υπολογίζεται ως τμήμα εκείνο που έχει αριθμό μαθητών μικρότερο από το μισό του προβλεπόμενου ανώτατου αριθμού.
β) Διευθυντές ΣΕΚ ώρες 10.
γ) Υποδιευθυντές γυμνασίων, λυκείων και επαγγελματικών σχολών και υπεύθυνων τομέων ΣΕΚ ώρες 16.
δ) Υπεύθυνοι εργαστηρίων ώρες 20.
ε) Εκπαιδευτικό προσωπικό όλων των κλάδων της κατηγορίας ΠΕ ώρες 23 αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας, ώρες 21 αν έχουν από έξι μέχρι δώδεκα έτη υπηρεσίας και ώρες 20 αν έχουν πάνω από δώδεκα έτη υπηρεσίας.
στ) Εκπαιδευτικοί εργαστηρίων του κλάδου ΤΕ01 ώρες 24 εάν έχουν έως επτά έτη υπηρεσίας, ώρες 21 εάν έχουν επτά μέχρι δεκατρία έτη υπηρεσίας και ώρες 20 εάν έχουν πάνω από δεκατρία έτη υπηρεσίας.
ζ) Αρχιτεχνίτες του κλάδου ΔΕ01 ώρες 28.
η) Τεχνίτες του κλάδου ΔΕ01 ώρες 30.
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις σχετικά με τον καθορισμό των εβδομαδιαίων διδακτικών ωρών δεν δημιουργούν επιπλέον δημοσιονομική δαπάνη ή άλλο είδος οικονομικής αξίωσης».
3.    Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των κενών θέσεων, των λειτουρ¬γικών αναγκών και των τυχόν υπεραριθμιών, με σκοπό το διορισμό μόνιμων ή την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τις μεταθέσεις, τις μετατάξεις και τις αποσπάσεις μόνιμων εκπαιδευτικών.

4.    Οι εκπαιδευτικοί της ιδιωτικής εκπαίδευσης που δεν συμπληρώνουν το υποχρεωτικό τους διδακτικό ωράριο, με βάση το προβλεπόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα διδασκαλίας, μπορούν είτε α) να απασχολούνται λιγότερες ώρες από αυτές του υποχρεωτικού τους ωραρίου, με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις αποδοχές εκπαιδευτικού με διδακτικό ωράριο δώδεκα (12) ωρών είτε β) να απασχολούνται μέχρι και της συμπληρώσεως του υποχρεωτικού τους ωραρίου σε σχολικές δράσεις όπως είναι η ενισχυτική διδασκαλία, η πρόσθετη διδακτική στήριξη, η ενίσχυση της γλωσσομάθειας, οι αθλητικές, πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες στο σχολείο που υπηρετούν ή σε άλλο σχολείο που ίδιου ιδιοκτήτη που λειτουργεί στην ίδια πόλη.

5.    Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων των περιπτώσεων 4 και 5.  

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ  ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι.1. : ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΔΙΚΤΥΑ

1.    Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129) αντικαθίσταται ως εξής:
«α) για τους οποίους απαιτείται έκδοση άδειας παραγωγής, ο υποψήφιος παραγωγός προσκομίζει στον αρμόδιο Διαχειριστή την απόφαση ΕΠΟ, ή πρότυπων περιβαλλοντικών δεσμεύσεων (Π.Π.Δ.) του σταθμού, εφόσον απαιτείται κατά περίπτωση, προκειμένου για την έκδοση οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης, που δεσμεύει τον αρμόδιο Διαχειριστή και τον δικαιούχο για τρία (3) έτη.»

2.    Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν. 3468/2006 προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Εφόσον κατά την ημερομηνία λήξης ισχύος της οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης που χορηγήθηκε για σταθμό του άρθρου 4 έχει υποβληθεί πλήρης φάκελος για την σύναψη της σχετικής Σύμβασης Σύνδεσης, η διάρκεια ισχύος της Προσφοράς Σύνδεσης παρατείνεται έως την ημερομηνία υλοποίησης των έργων από τον διαχειριστή σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης Σύνδεσης. Η συνολική διάρκεια ισχύος Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης που χορηγούνται για σταθμούς του άρθρου 4, συνυπολογιζομένης της παράτασης του προηγούμενου εδαφίου, δεν μπορεί να υπερβαίνει από τη χορήγησή της:
α) τους δέκα οκτώ (18) μήνες για σταθμούς που συνδέονται στο Δίκτυο, εφόσον δεν απαιτούνται εργασίες σε υποσταθμούς ΥΤ/ΜΤ και
β) τους είκοσι τέσσερεις (24) μήνες για σταθμούς που συνδέονται στο Δίκτυο, εφόσον απαιτούνται εργασίες σε υποσταθμούς ΥΤ/ΜΤ.
Εάν με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, που κοινοποιείται στη ΡΑΕ, ο διαχειριστής θέτει μεγαλύτερη προθεσμία για την υλοποίηση των έργων σύνδεσης για τους σταθμούς του άρθρου 4, η διάρκεια ισχύος της Προσφοράς Σύνδεσης παρατείνεται μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας αυτής. Σε περίπτωση που τα έργα σύνδεσης υλοποιούνται από τον παραγωγό, η συνολική διάρκεια ισχύος των Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια ισχύος που ορίζεται με τις αμέσως ανωτέρω περιπτώσεις α) ή β).
Για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και το Δίκτυο της ηπειρωτικής χώρας, τα αιτήματα χορήγησης Προσφοράς Σύνδεσης για σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ισχύος έως και 8 MW υποβάλλονται από τους ενδιαφερόμενους στον Διαχειριστή του Δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) ενώ τα αιτήματα για σταθμούς ισχύος άνω των 8 MW υποβάλλονται από τους ενδιαφερόμενους στο Διαχειριστή του Συστήματος (ΑΔΜΗΕ Α.Ε.). Οι Διαχειριστές του Συστήματος και του Δικτύου, συνεργαζόμενοι όπου αυτό απαιτείται, χορηγούν τις σχετικές Προσφορές Σύνδεσης σε σταθμούς που συνδέονται στο Σύστημα και το Δίκτυο αντίστοιχα, παρέχοντας συνολικά τη βέλτιστη τεχνοοικονομικά λύση σε συνδυασμό με την ορθολογική ανάπτυξη του Συστήματος και του Δικτύου. Είναι δυνατή η υποβολή κοινού αιτήματος για χορήγηση Προσφοράς Σύνδεσης στην ΑΔΜΗΕ Α.Ε. που αφορά σε περισσότερους σταθμούς του άρθρου 3, όταν η συνολική ισχύς αυτών ξεπερνά το όριο των 8 MW, εφόσον η σύνδεση γίνεται μέσω νέου αποκλειστικού δικτύου και κατασκευή νέου υποσταθμού μέσης τάσης προς υψηλή. Με το αίτημα του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται ποιός από τους ενδιαφερόμενους, κάτοχος άδειας παραγωγής, του προηγούμενου εδαφίου θα αναλάβει τη διαχείριση των έργων σύνδεσης του προηγούμενου εδαφίου καθώς και την ευθύνη για την υλοποίησή τους.».

3.    Με την αποδοχή της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης για σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ των άρθρων 3 και 4 του ν. 3468/2006, συνυποβάλλεται στον διαχειριστή εγγυητική επιστολή απευθυνόμενη στον εν λόγω διαχειριστή. Η αποδοχή της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης γίνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη χορήγησή της. Η μη αποδοχή της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης εντός της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λήξη της. Η διάρκεια της εγγυητικής επιστολής είναι κατ΄ ελάχιστον διετής, υποχρεωτικά ανανεούμενη προ της λήξεώς της, και μέχρι τη θέση του σταθμού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, μέχρι την ενεργοποίηση της σύνδεσής του. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής ορίζεται, ανά μονάδα ονομαστικής ισχύος του αιτήματος σε μεγαβάτ (MW), σε εξήντα χιλιάδες Ευρώ (€ 60.000) για το τμήμα της ισχύος έως και 1 MW, μειούμενου αναλογικά για ισχύ μικρότερη του 1 MW, τριάντα χιλιάδες Ευρώ (€ 30.000) για το τμήμα της ισχύος από 1 MW έως και 10 MW, είκοσι χιλιάδες Ευρώ (€ 20.000) για το τμήμα της ισχύος από 10 MW έως και 100 MW και δέκα χιλιάδες Ευρώ (€ 10.000) για το τμήμα της ισχύος πάνω από 100 MW. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή καταπίπτει υπέρ του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, εάν δεν ανανεωθεί τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη της ή εάν εντός του χρονικού διαστήματος ισχύος της οριστικής προσφοράς σύνδεσης δεν έχει τεθεί σε ισχύ η σχετική σύμβαση σύνδεσης. Με τη θέση σε ισχύ της σύμβασης σύνδεσης το ποσό της εγγυητικής επιστολής μειώνεται στο ένα τέταρτο του αρχικού ποσού.
Στην περίπτωση χορήγησης μίας κοινής Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης για τη σύνδεση περισσοτέρων των δύο (2) σταθμών διαφορετικού ενδιαφερόμενου στο Σύστημα ή το Δίκτυο, η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στους ενδιαφερόμενους, μετά από αίτημά τους, εάν εντός διαστήματος ενός (1) έτους από τη χορήγησή της δηλωθεί υπαναχώρηση ενός από αυτούς για την κατασκευή του σταθμού υπό την προϋπόθεση ότι έχει ανακληθεί η οικεία άδεια παραγωγής ή η οικεία Προσφορά Σύνδεσης για τους σταθμούς του άρθρου 4 του ν. 3468/2006, μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου.
Η εγγυητική επιστολή δύναται να επιστρέφεται στον ενδιαφερόμενο μετά από αίτημά του σε περίπτωση που ο σταθμός δεν μπορεί να υλοποιηθεί λόγω έκδοσης από την αρμόδια αρχή απόφασης απόρριψης σχετικού αιτήματος για χορήγηση άδειας χρήσης νερού για τη λειτουργία του σταθμού, όπου αυτή προβλέπεται ως προαπαιτούμενο από τις κείμενες διατάξεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ανακληθεί η οικεία άδεια παραγωγής ή η οικεία Προσφορά Σύνδεσης για τους σταθμούς του άρθρου 4 του ν. 3468/2006, μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζεται ο τύπος των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών, οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την κατάπτωσή τους, ο τρόπος διάθεσης των εσόδων από αυτές στη ΛΑΓΗΕ Α.Ε. και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, μπορεί να μεταβάλλεται το ύψος και η διάρκεια των εγγυητικών επιστολών, καθώς και τα αντίστοιχα όρια ηλεκτρικής ισχύος του σχετικού αιτήματος χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης. Με όμοια απόφαση, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, μπορεί να προβλέπονται ειδικότερες προϋποθέσεις για την υποβολή και επιστροφή των εγγυητικών επιστολών καθώς και για το ύψος αυτών για σταθμούς που περιγράφονται στις περιπτώσεις α) έως γ) του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 8 του ν.3468/2006, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό δυσκολίας κατασκευής και το σημείο σύνδεσης στο ηλεκτρικό Σύστημα. Η συνδρομή των προϋποθέσεων που καθορίζονται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστώνεται με απόφαση της ΡΑΕ, μετά από αίτημα του ενδιαφερομένου.
Από την υποχρέωση υποβολής της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής εξαιρούνται οι σταθμοί ΑΠΕ που εγκαθίστανται σε κτίρια, ανεξαρτήτως ισχύος. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κτιρίου που έχει κατασκευαστεί με σκοπό τη στέγαση εξοπλισμού του σταθμού ΑΠΕ ή που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτόν.
Η ισχύς της παρούσας περίπτωσης αρχίζει από την 1η Μαΐου 2014.

4.    Η υποχρέωση υποβολής της εγγυητικής επιστολής της περίπτωσης 3 καταλαμβάνει και όλες τις περιπτώσεις για τις οποίες έχει χορηγηθεί Οριστική Προσφορά Σύνδεσης πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας περίπτωσης, εφόσον κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας περίπτωσης δεν βρίσκεται σε ισχύ  σχετική σύμβαση σύνδεσης. Η εγγυητική επιστολή του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται στο διαχειριστή, ο οποίος έχει χορηγήσει ή διαχειρίζεται, βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του παρόντος, την οριστική προσφορά σύνδεσης, εντός διαστήματος ενός μήνα από την έναρξη ισχύος της παρούσας περίπτωσης. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής ισούται με το ήμισυ της προβλεπόμενης στην παράγραφο 3 και μειώνεται βάσει των διατάξεων της ίδιας παραγράφου. Εάν δεν υποβληθεί εγκαίρως κατά τα ανωτέρω η εγγυητική επιστολή, η οριστική προσφορά σύνδεσης παύει να ισχύει αυτοδικαίως με την παρέλευση του ανωτέρω διαστήματος του ενός μήνα. Προϋπόθεση για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης από τον Διαχειριστή για αιτήματα που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας περίπτωσης για χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης είναι η υποβολή από τον ενδιαφερόμενο της εγγυητικής επιστολής της περίπτωσης 3.
Η ισχύς της παρούσας περίπτωσης αρχίζει από την 1η Μαΐου 2014.

5.    Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διαχειριστικής αμοιβής υπέρ του αρμόδιου διαχειριστή για την εξέταση των αιτημάτων για χορήγηση Προσφοράς Σύνδεσης για σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ύψος της διαχειριστικής αμοιβής, η κλιμάκωσή του και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την καταβολή της.

6.    Η παράγραφος 5 του άρθρου 39 του ν. 4062/2012 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«5. Αιτήσεις για χορήγηση προσφορών σύνδεσης σταθμών ηλεκτροπαραγωγής των περιπτώσεων δ΄, ε΄ και ζ΄ έως και ιε΄ του πίνακα τιμολόγησης παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, της περίπτωσης β΄, της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 3851/2010 (Α΄ 85), οι οποίες υποβάλλονται μέχρι τις 31.05.2013, εξετάζονται από τον αρμόδιο Διαχειριστή κατά προτεραιότητα έναντι λοιπών αιτήσεων.».

7.    Με την υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης για σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ των άρθρων 3 και 4 του ν. 3468/2006, ή στην περίπτωση που η σύμβαση σύνδεσης έχει υπογραφεί πριν την έκδοση της άδειας εγκατάστασης, εντός μηνός από την έκδοση της άδειας αυτής, καταβάλλεται το σύνολο του συμβατικού τιμήματος που αφορά στο τμήμα / σύνολο των έργων που κατασκευάζει ο αρμόδιος διαχειριστής και όχι πάνω από διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (250.000 €). Ο τρόπος καταβολής του τιμήματος πάνω από τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (250.000 €) καθορίζεται στη σύμβαση σύνδεσης. Προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ η σύμβαση σύνδεσης είναι η καταβολή του συμβατικού τιμήματος κατά τα ανωτέρω. Εάν ο σταθμός δεν υλοποιηθεί εντός του χρόνου που προβλέπεται από την οικεία άδεια εγκατάστασης ή εντός του χρόνου ισχύος οριστικής προσφοράς σύνδεσης, για τους σταθμούς του άρθρου 4 του ν. 3468/2006, όπως ορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν. 3468/2006, το ποσό που καταβλήθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν επιστρέφεται αλλά καταπίπτει υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 πλην του τμήματος του εν λόγω ποσού που αντιστοιχεί σε τμήμα των έργων που έχουν ήδη κατασκευαστεί. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., μπορεί να καθορίζονται συγκεκριμένος τύπος, περιεχόμενο και διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων σύνδεσης, και να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

8.    Οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 3468/2006 εφαρμόζονται αναλογικά και για τη σύνδεση σταθμού ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. στο δίκτυο υψηλής τάσης των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι.2.: ΕΤΗΣΙΟ ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

1.    Οι κάτοχοι αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 3 του ν. 3468/2006 καταβάλλουν εντός του πρώτου τριμήνου κάθε ημερολογιακού έτους στη ΛΑΓΗΕ Α.Ε., υπέρ του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (Α΄ 286), ετήσιο τέλος ύψους χιλίων Ευρώ ανά μεγαβάτ (1.000 €/MW).

2.    Η υποχρέωση της προηγούμενης περίπτωσης γεννάται:
α. για φωτοβολταϊκούς σταθμούς, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τη χορήγηση άδειας παραγωγής,
β. για σταθμούς που περιγράφονται στις περιπτώσεις α) έως γ) του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 8 του ν.3468/2006, μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) ετών από τη χορήγηση άδειας παραγωγής,
γ. για λοιπούς, πλην φωτοβολταϊκών, σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 3 του ν.3468/2006, μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τη χορήγηση άδειας παραγωγής και λήγει με την υποβολή της εγγυητικής επιστολής της περίπτωσης 3 της παραγράφου Ι.1.  
3.    Σε περιπτώσεις αδειών παραγωγής που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, η υποχρέωση της περίπτωσης 1 γεννάται μετά την παρέλευση δύο (2) ετών, οκτώ (8) ετών και έξι (6) ετών από την έκδοση της άδειας παραγωγής, για τις περιπτώσεις α, β και γ της περίπτωσης 2 αντίστοιχα, και σε κάθε περίπτωση όχι πριν από την 01.01.2014, και λήγει με την υποβολή της εγγυητικής επιστολής της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Ι.1. Ειδικά για το έτος 2014 η καταβολή του τέλους της περίπτωσης 1 για τις άδειες του προηγουμένου εδαφίου γίνεται έως 30.06.2014.

4.    Για τον υπολογισμό των ανωτέρω χρονικών περιόδων, ως πρώτο ημερολογιακό έτος θεωρείται το ημερολογιακό έτος που έπεται εκείνου κατά το οποίο χορηγήθηκε η άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το ετήσιο τέλος της πρώτης παραγράφου οφείλεται ολόκληρο και για το ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η υποβολή της εγγυητικής επιστολής των περιπτώσεων 3 και 4 της υποπαραγράφου Ι.1.  

5.    Η μη εμπρόθεσμη καταβολή του ετήσιου τέλους που προβλέπεται στην περίπτωση 1 συνεπάγεται την αυτοδίκαιη παύση ισχύος της άδειας παραγωγής. Στην περίπτωση αυτή, υποβολή αιτήματος για χορήγηση άδειας παραγωγής για την ίδια θέση ή τμήμα αυτής και για σταθμό της ίδιας τεχνολογίας επιτρέπεται μετά την παρέλευση ενός έτους από την ανωτέρω παύση ισχύος της άδειας παραγωγής. Η ΡΑΕ τηρεί μητρώο των αδειών παραγωγής, που παύουν να ισχύουν κατά τα ανωτέρω, το οποίο αναρτά στον διαδικτυακό τόπο της.

6.    Το ύψος του ανωτέρω τέλους μπορεί να αναπροσαρμόζεται με ανώτατο όριο το ποσό των τριών χιλιάδων Ευρώ ανά μεγαβάτ (3.000 €/MW) με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, που εκδίδεται εντός του προηγούμενου έτους από αυτό στο οποίο αφορά η αναπροσαρμογή. Για την αναπροσαρμογή λαμβάνεται υπόψη η ανά τεχνολογία συνολική ισχύς των αδειών παραγωγής και των Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης για τους σταθμούς του άρθρου 4 του ν.3468/2006 για τους οποίους δεν απαιτείται η έκδοση άδειας παραγωγής, με στόχο η σχέση μεταξύ της ισχύος των ανωτέρω σταθμών προς την αντίστοιχη επιδιωκόμενη αναλογία εγκατεστημένης ισχύος, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 1 του ν. 3468/2006, αφαιρούμενης της ισχύος των λειτουργούντων σταθμών, να μην ξεπερνά το 3 προς 1. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας, μετά από πρόταση του αρμόδιου διαχειριστή και γνώμη της ΡΑΕ, το τέλος μπορεί να διαφοροποιείται: α) για συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ή έχει προταθεί να χαρακτηριστούν κορεσμένες και β) για συγκεκριμένες τεχνολογίες.

7.    Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, μπορεί να καθορισθεί ετήσιο τέλος και για τους σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 4 του ν.3468/2006, ίδιου ύψους με αυτό που προβλέπεται για τους σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 3 του ιδίου νόμου, όπως κάθε φορά θα ισχύει βάσει των διατάξεων της περίπτωσης 6 και να ρυθμιστούν οι προϋποθέσεις καταβολής του και οι συνέπειες από τη μη καταβολή του κατ’ αναλογία των οριζόμενων στην παρούσα υποπαράγραφο καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

8.    Ειδικά για τις περιοχές με κορεσμένα δίκτυα, το χρονικό διάστημα για το οποίο υφίσταται κορεσμός εξαιρείται κατά τον υπολογισμό των χρονικών περιόδων των περιπτώσεων 2 και 3 και δεν καταβάλλεται το τέλος της περίπτωσης 1 για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται ο κορεσμός. Κατ’ εξαίρεση από τα προβλεπόμενα στο αμέσως προηγούμενο εδάφιο, η υποχρέωση της περίπτωσης 1 υφίσταται για εκείνους τους σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 3 του ν. 3468/2006 που στην οικεία άδεια παραγωγής προβλέπεται ότι θα συνδεθούν και θα εγχέουν ενέργεια σε σημείο του δικτύου για το οποίο δεν υφίσταται κορεσμός.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι.3.:ΈΣΟΔΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 40 Ν. 2773/1999

1.    Στην παράγραφο 2 του άρθρου 96 του 4001/2011 προστίθεται περίπτωση ιθ) ως ακολούθως:
«ιθ) Ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι διευθέτησης τυχόν πληρωμών ως αντάλλαγμα για τις μονάδες παραγωγής που έχουν κατανεμηθεί.»
2.    Η περίπτωση (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«(α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων Παραγωγής – Ζήτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 120 και 96 και ιδίως στη περίπτωση ιθ) της παραγράφου 2 του άρθρου 96, κατά τρόπον ώστε να αντανακλούν κατ’ ελάχιστον το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών και να αναλογούν στην ενέργεια που εγχέεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3468/2006, με μεθοδολογία που εξειδικεύεται στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι.4.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ

1.    Εγγυητικές επιστολές που προσκομίστηκαν πριν από την υπογραφή Συμβάσεων Σύνδεσης για φωτοβολταϊκούς σταθμούς επιστρέφονται μετά από υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου επενδυτή προς τον αρμόδιο διαχειριστή ότι δεν θα προχωρήσει στην υλοποίηση του σταθμού, η οποία υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Με την υποβολή της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης λύονται αυτοδικαίως οι σχετικές συμβάσεις πώλησης και σύνδεσης του σταθμού στο Δίκτυο, συμπεριλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, ή το Σύστημα. Ο αρμόδιος διαχειριστής και ο Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας τηρούν μητρώο των σταθμών του προηγουμένου εδαφίου.

2.    Μετά από υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου επενδυτή προς τον αρμόδιο διαχειριστή ότι δεν θα προχωρήσει στην υλοποίηση φωτοβολταϊκού σταθμού, η οποία υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, επιστρέφονται ποσά που έχουν καταβληθεί στον αρμόδιο διαχειριστή στο πλαίσιο της οικείας Σύμβασης Σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού και αντιστοιχούν στο μέρος των έργων σύνδεσης που δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω υπεύθυνης δήλωσης. Με την υποβολή της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης λύονται αυτοδικαίως οι σχετικές συμβάσεις πώλησης και σύνδεσης του σταθμού στο Σύστημα ή το Δίκτυο συμπεριλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Ο αρμόδιος διαχειριστής και ο Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας τηρούν μητρώο των σταθμών του προηγουμένου εδαφίου.

3.    Αναστέλλεται έως 31 Δεκεμβρίου 2013 η σύναψη Συμβάσεων Σύνδεσης φωτοβολταϊκών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με το Σύστημα ή το Δίκτυο συμπεριλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.

4.    Αναστέλλεται έως 31 Δεκεμβρίου 2013 η σύναψη συμβάσεων πώλησης για φωτοβολταϊκούς σταθμούς με τον Λειτουργό της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και τον Διαχειριστή του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Από την αναστολή του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι περιπτώσεις για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει κατατεθεί πλήρης φάκελος για την υπογραφή σύμβασης πώλησης.

5.    Η αναστολή σύναψης συμβάσεων των δύο προηγούμενων παραγράφων μπορεί να αίρεται πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2013 με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής μετά από γνώμη της ΡΑΕ, εκτιμώντας την πορεία του ελλείμματος του ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 και την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται βάσει του άρθρου 1 του ν. 3468/2006.

6.    Από την αναστολή της περίπτωσης 3 εξαιρούνται οι φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στην ΚΥΑ «Ειδικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις και ιδίως σε δώματα και στέγες κτιρίων» (Β’ 1079/2009).

7.    Για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται αναστολή της αδειοδοτικής διαδικασίας βάσει των διατάξεων της περίπτωσης (β) της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.3468/2006 δεν είναι δυνατή η τροποποίηση άδειας παραγωγής και προσφοράς σύνδεσης για αύξηση ισχύος και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης α) της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 3468/2006.

8.    Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης των περιπτώσεων β) και γ) της υποπαραγράφου 1 της υποπαραγράφου Ι.2 της παραγράφου Ι. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012) καθορίζεται:
α. Σε 37% και 34% αντίστοιχα ειδικά για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τίθενται σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιείται η σύνδεσή τους κατά το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου του 2013 έως και 30 Ιουνίου του 2013 και για τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που λαμβάνουν χώρα μετά την 1η Ιανουαρίου του 2013. β. Σε 42% και 40% αντίστοιχα ειδικά για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τίθενται σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιείται η σύνδεσή τους μετά την 1η Ιουλίου του 2013.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι.5.: ΤΕΛΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Ι.

1.    Η παράγραφος 15 του άρθρου 8 του ν. 3468/2006 καταργείται. Οι διατάξεις της υπουργικής απόφασης ΥΑΠΕ/Φ1/οικ.24839/25.11.2010 (Β΄ 1901) εξακολουθούν να ισχύουν για τις εγγυητικές επιστολές που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των περιπτώσεων 3 και 4 του παρόντος. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Ι.1. του παρόντος, με την οποία καθορίζεται ο τύπος των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της υπουργικής απόφασης ΥΑΠΕ/Φ1/οικ.24839/25.11.2010 (Β΄ 1901). Η ισχύς της παρούσας περίπτωσης αρχίζει από την 1η Μαΐου 2014.

2.    Η ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. διαχειρίζεται όλες τις προσφορές σύνδεσης που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και αφορούν σε σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ που συνδέονται στο δίκτυο.

3.    Οι διατάξεις της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Ι.1. ισχύουν και για τις Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ. : ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.1.: ΠΑΓΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.    Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΝΑΤ δύνανται μετά από αίτηση των οφειλετών και εφόσον συντρέχει πραγματική αδυναμία για την  καταβολή τους, να ρυθμίζονται και να καταβάλλονται σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις.

2.    α. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση για οφειλές έως πέντε χιλιάδες (5.000,00) ευρώ οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να δηλώνουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή, ενώ ο αριθμός των  δόσεων καθορίζεται βάσει της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ύψος της δόσης δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πενήντα (50,00) ευρώ.
 β. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση για οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να προσκομίσουν τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν την αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους σε συντομότερο χρόνο περιλαμβανομένων λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με το εισόδημά τους, την ακίνητη περιουσία τους και το σύνολο των οφειλών τους. Η αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση απορρίπτεται εάν τα παρασχεθέντα στοιχεία είναι ανακριβή ή ανεπαρκή. Τα παρασχεθέντα στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδεικνύουν τη βιωσιμότητα του διακανονισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύμφωνα με τα οριζόμενα  στην περίπτωση 8 της υποπαραγράφου αυτής, σύμφωνα με τις κάτωθι κατηγοριοποιήσεις:
αα) Για οφειλές από πέντε χιλιάδες (5.000,00) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000,00) ευρώ κρίνεται από τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης η αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή καθώς και η βιωσιμότητα του διακανονισμού.
ββ) Για οφειλές άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000,00) ευρώ ο οφειλέτης πρέπει επιπλέον να προσκομίζει βεβαίωση από ανεξάρτητο τρίτο φορέα περί της ορθότητας των οικονομικών στοιχείων, καθώς και δικαιολογητικά τα οποία να αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή και τη βιωσιμότητα του διακανονισμού, με δαπάνες που βαραίνουν τον ίδιο.
γγ) Για οφειλές άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000,00) ευρώ ο οφειλέτης υποχρεούται πλέον των ανωτέρω να προβεί στη παροχή εγγυήσεων ή εμπράγματων εξασφαλίσεων ίσης αξίας με τη συνολική οφειλή. Η αξία της εξασφάλισης θα καθοριστεί από τον τρίτο εκτιμητή.
Οι ανεξάρτητοι εκτιμητές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύμφωνα με την περίπτωση 8 της παρούσας υποπαραγράφου.
Ως ανεξάρτητοι τρίτοι φορείς αναγνωρίζονται οι ορκωτοί λογιστές και οι κατέχοντες άδεια ασκήσεως δικηγορικού λειτουργήματος.
Η πιστοποίηση από τον ανεξάρτητο εκτιμητή εξετάζει όλες τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το κράτος και προς τρίτους, την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη ως προς την παροχή επαρκών εγγυήσεων για την χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, καθώς και τα αποτελέσματα επί της αναμενόμενης ρευστότητας από την ενδεχόμενη υπαγωγή του οφειλέτη σε άλλους διακανονισμούς με το δημόσιο ή με ιδιωτικούς φορείς.  Η εμπράγματη εξασφάλιση επί της διαθέσιμης ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη πρέπει να εξασφαλιστεί.
3.    Aρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση  είναι:
α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.
γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
4.    Οι πληρωμές θα διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού. Η καταβολή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφληση των καθυστερούμενων εισφορών γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου της υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου αυτού μήνα για όλους τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του τ. ΕΤΕΑΜ.
Ειδικά για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το τ. ΕΤΕΑΜ ως καταληκτική ημερομηνία ορίζεται η τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα διεκπεραίωσης των διαδικασιών ελέγχου. Σε περίπτωση που αυτές περατωθούν μετά την 20η ημέρα εκάστου μηνός, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται μέχρι την 5η ημέρα του επόμενου μήνα της διεκπεραίωσης του ελέγχου.
Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.
5.    Στην ίδια ρύθμιση υπάγονται, μόνο αν ζητηθεί από τον οφειλέτη:
α) οι οφειλές που τελούν σε αναστολή είσπραξης,
β) οι οφειλές που έχουν υπαχθεί σε προηγούμενες ρυθμίσεις, υπό τον όρο ότι η συνολική διάρκεια της ρύθμισης παραμένει ίδια.
6.    Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται με συνέπεια οι όροι αυτής:
α. Χορηγείται στους υπόχρεους πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας διάρκειας ενός (1) μηνός, χωρίς παρακράτηση.
β. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύει σήμερα και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.
γ. Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων εφόσον έχει πληρωθεί η πρώτη δόση. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ. Αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν.2556/1997 (Α’ 270).
7.    α.  Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης επιτρέπεται η καθυστέρηση πληρωμής μίας (1) δόσης και η καταβολή αυτής γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την ημερομηνία καταβολής της επόμενης δόσης με προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
β. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή και δεύτερης δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης είτε η δημιουργία νέας φορολογικής ή ασφαλιστικής οφειλής, έχουν ως συνέπεια για το σύνολο της οφειλής:
αα) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
ββ) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής,
γγ) την επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα,
δδ) την κατάπτωση των εγγυήσεων της περίπτωσης iii της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
γ. Το ποσό της κύριας οφειλής που υπάγεται στη παρούσα ρύθμιση επιβαρύνεται από 1.1.2013 με ετήσιο επιτόκιο 8% προσαυξημένο με το σταθερό επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
8.    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.2. : ΡΥΘΜΙΣΗ «ΝΕΑΣ ΑΡΧΗΣ» ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.    Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΝΑΤ, υπάγονται στη ρύθμιση «νέας αρχής» και καταβάλλονται ως ακολούθως:
α) Κεφαλαιοποίηση τους, συμπεριλαμβανομένων και των  πάσης φύσεως προσαυξήσεων μέχρι την 31.12.2012 και καταβολή αυτών εφάπαξ ή σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, όπως αυτές προσδιορίζονται στην  αίτηση, με τις εξής αντίστοιχες εκπτώσεις επί των κάθε είδους προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων.
Η μείωση είναι της τάξης του 25% στις προσαυξήσεις εάν το χρέος εξοφληθεί μέχρι 30-06-2017, 30% εάν εξοφληθεί μέχρι 30-06-2016, 35% εάν εξοφληθεί μέχρι 30-06-2015, 40% εάν εξοφληθεί μέχρι 30-06-2014 και 50% εάν εξοφληθεί μέχρι 01-07-2013.
β) Οι οφειλέτες θα πρέπει να είναι ενήμεροι ασφαλιστικά και φορολογικά από την 01-01-2013 προκειμένου να δύνανται να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση.  
2.    α. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση φυσικών προσώπων που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα για οφειλές έως πέντε χιλιάδες  (5.000,00) ευρώ οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να δηλώνουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή, ενώ ο αριθμός των  δόσεων καθορίζεται βάσει του εισοδήματός τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ύψος της δόσης δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πενήντα (50,00) ευρώ.
β. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση για οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να προσκομίσουν τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν την αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους σε συντομότερο χρόνο, περιλαμβανομένων λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με το εισόδημά τους, την ακίνητη περιουσία τους και το σύνολο των οφειλών τους. Η αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση απορρίπτεται εάν τα παρασχεθέντα στοιχεία είναι ανακριβή ή ανεπαρκή. Τα παρασχεθέντα στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδεικνύουν τη βιωσιμότητα του διακανονισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύμφωνα με τα οριζόμενα  στην παράγραφο 10 του άρθρου αυτού, βασιζόμενα στις κάτωθι κατηγοριοποιήσεις:
αα) Για οφειλές άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000,00) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000,00) ευρώ ο οφειλέτης πρέπει επιπλέον να προσκομίζει βεβαίωση από ανεξάρτητο εκτιμητή περί της ορθότητας των οικονομικών στοιχείων, καθώς και τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή, με δαπάνες που βαραίνουν τον ίδιο.
ββ) Για οφειλές άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ ο οφειλέτης υποχρεούται πλέον των ανωτέρω να προβεί στη παροχή εγγυήσεων ή εμπράγματων εξασφαλίσεων ίσης αξίας με τη συνολική οφειλή. Η αξία της εξασφάλισης θα καθοριστεί από τον τρίτο εκτιμητή.
Οι ανεξάρτητοι εκτιμητές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου.
Ως ανεξάρτητοι τρίτοι φορείς αναγνωρίζονται οι ορκωτοί λογιστές και οι κατέχοντες άδεια ασκήσεως δικηγορικού λειτουργήματος.
Η πιστοποίηση από τον ανεξάρτητο εκτιμητή εξετάζει όλες τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το κράτος και προς τρίτους, την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη ως προς την παροχή επαρκών εγγυήσεων για την χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, καθώς και τα αποτελέσματα επί της αναμενόμενης ρευστότητας από την ενδεχόμενη υπαγωγή του οφειλέτη σε άλλους διακανονισμούς με το δημόσιο ή με ιδιωτικούς φορείς.  Η εμπράγματη εξασφάλιση επί της διαθέσιμης ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη πρέπει να εξασφαλιστεί.
3.    Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση «νέας αρχής» είναι:
α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.
γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας
4.    Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση δύναται να υποβληθεί άπαξ στις αρμόδιες υπηρεσίες σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α) Η διάρκεια του διακανονισμού δεν μπορεί να εκτείνεται πέραν της 30ης Ιουνίου 2017 και
β) Καταβάλλονται ανελλιπώς οι τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές από 1.1.2013 και εφεξής.
Όσοι οφείλουν εισφορές και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31-03-2013 και υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στη παρούσα ρύθμιση, μπορούν να υπαχθούν σε αυτή, εφόσον καταβάλλουν τις οφειλές αυτές εφάπαξ ή τις ρυθμίσουν σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις ρύθμισης οφειλών.
5.    Η καταβολή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφληση των καθυστερούμενων εισφορών γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου της υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου αυτού μήνα για όλους τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του τ. ΕΤΕΑΜ.
Ειδικά για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το τ. ΕΤΕΑΜ ως καταληκτική ημερομηνία ορίζεται η τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα διεκπεραίωσης των διαδικασιών ελέγχου. Σε περίπτωση που αυτές περατωθούν μετά την 20η ημέρα εκάστου μηνός, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται μέχρι την 5η ημέρα του επόμενου μήνα της διεκπεραίωσης του ελέγχου. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.

6.    Στην ίδια ρύθμιση υπάγονται, μόνο αν ζητηθεί από τον οφειλέτη:
α) οι οφειλές που τελούν σε αναστολή είσπραξης,
β) ληξιπρόθεσμα χρέη μέχρι την (συμπεριλαμβανομένης και την ) 31-12-2012 τα οποία έχουν υπαχθεί σε άλλες ρυθμίσεις που είναι σε ισχύ και πληρώνονται οι δόσεις χωρίς καθυστέρηση, εάν η παρούσα ρύθμιση έχει τον ίδιο ή μικρότερο αριθμό δόσεων.
7.    Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται με συνέπεια οι όροι αυτής:
α) Χορηγείται στους υπόχρεους πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας διάρκειας ενός (1) μηνός, χωρίς παρακράτηση.
β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύει σήμερα και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.
γ) Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων εφόσον έχει πληρωθεί η πρώτη δόση. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ) Αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν.2556/1997  (Α’ 270).
8.    α.  Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης επιτρέπεται η καθυστέρηση πληρωμής μίας (1) δόσης και η καταβολή αυτής γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την ημερομηνία καταβολής της επόμενης δόσης με προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
β. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή και δεύτερης δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης είτε η δημιουργία νέας φορολογικής ή ασφαλιστικής οφειλής, έχει ως συνέπεια για το σύνολο της οφειλής:
αα) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
ββ) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής,
γγ) την επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα,
δδ) την κατάπτωση των εγγυήσεων της περίπτωσης iii της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
γ. Το ποσό της κύριας οφειλής που υπάγεται στη παρούσα ρύθμιση επιβαρύνεται από 1.1.2013 με ετήσιο επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, προσαυξημένο κατά 800 μονάδες βάσης (δηλαδή 8%).
δ. Οι πληρωμές θα διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού.
9.    Για τους οφειλέτες που υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας και για χρονικό διάστημα δέκα ημερών:
α. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύει σήμερα.
β. Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.  
10.    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.

11.    Τα προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη του εδαφίου δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του α.ν.1846/1951 (Α’ 179) όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 21 του ν.4075/2012 (Α’ 89), παύουν να ισχύουν για ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του εκάστοτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, μισθολογικών περιόδων από 1.1.2013 και εφεξής, οι οποίες δεν καταβάλλονται εμπροθέσμως και αντικαθίστανται από ένα ετήσιο επιτόκιο που υπολογίζεται για τη συνολική διάρκεια της ρύθμισης και που ισούται με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, συν ένα περιθώριο 800 μονάδων βάσης (δηλαδή 8%), υπολογισμένο σε ετήσια βάση και με αναδρομική εφαρμογή από 01-01-2013.

12.    Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 63 του ν.3996/2011 ( Α’170), αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Το μέτρο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτων που έχει επιβληθεί στους οφειλέτες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τη διασφάλιση των απαιτήσεων του Ιδρύματος αίρεται με την υπαγωγή του οφειλέτη σε καθεστώς ρύθμισης, κατόπιν σχετικού αιτήματος.
Αποδιδόμενα ποσά από κατασχέσεις εις  χείρας τρίτων που είχαν επιβληθεί πριν την υπαγωγή σε καθεστώς ρύθμισης, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη τρεχουσών δόσεων της ρύθμισης».
13.    Για τις επιχειρήσεις της παραγράφου 5ε του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει, που θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης ή που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης προηγούμενων διατάξεων και είναι συνεπείς με τους όρους αυτών, θα χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για την είσπραξη λογαριασμών Δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το έργο για το οποίο χορηγείται το αποδεικτικό δεν οφείλει τρέχουσες ή καθυστερούμενες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου θα χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας με παρακράτηση τη συνολική οφειλή του έργου.

14.    Για τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης προηγούμενων διατάξεων και είναι συνεπείς με τους όρους αυτών, θα χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για κάθε χρήση χωρίς παρακράτηση.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.3.: ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ «ΕΡΓΑΝΗ»

Στο Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δημιουργείται το Πληροφοριακό  Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», με το οποίο – βάσει της ηλεκτρονικής υποβολής, που προβλέπει η 5072/6/25-2-2013 απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 449)- με συνεχή ενημέρωση και σε πραγματικό χρόνο  μετρώνται οι ροές απασχόλησης στον ιδιωτικό μισθωτό τομέα της οικονομίας και αποτυπώνονται κρίσιμα στοιχεία  της αγοράς εργασίας. Με αποφάσεις  του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ορίζονται τα στοιχεία της καταγραφής, που δημοσιεύονται σε μηνιαία βάση την δεκάτη ημέρα του επόμενου της καταγραφής μήνα. Με όμοια απόφαση δύναται να καθοριστεί και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της υποπαραγράφου αυτής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.4. :ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Η διάταξη της παρ.16 του άρθρου 15 του ν.3232/2004 (Α’ 48) ισχύει και για τους Υποδιοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.5.

    
Το άρθρο 39 του ν.2084/92 όπως συμπληρώθηκε με την παρ.1 του άρθρου 2 ν.2335/95, αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 16 του ν2556/97 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 75 ν,2676/99 και αντικαθίστανται ως εξής:
      
«Άρθρο 39
                                              Ασφάλιση σε ένα φορέα

1. Υποχρεωτική ασφάλιση επιτρέπεται σε ένα φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης, ένα φορέα ασφάλισης ασθένειας και ένα φορέα ασφάλισης πρόνοιας.

2. Τα πρόσωπα, για τα οποία προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις υποχρεωτική ασφάλιση σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς, ασφαλίζονται υποχρεωτικά σε ένα φορέα, τον οποίο επιλέγουν με δήλωσή τους, που υποβάλλεται κάθε φορά σε όλους τους αρμόδιους φορείς και τους οικείους εργοδότες, εντός έξι (6) μηνών από την ανάληψη της δεύτερης απασχόλησης – μισθωτής ή αυτοαπασχόλησης – ή την απόκτηση της ιδιότητας.
Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης εντός της παραπάνω προθεσμίας η υποχρεωτική ασφάλιση χωρεί στο φορέα που υπάγεται η κατά το πρώτον αναληφθείσα μισθωτή απασχόληση ή αυτοαπασχόληση ή η ιδιότητα με εξαίρεση την ασφάλιση στο Ταμείο Συντάξεων και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών και στο Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών δημοσίων έργων, η οποία είναι υποχρεωτική.
Ειδικά για τον ΟΑΕΕ, πρόσωπα υπακτέα στην ασφάλισή του, λόγω επιχειρηματικής δραστηριότητας, τα οποία παράλληλα  ασφαλίζονται σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το δημόσιο, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ΟΑΕΕ, εφ’όσον οι μηνιαίες αποδοχές από την άλλη δραστηριότητα, είναι κατώτερες του κατώτατου ορίου μισθού της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως ισχύει μετά τον ν.4046/12.
Όλα τα παραπάνω πρόσωπα ασφαλίζονται υποχρεωτικά στους φορείς ασθενείας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας που αντιστοιχούν στο συνταξιοδοτικό φορέα κύριας ασφάλισης επιλογής τους.
Εάν το ασφαλιστικό καθεστώς επιλογής δεν περιλαμβάνει όλους τους κλάδους ασφάλισης, οι οποίοι υφίστανται στο ασφαλιστικό καθεστώς, στο οποίο τα παραπάνω πρόσωπα μπορούσαν να υπαχθούν λόγω ιδιότητας ή μισθωτής απασχόλησης ή αυτοαπασχόλησης, τότε τα πρόσωπα αυτά, ως προς τους ελλείποντες κλάδους, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στους αντίστοιχους κλάδους του ασφαλιστικού καθεστώτος στο οποίο μπορούσαν να υπαχθούν λόγω ιδιότητας ή μισθωτής απασχόλησης ή αυτοαπασχόλησης.
Εφόσον επιθυμούν, τα πρόσωπα αυτά δύναται να ασφαλιστούν προαιρετικά και σε περισσότερους του ενός φορείς, αν αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ύστερα από σχετική αίτηση που υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα εντός της παραπάνω εξάμηνης προθεσμίας.
Στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται στην καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου, εργοδότη και Κράτους των προβλεπόμενων από τις ισχύουσες διατάξεις για τον οικείο φορέα.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Πρόνοιας επιλύεται κάθε αμφισβήτηση που θα προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»  

                    
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΒ. :ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΒ.1.
1.    α. Στο άρθρο 14 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4.     Για αποσπάσεις προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας που διατάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του π.δ. 100/2003 (Α΄ 94) προς αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης στα σύνορα της χώρας ή για τη φύλαξη κέντρων πρώτης υποδοχής ή εγκαταστάσεων όπου κρατούνται αλλοδαποί δικαιολογούνται οδοιπορικά έξοδα για όλες τις ημέρες της απόσπασής τους και για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μηνών συνολικά ανά ημερολογιακό έτος».
β.  Η ισχύς της προηγούμενης περίπτωσης αρχίζει από 01-04-2013.

2.    Συμβάσεις, συμφωνίες και αποφάσεις εξασφάλισης παροχής υπηρεσιών για την τεχνική, πτητική και εφοδιαστική υποστήριξη- συντήρηση των εναερίων μέσων του Π.Σ., καθώς και συμβάσεις, συμφωνίες και αποφάσεις εξασφάλισης μέσω μίσθωσης εναερίων μέσων αεροπυρόσβεσης μετά των πληρωμάτων πτητικής και τεχνικής υποστήριξής τους ή συμβάσεις, συμφωνίες και αποφάσεις εξασφάλισης παροχής υπηρεσιών αεροπυρόσβεσης με μίσθωση ελικοπτέρων δασοπυρόσβεσης μετά των πληρωμάτων πτητικής και τεχνικής υποστήριξης τους, οι οποίες συνήφθησαν ή εκδόθηκαν, αντιστοίχως, για τις ανάγκες της προηγούμενης αντιπυρικής περιόδου και εντεύθεν, κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού μέσω διεθνών ή ευρωπαϊκών οργανισμών για την αντιμετώπιση αναγκών πυροπροστασίας, εγκρίνονται, ισχύουν και εφαρμόζονται και κατά την επικείμενη αντιπυρική περίοδο, για την ταυτότητα των επιχειρησιακών αναγκών, βάσει των προσφορών που υπάρχουν και τυχόν αναπροσαρμογών αυτών, οι οποίες εγκρίνονται, και καθίστανται αναπόσπαστο μέρος των συμβάσεων, συμφωνιών και αποφάσεων αυτών. Οι κάθε είδους δαπάνες εκτέλεσης των ως άνω συμβάσεων, συμφωνιών και αποφάσεων, όπως εγκρίνονται με το προηγούμενο εδάφιο, πληρώνονται με την έκδοση κατά τις κείμενες διατάξεις Χρηματικών Ενταλμάτων Προπληρωμής, βάσει αποφάσεων που εκδίδονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος, καλύπτοντας και τυχόν νομισματικές διακυμάνσεις, χωρίς να απαιτείται πράξη άλλου διοικητικού οργάνου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΒ.2.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

1.    Η παρ. 1 του άρθρου 30α του ν. 1264/1982 (Α’79), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2265/1994 (Α’209) και τροποποιήθηκε με το αρ. 18 παρ. 1 του ν. 3938/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο νόμος αυτός, όπως ισχύει σήμερα, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 7 παρ. 1 και 3, 11 παρ. 1 εδάφ. 2, 12, 14 παρ. 3−10, 15, 16 παρ. 5 και 7 – 9, 17, 18 παρ. 1, 19 – 22, 23 παρ. 1 και 2, 24, 26, 27 και 30, εφαρμόζεται ανάλογα, με τις ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού και στους εν ενεργεία αστυνομικούς υπαλλήλους κάθε βαθμού της Ελληνικής Αστυνομίας.»

2.    Η περίπτωση α΄ της παρ. 4 του άρθρου 30α του ν. 1264/1982 το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2265/1994 και τροποποιήθηκε με το αρ. 18 παρ. 2 του ν. 3938/2011 (Α’61) αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Σε κάθε νομό μία ένωση αστυνομικών υπαλλήλων μέχρι και το βαθμό του ανθυπαστυνόμου και σε κάθε διοικητική περιφέρεια (Ο.Τ.Α.) μία ένωση αξιωματικών ως πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μέλη των οργανώσεων αυτών μπορούν να είναι μόνο όσοι υπηρετούν στα όρια του νομού ή της διοικητικής περιφέρειας, αντίστοιχα. Οι αξιωματικοί δύνανται, αντί της ένωσης αξιωματικών, να γίνονται μέλη της ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων. Οι ανθυπαστυνόμοι δύνανται αντί της ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων να γίνονται μέλη της ένωσης αξιωματικών.»

3.    Η παρ. 5 του άρθρου 30α του ν.1264/1982 το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.2265/1994 και τροποποιήθηκε με το αρ. 18 παρ. 3 του ν. 3938/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Κάθε αστυνομικός υπάλληλος δικαιούται να είναι μέλος μόνο της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης του νομού ή της διοικητικής περιφέρειας όπου υπηρετεί. Σε περίπτωση μετάθεσής του σε άλλο νομό ή σε άλλη περιφέρεια διαγράφεται υποχρεωτικά από τη συνδικαλιστική οργάνωση, της οποίας ήταν μέλος και δικαιούται να εγγραφεί στη συνδικαλιστική οργάνωση του νομού ή της διοικητικής περιφέρειας στην οποία μετατίθεται.  Η υποχρέωση διαγραφής δεν ισχύει αν η μετάθεση έγινε για λόγους εκπαίδευσης ή μετεκπαίδευσης και για όσο χρόνο διαρκεί αυτή.»

4.    Οργανώσεις αστυνομικών υπαλλήλων της Ελληνικής Αστυνομίας που έχουν ήδη συσταθεί οφείλουν να προσαρμόσουν τα καταστατικά τους στις ανωτέρω διατάξεις και να ζητήσουν την έγκριση αυτών από τα αρμόδια δικαστήρια μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μόνο οι ενώσεις αστυνομικών που λειτουργούν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις εκπροσωπούν τα συμφέροντα των αστυνομικών.

5.    Στο άρθρο 30α του ν. 1264/1982, όπως ισχύει, προστίθεται εκ νέου η παράγραφος 9 όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της από το αρ. 18 παρ. 6 του ν. 3938/2011, η οποία έχει ως εξής:

«9. Η εκλογή των οργάνων και αντιπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων γίνεται από ενιαίο ψηφοδέλτιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται όλοι οι υποψήφιοι. Κάθε εκλογέας μπορεί να θέσει αριθμό σταυρών ίσο με το 1/3 του αριθμού των εδρών του διοικητικού συμβουλίου ή της ελεγκτικής επιτροπής ή των αντιπροσώπων. Σε περίπτωση κλάσματος, ο επιτρεπόμενος αριθμός σταυρών στρογγυλοποιείται στον αμέσως προηγούμενο ακέραιο. Εκλέγονται κατά σειρά οι υποψήφιοι που συγκέντρωσαν τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης, έως ότου συμπληρωθεί ο αριθμός των εδρών του διοικητικού συμβουλίου ή της ελεγκτικής επιτροπής ή των αντιπροσώπων.»

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ: ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.1. : ΕΘΝΙΚΟΣ  ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

1.    Συνιστάται θέση Εθνικού Συντονιστή για την Καταπολέμηση  της Διαφθοράς, (Εθνικός Συντονιστής), ο οποίος  υπάγεται απευθείας στον  Πρωθυπουργό.  Αποστολή του Εθνικού Συντονιστή είναι  η   διαμόρφωση  Εθνικής Στρατηγικής για την καταπολέμηση  της διαφθοράς  σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου  τομέα (πολιτικό, κυβερνητικό, δικαστικό, διοικητικό), η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εφαρμογής της στρατηγικής αυτής  καθώς και ο συντονισμός όλων των φορέων που εμπλέκονται στην εφαρμογή της ανωτέρω εθνικής στρατηγικής.  
Ο Εθνικός Συντονιστής υποστηρίζεται στο έργο του από α) την Συντονιστική Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς και β) το Συμβουλευτικό Σώμα.

2.     Για τη  θέση του Εθνικού Συντονιστή   επιλέγεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ευρύτερης  αποδοχής  που  διορίζεται με απόφαση του Πρωθυπουργού για πενταετή θητεία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.  Απαλλαγή από τα καθήκοντά του επιτρέπεται για ανεπάρκεια  άσκησης των καθηκόντων του για οποιοδήποτε λόγο ή για  αδυναμία άσκησής τους  λόγω νόσου, με απόφαση  του Πρωθυπουργού.   Αντί διορισμού επιτρέπεται η κάλυψη της θέσης με ανάθεση καθηκόντων σε δημόσιο  υπάλληλο ή λειτουργό,  ο οποίος επιλέγει είτε τις αποδοχές της θέσης αυτής είτε αυτές της οργανικής του θέσης.  Ανανέωση της θητείας του Εθνικού Συντονιστή επιτρέπεται μια μόνο φορά.

3.    Κατά τη διάρκεια της θητείας του Εθνικού Συντονιστή αναστέλλεται η άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής του δραστηριότητας.  

4.    Ο Εθνικός Συντονιστής λαμβάνει αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.2. : ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗ

1.     Ο Εθνικός Συντονιστής:

α)  Καταρτίζει   σχέδιο εθνικής στρατηγικής για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς.
β)   Εξειδικεύει τη στρατηγική  αυτή με μέτρα και δράσεις κατά Υπουργείο και φορέα.
γ)  Επικαιροποιεί την εθνική στρατηγική και τις εξειδικεύσεις της οποτεδήποτε παρίσταται ανάγκη.
δ)  Παρακολουθεί την εφαρμογή του σχεδίου, ελέγχει την τήρησή του και επεμβαίνει στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται αποκλίσεις.
ε)  Συντονίζει όλες τις υπηρεσίες και τους φορείς που εμπλέκονται στην  εφαρμογή της  εθνικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, αναλαμβάνοντας τις αναγκαίες  πρωτοβουλίες και ενέργειες προς το σκοπό αυτό για τη διασφάλιση της συνεκτικότητας και της αποτελεσματικότητας της εθνικής στρατηγικής, εξαιρουμένου του συντονισμού των ελεγκτικών σωμάτων.
στ)  Αξιολογεί την εφαρμογή και την πρόοδο της εθνικής στρατηγικής και των αποτελεσμάτων της κα ενημερώνει σχετικά τον Πρωθυπουργό και τη Βουλή.
ζ) Ο Εθνικός Συντονιστής απολαμβάνει ανεξαρτησίας στην άσκηση των καθηκόντων του.

2.    Ο Εθνικός Συντονιστής για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων και την εκπλήρωση της αποστολής του προβαίνει ιδίως στις ακόλουθες  ενέργειες :

α)  Συνεργάζεται με τους Υπουργούς οι οποίοι αμέσως ή εμμέσως εμπλέκονται και ανταλλάσσει απόψεις σχετικά με τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης πολιτικής για τον εντοπισμό των εστιών διαφθοράς, την πρόληψη και την καταστολή της διαφθοράς,  και την καλύτερη εφαρμογή του σχετικού σχεδίου καθώς και το συντονισμό των διαφόρων εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων.  Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής εισηγείται στους αρμόδιους Υπουργούς νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις.

β)  Συνεργάζεται με τις Υπηρεσίες και τους φορείς που εμπλέκονται στην καταπολέμηση της διαφθοράς και συντονίζει τη δράση τους σε σχετικά θέματα.

γ)  Μπορεί να ζητεί από τις αρμόδιες διοικητικές  υπηρεσίες στατιστικά στοιχεία καθώς και άλλα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με υποθέσεις διαφθοράς και να απευθύνει προς αυτές τις αναγκαίες για το συντονισμό του έργου τους συστάσεις.

δ)  Μπορεί να ζητεί από τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές στατιστικά στοιχεία καθώς και πληροφορίες για τη δικονομική πορεία των υποθέσεων διαφθοράς και να λαμβάνει αντίγραφα βουλευμάτων,  δικαστικών αποφάσεων και άλλων πράξεων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών.

ε)  Συνεργάζεται με τους  διευθύνοντες στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές όλων των βαθμών και ανταλλάσσει απόψεις σχετικά με θέματα της αρμοδιότητάς του.  

3.     Η εθνική στρατηγική πρόληψης και καταπολέμησης της διαφθοράς διαμορφώνεται με χρονικό ορίζοντα τριετίας και εξειδικεύεται σε βραχυπρόθεσμες δράσεις.  Πριν από  τη  λήξη της τριετίας διαμορφώνεται το πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής για την επόμενη τριετία.

4.    Ο Εθνικός Συντονιστής για το σχεδιασμό και την εξειδίκευση της εθνικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, λαμβάνει υπόψη και το γενικό  πλαίσιο  που έχει αποτυπωθεί στον  Οδικό Χάρτη για τη καταπολέμηση της διαφθοράς και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μνημονίου κατανόησης  που έχει υπογραφεί  από 4.10.2012, μεταξύ των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών,  Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων  Δικαιωμάτων, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και του εκπροσώπου της Ομάδας Δράσης για την Ελλάδα.

5.    Ο Εθνικός Συντονιστής ενημερώνει τον Πρωθυπουργό και τη Βουλή με  ετήσια έκθεση  που υποβάλλεται το πρώτο δίμηνο κάθε έτους και περιέχει αξιολόγηση της εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής  και των αποτελεσμάτων της.  Μπορεί επίσης να ενημερώνει τον Πρωθυπουργό ή τον Υπουργό Επικρατείας οποτεδήποτε, εκτάκτως, αν ανακύψουν δυσλειτουργίες εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής ή συντονισμού, η αντιμετώπιση των οποίων δεν καταστεί δυνατή στο πλαίσιο των κατά τα ανωτέρω συνεργασιών και διαβουλεύσεων.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.3. : ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

1.     Η Συντονιστική Επιτροπή  αποτελείται από :

1.  Τον Εθνικό Συντονιστή
2.  Τον  Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών,
3. Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
4.  Τον  Γενικό Γραμματέα  του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
5.  Τον  Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου  Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων  Δικαιωμάτων.
6.  Τον  Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ
7.  Τον  Προϊστάμενο της Μονάδας Χρηματοοικονομικών  Πληροφοριών του Υπουργείου  Οικονομικών,
8.  Τον Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς
9.  Τον προϊστάμενο της Αρχής  Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και  Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης.
10.  Τον Συνήγορο του Πολίτη
11.  Τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης
12.  Τον  Διευθυντή της  Οικονομικής   Αστυνομίας.

Της Συντονιστικής Επιτροπής προεδρεύει ο Εθνικός Συντονιστής.

2.    Κάθε μέλος της  Συντονιστικής  Επιτροπής  μπορεί να συνοδεύεται και από   ένα  στέλεχος  από καθένα από τους   κατά τα ανωτέρω φορείς,  το οποίο  έχει ειδικές  γνώσεις  και παρακολουθεί  τα  θέματα καταπολέμησης της διαφθοράς, στα οποία εμπλέκεται ο οικείος φορέας. Τα πρόσωπα που συνοδεύουν μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής κατά το προηγούμενο εδάφιο, δεν μετέχουν στις συζητήσεις της.

3.    Στις συνεδριάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής μπορεί να προσκαλούνται, κατά περίπτωση, εκπρόσωποι άλλων συναφών υπηρεσιών ή φορέων  ή εμπειρογνώμονες προκειμένου να συμμετάσχουν στις συζητήσεις των θεμάτων και να διατυπώσουν τη γνώμη τους.   

4.    Η  Συντονιστική Επιτροπή συνεδριάζει  ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτά χρονικά διαστήματα που ορίζονται από τον ίδιο.  Έκτακτη σύγκληση μπορεί να γίνεται σε περίπτωση αντιμετώπισης κατεπείγοντος  θέματος.

5.    Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής ορίζονται με απόφαση του Πρωθυπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

6.    Έργο της Συντονιστικής Επιτροπής είναι η  υποστήριξη   του Εθνικού Συντονιστή στην εκτέλεση του έργου του.  Ειδικότερα  συμβάλλει  με συζητήσεις και προτάσεις  στη διαμόρφωση  και  αποτελεσματική εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς και το συντονισμό  των εμπλεκόμενων Υπηρεσιών και Φορέων.

7.    Ο Εθνικός Συντονιστής μπορεί οποτεδήποτε να συγκαλέσει ad hoc συνεδρίαση της Επιτροπής με τη συμμετοχή ορισμένων μόνο μελών της για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων θεμάτων εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής και συντονισμού, που αφορούν τις Υπηρεσίες ή τους φορείς  που εκπροσωπούν τα μέλη αυτά.

8.    Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής :
α)  Παρέχουν στον Εθνικό Συντονιστή  όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, στοιχεία και δεδομένα των Υπηρεσιών ή  φορέων που εκπροσωπούν, που είναι αναγκαία για το σχεδιασμό, την εφαρμογή και την αξιολόγηση της εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής κατά της διαφθοράς.
β) Συμβάλλουν στο συντονισμό της δράσης και των πρακτικών των Υπηρεσιών ή των φορέων που εκπροσωπούν στα θέματα που τους ζητείται από τον Εθνικό Συντονιστή ή που ανακύπτουν από τις συζητήσεις κατά τις συνεδριάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.4.: ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΣΩΜΑ

1.    Ο Εθνικός Συντονιστής και η Συντονιστική  Επιτροπή υποστηρίζεται από Συμβουλευτικό Σώμα, ο αριθμός των μελών του οποίου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα εννέα.  Μέλη του Συμβουλευτικού Σώματος ορίζονται πρόσωπα με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην καταπολέμηση της διαφθοράς ή στη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, όπως καθηγητές Πανεπιστημίων και ειδικοί επιστήμονες με συναφές γνωστικό αντικείμενο, δικαστικοί λειτουργοί πρόσωπα που διαθέτουν εμπειρία σε συναφή θέματα, ή εκπρόσωποι ημεδαπών ή αλλοδαπών φορέων που ασχολούνται με την καταπολέμηση της διαφθοράς.

2.    Το Συμβουλευτικό Σώμα έχει ως αποστολή να συμβουλεύει τον Εθνικό  Συντονιστή  και την Συντονιστική Επιτροπή επί θεμάτων που εισάγονται σ΄αυτό.

3.    Με απόφαση του Πρωθυπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται τα μέλη του Συμβουλευτικού Σώματος.   Με όμοια απόφαση ορίζεται   ένα από τα μέλη του ως Πρόεδρος του Συμβουλευτικού Σώματος.

4.    Η γραμματειακή υποστήριξη του Συμβουλευτικού Σώματος παρέχεται από προσωπικό της γραμματείας του Εθνικού Συντονιστή.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.5.: ΣΥΣΤΑΣΗ ΘΕΣΕΩΝ

1.    Για την υποστήριξη του έργου του Εθνικού Συντονιστή για την Καταπολέμηση  της Διαφθοράς  συνιστώνται :

α.  Τρεις  (3) θέσεις  προσωπικού  κατηγορίας Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης  με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, με πολύ καλή τουλάχιστον γνώση της αγγλικής ή γαλλικής ή γερμανικής γλώσσας.
β.  Πέντε  (5) θέσεις  Διοικητικών  υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ με βαθμούς Β΄- ΣΤ΄, με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία, καλή τουλάχιστον γνώση της αγγλικής ή γαλλικής ή γερμανικής γλώσσας και γνώση χειρισμού Η/Υ.

2.     Οι θέσεις της προηγούμενης παραγράφου καλύπτονται  με  απόσπαση  υπαλλήλων του δημόσιου τομέα.   Η απόσπαση γίνεται με  απόφαση του  Πρωθυπουργού, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων και  χωρίς χρονικό περιορισμό.  Οι θέσεις των  υπαλλήλων  της προηγούμενης παραγράφου μπορεί  να καλύπτονται  και με μετάταξη μονίμων  πολιτικών υπαλλήλων  του δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, με απόφαση του Πρωθυπουργού.  

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ. 6.: ΔΑΠΑΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

1.    Οι δαπάνες λειτουργίας,  καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού, η οποία και υποστηρίζει διαχειριστικά τον Εθνικό Συντονιστή.  Η διενέργεια  των αντίστοιχων δαπανών γίνεται από τον Εθνικό Συντονιστή ως κύριο  διατάκτη.

2.    Με απόφαση του Εθνικού Συντονιστή εγκρίνεται η μετακίνηση οποιουδήποτε μέλους της Συντονιστικής Επιτροπής για εκτέλεση υπηρεσίας στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2685/1999.

ΆΡΘΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΈΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

Αθήνα,    Απριλίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
    

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ    ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ    

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ

ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ    
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ    

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ    
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ    

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ    
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ    

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

 

Αρ. πρωτ.: Δ14Α 1055580 ΕΞ 2.4.2013 Συντελεστής Φ.Π.Α στην αγορά καυσόξυλων

Αρ. πρωτ.: Δ14Α 1055580 ΕΞ 2.4.2013
Συντελεστής Φ.Π.Α στην αγορά καυσόξυλων

Αθήνα, 2.4.2013
Αρ. Πρωτ: Δ14Α 1055580 ΕΞ 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
14η Δ/ΝΣΗ ΦΠΑ
ΤΜΗΜΑ Α΄

Ταχ. Δ/νση : Σίνα 2-4
Ταχ. Κώδικας : 106 72 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες : Ελ. Ορφανάκη
Τηλέφωνο : 210- 3645615
Fax : 210- 3645413
Ε-mail : dfpa.a1@1992.syzefxis.gov.gr

ΘΕΜΑ: Συντελεστής Φ.Π.Α στην αγορά καυσόξυλων.

ΣΧΕΤ.: Η από 26.2.2013 έγγραφό σας.

Με το παραπάνω σχετικό, ζητάτε να σας γνωρίσουμε το συντελεστή ΦΠΑ που ισχύει για τις αγορές καυσόξυλων από την επιχείρηση ………………….. Α.Ε.Β.Ε. (βιομηχανία παραγωγής ινοσανίδων, MDF) που προμηθεύεται για περαιτέρω επεξεργασία.

Αναφορικά με το θέμα σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Στο Παράρτημα ΙΙΙ του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) Κεφάλαιο Α΄, περιλαμβάνεται το σύνολο των αγαθών για τα οποία έχει εφαρμογή ο μειωμένος συντελεστής Φ.Π.Α. (13%). Η ταξινόμηση των αγαθών σε κάθε μια από τις 57 περιπτώσεις του εν λόγω Κεφαλαίου, γίνεται σύμφωνα με την Δασμολογική τους Κλάση (Δ.Κ.). Ο μειωμένος συντελεστής έχει εφαρμογή στο σύνολο των αγαθών της αναφερόμενης δασμολογικής κλάσης (Δ.Κ.), εκτός εάν η ένδειξη Δ.Κ. συνοδεύεται και από την ένδειξη ΕΧ, οπότε ο μειωμένος συντελεστής έχει εφαρμογή μόνο στα αγαθά που σαφώς περιγράφονται στην συγκεκριμένη περίπτωση του Κεφαλαίου και όχι στο σύνολο των αγαθών της Δ.Κ..

2. Στην περίπτωση 41 του εν λόγω Κεφαλαίου, περιλαμβάνονται (περιοριστικά), ορισμένα από τα αγαθά της Δ.Κ. ΕΧ 4401, και συγκεκριμένα τα: «καυσόξυλα σε κυλίνδρους, κούτσουρα, μικρά κλαδιά, δεμάτια ή με παρόμοιες μορφές», για τα οποία εφαρμόζεται ο μειωμένος συντελεστής.

3. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο συντελεστής ΦΠΑ που ισχύει στις εν λόγω αγορές (κανονικός 23% ή μειωμένος 13%) εξαρτάται από την μορφή των προμηθευόμενων καυσόξυλων, η οποία μόνο αν εντάσσεται στις εναλλακτικές που περιγράφονται στην παρ.2 του παρόντος εγγράφου, επιτρέπει την εφαρμογή συντελεστή ΦΠΑ 13%.

4. Σημειώνεται τέλος, ότι η επίλυση θεμάτων δασμολογικής κατάταξης αγαθών, ανήκει στην αρμοδιότητα της Ανώτατης Επιτροπής Τελωνειακών Αμφισβητήσεων (ΑΕΤΑ), στην οποία μπορεί να υποβληθεί σχετικό ερώτημα, μέσω της 17ης Δ/νσης Δασμολογικής.

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ Δ/ΝΣΗ
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΑΤΣΗ

 

Αρ. πρωτ.: Δ15Α 1065686 ΕΞ15.4.2013 Συντελεστής Φ.Π.Α στην πώληση περιοδικού

Αρ. πρωτ.: Δ15Α 1065686 ΕΞ15.4.2013
Συντελεστής Φ.Π.Α στην πώληση περιοδικού

Αθήνα, 15-4-2013
Αρ. Πρωτ: Δ15Α 1065686 ΕΞ2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
14η Δ/ΝΣΗ ΦΠΑ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση : Σίνα 2-4
Ταχ. Κώδικας : 106 72 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες : Ελ. Ορφανάκη
Τηλέφωνο : 210- 3645615
Τηλεομοιότυπος: 210- 3645413
Ηλεκτ. Ταχ/μείο : dfpa.a1@1992.syzefxis.gov.gr

ΘΕΜΑ: Συντελεστής Φ.Π.Α στην πώληση περιοδικού.

ΣΧΕΤ: Το από 5.4.2013 έγγραφό σας.

Με το ανωτέρω σχετικό έγγραφο, το οποίο αποστείλατε στην Υπηρεσία μας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μας γνωρίζετε ότι αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προβαίνει στην έκδοση περιοδικού (με εικόνες, φωτογραφήσεις, μελέτες κ.λπ.) και ρωτάτε τον συντελεστή Φ.Π.Α. που υπάγεται η διάθεση αυτού.

Αναφορικά με το θέμα θέτουμε υπόψη σας τα εξής:

Με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000), υπάγονται στο χαμηλό συντελεστή 13%, τα αγαθά που αναφέρονται στο παράρτημα III του ίδιου ως άνω Κώδικα.

Επιπλέον με βάση τα αναφερόμενα στην περίπτωση 43 του κεφαλαίου Α “ΑΓΑΘΑ” του εν λόγω παραρτήματος III αγαθά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι περιοδικές εκδόσεις της δασμολογικής κλάσης 4902, ο συντελεστής του φόρου μειώνεται κατά 50% και διαμορφώνεται δηλαδή στο 6,5%.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την περίπτωση 13 στο κεφαλαίου Β “ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ” του ίδιου ως άνω παραρτήματος, οι εργασίες (facon) που αφορούν στην παραγωγή των αγαθών της δασμολογικής κλάσης 4902 (εφημερίδες, περιοδικές εκδόσεις) υπάγονται στον ίδιο συντελεστή που υπάγεται και το παραχθέν αγαθό (περιοδικό).

Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι εφόσον το έντυπο που εκδίδει η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία συνιστά περιοδικό που περιλαμβάνεται στη δασμολογική κλάση 4902, ο συντελεστής Φ.Π.Α που θα επιβάλλεται κατά τη διάθεσή του ανέρχεται στο 6,5%.

Τέλος, επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση αρμόδια για να αποφανθεί επί της δασμολογικής κλάσης στην οποία υπάγεται το συγκεκριμένο αγαθό, είναι η Ανώτατη Επιτροπή Τελωνειακών Αμφισβητήσεων, στην οποία μπορεί να υποβληθεί ερώτημα μέσω της 17ης Δασμολογικής Δ/νσης.

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ Δ/ΝΣΗΣ
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΑΤΣΗ

 

ΠΟΛ.1081/17.4.2013 Επιβολή Φ.Σ.Κ. στο εισφερόμενο κεφάλαιο της “ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας” που συστήνεται με τις διατάξεις του ν. 4072/2012 (86Α΄/11.4.2012)

ΠΟΛ.1081/17.4.2013
Επιβολή Φ.Σ.Κ. στο εισφερόμενο κεφάλαιο της “ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας” που συστήνεται με τις διατάξεις του ν. 4072/2012 (86Α΄/11.4.2012)
Αθήνα, 17 Απριλίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΤΕΛΩΝ & ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ: Α΄

Ταχ.Δ/νση : Σίνα 2- 4
Ταχ.Κωδ. : 106 72 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Α. Γιαννακούλη
Τηλέφωνο : 210 3642922
FAX : 210 3642251

ΠΟΛ 1081

ΘΕΜΑ : « Επιβολή Φ.Σ.Κ. στο εισφερόμενο κεφάλαιο της “ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας” που συστήνεται με τις διατάξεις του ν. 4072/2012 (86Α΄/11.4.2012)».

Με τις διατάξεις των άρθρων 43 έως 120 του νόμου 4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέα εταιρική μορφή – Σήματα – Μεσίτες Ακινήτων-Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις», εισάγεται νέα εταιρική μορφή, η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία.

Για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες.

Με τις εν λόγω διατάξεις, θεσμοθετείται ένας νέος εταιρικός τύπος, η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία είναι, εκ του νόμου, εμπορική, έχει νομική προσωπικότητα, ελάχιστο κεφάλαιο ένα (1) ευρώ και η σύστασή της θα είναι πιο ευέλικτη και σύγχρονη από αυτή της ανώνυμης εταιρείας ενώ θα μπορεί να συσταθεί και ως μονοπρόσωπη.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 76 – 79 ορίζονται τα είδη των εισφορών που προσδιορίζουν το μέγεθος της συμμετοχής του κάθε εταίρου. Οι εισφορές μπορεί να είναι:

– κεφαλαιακές (άρθρο 77), οι οποίες συνίστανται είτε σε εισφορά μετρητών είτε σε εισφορά σε είδος, με την προϋπόθεση το εισφερόμενο να είναι δεκτικό αποτίμησης, κατά τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 2190/1920.

-εξωκεφαλαιακές (άρθρο 78), οι οποίες συνίστανται σε παροχές που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κεφαλαιακής εισφοράς, όπως απαιτήσεις που προκύπτουν από ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης εργασιών ή παροχής υπηρεσιών και

-εγγυητικές (άρθρο 79), με τις οποίες ο εταίρος αναλαμβάνει την ευθύνη καταβολής των χρεών της εταιρείας, μέχρι το ποσό της εισφοράς του.

Κάθε εταιρικό μερίδιο αντιστοιχεί υποχρεωτικά σε ένα είδος εισφοράς. Έτσι π.χ. αν ένας εταίρος εισφέρει κεφάλαιο θα λάβει μερίδια που αντιστοιχούν αποκλειστικά σε κεφαλαιακή εισφορά, ενώ αν αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει και λογιστικές υπηρεσίες στην εταιρεία και συμφωνείται, μεταξύ των εταίρων, η εργασία του αυτή να αποτελεί εισφορά, θα λάβει και μερίδια που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακή εισφορά. Ο αριθμός δε, των μεριδίων του κάθε εταίρου, είναι ανάλογος με την αξία της εισφοράς του. Υπογραμμίζεται ότι, δεν είναι απαραίτητο σε μια Ι.Κ.Ε. να συμμετέχουν και τα τρία είδη των εισφορών. Αυτό που είναι απολύτως απαραίτητο, πάντως, είναι να υπάρχει ένα τουλάχιστον εταιρικό μερίδιο με κεφαλαιακή εισφορά.

Περαιτέρω, εφόσον το επιθυμούν οι εταίροι, μπορούν να διαμορφώσουν ένα σύστημα με έντονα προσωπικά στοιχεία, όπως η παροχή εργασίας (εξωκεφαλαιακή εισφορά) και η ανάληψη ευθύνης για τα χρέη της εταιρείας (εγγυητική εισφορά).

Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι, «αν δεν προβλέπεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο ή το καταστατικό, τα εταιρικά μερίδια παρέχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς στην οποία αντιστοιχούν».

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 100 του ιδίου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι, «η συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη είναι ανάλογη προς τον αριθμό των μεριδίων που έχει κάθε εταίρος».

Ως προς την αντιμετώπιση των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών, από πλευράς φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων, εφαρμόζονται, κατά τη σύσταση ή την αύξηση κεφαλαίου τους, οι διατάξεις των άρθρων 17-31 του ν. 1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α΄), όπως ισχύει.

Ο φόρος υπολογίζεται κατά τη σύσταση των εταιρειών αυτών καθώς και τις μετέπειτα αυξήσεις του κεφαλαίου τους στην πραγματική αξία των εισφερομένων περιουσιακών στοιχείων, οποιουδήποτε είδους, είτε πρόκειται για μετρητά, είτε για εισφορά σε είδος, είτε για παροχή υπηρεσιών από εταίρο, είτε για εγγυητικές εισφορές.

Σημειώνεται ότι, η οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 82 του ν. 4072/2012, μετατροπή μεριδίων εξωκεφαλαιακής ή εγγυητικής εισφοράς σε μερίδια κεφαλαιακής εισφοράς, με την εξαγορά υποχρεώσεων των εταίρων από εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές, ως “αύξηση κεφαλαίου”, δεν εκλαμβάνεται ως τέτοια για την επιβολή του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων (Φ.Σ.Κ.), εφόσον, όπως υφίσταται υποχρέωση, ήδη, κατά τη σύσταση της εταιρείας, έχει καταβληθεί ο αναλογών σε κάθε εισφορά (κεφαλαιακή, εξωκεφαλαιακή ή εγγυητική) των εταίρων, για την απόκτηση των αντιστοιχούντων σ’ αυτή εταιρικών μεριδίων, φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων.

Κατά τα λοιπά, όπως προαναφέρθηκε, από άποψη επιβολής Φ.Σ.K. επί αυξήσεως κεφαλαίου με νέες εισφορές των εταίρων, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 4072/2012, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του ν. 1676/1986, όπως ισχύει και επιβάλλεται Φ.Σ.Κ. επί της αξίας των νέων εισφερομένων στοιχείων, οποιουδήποτε είδους.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

ΠΟΛ.1077/15.4.2013 Ετήσιο ειδικό τέλος χώρου καπνιζόντων

ΠΟΛ.1077/15.4.2013
Ετήσιο ειδικό τέλος χώρου καπνιζόντων
Αθήνα, 15 Απριλίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΤΕΛΩΝ & ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Β’

Ταχ.Δ/νση : Σίνα 2-4
Ταχ.Κωδ. : 10672 ΑΘΗΝΑ
Τηλέφωνο : 210 3642570, 3644781
FAX : 210 3642251

ΠΟΛ 1077

ΘΕΜΑ : Ετήσιο ειδικό τέλος χώρου καπνιζόντων

Ως γνωστόν, με τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 3986/2011 (Α 152) θεσπίστηκε το ετήσιο ειδικό τέλος χώρου καπνιζόντων, ενώ με την απόφαση Υ1/Γ.Π./οικ 93828/18-8-2011 των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 2026), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των ως άνω διατάξεων, καθορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την λειτουργία χώρων καπνιζόντων εντός των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης, με μουσική, άνω των 300 τ.μ..

Σχετικά με τα ως άνω, η Υπηρεσία μας εξέδωσε την αριθ. ΠΟΛ.1200/23.9.2011 εγκύκλιο οδηγία προς όλες τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) με την οποία καθόρισε και έντυπο δήλωσης απόδοσης του ετήσιου ειδικού τέλους χώρου καπνιζόντων.

Με την αριθ. Υ1/Γ.Π.οικ. 134274/23-11-2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης τροποποιήθηκε η παραπάνω αναφερόμενη απόφαση (Υ1/Γ.Π./οικ 93828/18-8-2011) ως προς τα υπόχρεα για την καταβολή του τέλους πρόσωπα και ως προς τον υπολογισμό του ύψους αυτού.

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της απόφασης αυτής καθορίζονται, μεταξύ άλλων, ως υπόχρεα πρόσωπα τα Καζίνο και τα στεγασμένα κέντρα διασκέδασης, όπως αυτά ορίζονται από την υγειονομική διάταξη με αρ. Α1β/8577/1983 άρθρο 41 (526 Β΄) και επιβάλλεται, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, ο χώρος καπνιζόντων σ’ αυτά να έχει μέγιστο εμβαδό έως το ½ των τ.μ. του ωφέλιμου εμβαδού του καταστήματος (αίθουσα πελατών).

Επίσης στο άρθρο 2 αυτής, ορίζεται ότι το ύψος του τέλους καπνιζόντων θα υπολογίζεται σε σχέση με το μοναδικό συντελεστή 0,548 (που καθορίζεται από τη χρέωση προς 200 € το τ.μ. ετησίως) πολλαπλασιαζόμενο με τα μέτρα και τις ημέρες εργασίας. Ο συντελεστής 0,548 προκύπτει αν διαιρέσουμε τα 200€ το τ.μ. δια 365 ημέρες εργασίας. Συνεπώς 0,548 € το τ.μ. την ημέρα κοστίζει ο χώρος καπνιζόντων.

Οι ημέρες εργασίας δηλώνονται με υπεύθυνη δήλωση κατά την καταβολή του τέλους και αποδεικνύονται με βεβαίωση από τη Δ.Ο.Υ. στο τέλος της σεζόν.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι οδηγίες που έχουν δοθεί με την προαναφερθείσα ΠΟΛ.1200/23.9.2011 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών.

Για την ευχερέστερη χρήση του εντύπου δήλωσης απόδοσης του ετήσιου ειδικού τέλους χώρου καπνιζόντων σας αποστέλλουμε επικαιροποιημένο σχέδιο αυτού.

Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜ. ΕΣΟΔΩΝ
Θ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Αγορανομική Διάταξη 02/8.4.2013 Νέα Αγορανομική Διάταξη σχετικά με την υποχρέωση ανάρτησης των παραστατικών που αναφέρονται στα κοινόχρηστα των πολυκατοικιών

Αγορανομική Διάταξη 02/8.4.2013
Νέα Αγορανομική Διάταξη σχετικά με την υποχρέωση ανάρτησης των παραστατικών που αναφέρονται στα κοινόχρηστα των πολυκατοικιών
Αριθμ. Α4 ?333
Αγορανομική Διάταξη 02/2013

(ΦΕΚ Β’ 874/11-04-2013)

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ

Έχοντας υπόψη:

Α. Τις διατάξεις:

1. Του Ν.Δ. 136/1946 «Περί Αγορανομικού Κωδικός», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει (ΦΕΚ Α΄ 298), και ιδίως το άρθρο 1.

2. Το Ν. 3668/2008 «Αναθεώρηση των διατάξεων περί κυρώσεων του Ν.Δ. 136/1946 “Περί Αγορανομικού Κώδικα” και άλλες διατάξεις» όπως ισχύει (ΦΕΚ Α΄ 115/2008) και ιδιαίτερα το άρθρο 8α όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 236 του Ν. 4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος ? Νέα εταιρική μορφή ? Σήματα ? Μεσίτες Ακινήτων ? Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 86/11.4.2012)».

3. Την υπ’ αριθμ. Α.Δ. 7/2009 Αγορανομική Διάταξη «Τροποποίηση και νέα κωδικοποίηση Αγορανομικών Διατάξεων, εκδοθεισών μέχρι και την 14?5?09» (ΦΕΚ Β΄ 1388) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

4. Του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α΄ 98/2005).

5. Το Π.Δ. 397/88 «Οργανισμός τού Υπουργείου Εμπορίου» (ΦΕΚ Α΄ 185/1988) όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

6. Το Π.Δ. 185/2009 «Ανασύσταση του Υπουργείου Οικονομικών, συγχώνευση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών με τα Υπουργεία Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και μετονομασία του σε “Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας”, μετατροπή του Υπουργείου Μακεδονίας ? Θράκης σε Γενική Γραμματεία Μακεδονίας ? Θράκης και υπαγωγή στο Υπουργείο Εσωτερικών της Γενικής Γραμματείας Μακεδονίας ? Θράκης και της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής», (ΦΕΚ Α΄ 213/2009).

7. Το Π.Δ. 189/09 «Καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων» (ΦΕΚ Α΄ 221/2009).

8. Του Π.Δ. 83/2012 «Διορισμός Αντωνίου Σαμαρά του Κωνσταντίνου ως Πρωθυπουργού» (ΦΕΚ 140/Α΄/20?6?2012).

9. Του Π.Δ. 85/2012 «Ίδρυση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά και κατάργηση υπηρεσιών.» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 141/2012).

10. Του Π.Δ. 86/2012 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 141/2012).

11. Την με αρ. 30376/Δ106 721/05?07?2012 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων Αθανάσιο Σκορδά». (Φ.Ε.Κ Β΄ 2094/2012).

12. Την ανάγκη θέσπισης μέτρων αναφορικά με την ανάρτηση των νομίμων παραστατικών στοιχείων κατά την έκδοση κοινοχρήστων για την προστασία του καταναλωτικού κοινού.

13. Το γεγονός ότι από τις ρυθμίσεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

«Άρθρο 1
Ανάρτηση παραστατικών που αναφέρονται στα κοινόχρηστα πολυκατοικιών.

1. Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες έκδοσης κοινοχρήστων, οφείλουν να αναρτούν στον πίνακα ανακοινώσεων της πολυκατοικίας, μαζί με τον μηνιαίο κατάλογο κοινοχρήστων, και αντίγραφα των νόμιμων παραστατικών εγγράφων, από τα οποία αποδεικνύονται οι δαπάνες που αναφέρονται σε αυτά. Στην περίπτωση έλλειψης πίνακα ανακοινώσεων, οφείλουν, μαζί με το ειδοποιητήριο πληρωμής των κοινοχρήστων να επισυνάπτουν σε αυτό και απλές φωτοτυπίες των παραστατικών των ανωτέρω δαπανών.

Άρθρο 2
Κυρώσεις

2. Για τους παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 1 της παρούσας επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Άρθρο 3
Ισχύς της παρούσας

Η παρούσα τίθεται σε ισχύ σε όλη την Χώρα από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να ανακοινωθεί στον Ημερήσιο Τύπο και να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 8 Απριλίου 2013

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΡΔΑΣ

ΠΟΛ.1074/12.4.2013 Παροχή διευκρινίσεων σε θέματα που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.)

ΠΟΛ.1074/12.4.2013
Παροχή διευκρινίσεων σε θέματα που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.)
Αθήνα, 12 Απριλίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (15η)
ΤΜΗΜΑ Β΄

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες : Ελ. Φραγκούλη
Τηλέφωνο : 210-3610030
FΑΧ : 210-3615052

ΠΟΛ 1074

ΘEMA: «Παροχή διευκρινίσεων σε θέματα που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.)»

Με αφορμή γραπτά και προφορικά ερωτήματα, σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ν. 4093/2012, άρθρο πρώτο, υποπαρ. Ε1 – ΦΕΚ 222 Α΄) και σε συνέχεια των εγκυκλίων μας ΠΟΛ.1004/4.1.2013, ΠΟΛ.1036/22.2.2013 και ΠΟΛ.1061/28.3.2013, παρέχονται συμπληρωματικά με την παρούσα, οι ακόλουθες διευκρινίσεις.

Α. Έκδοση αποδείξεων λιανικών συναλλαγών, από ασκούντες δραστηριότητα «λογοθεραπευτή – λογοπαθολόγου – λογοπεδικού», «ομοιοπαθητικού», «εναλλακτικών θεραπειών» και «ψυχοθεραπευτή».

1. Με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1004/4.1.2013 διευκρινίστηκε μεταξύ άλλων ότι, οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών, οι οποίοι τηρούσαν ορισμένα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του προϊσχύσαντα Κ.Β.Σ. και δεν έχουν πλέον αντίστοιχη υποχρέωση παροχής ασφαλών πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ., εκδίδουν πλέον τις αποδείξεις λιανικών συναλλαγών, για τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες στο κοινό, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 7 και 9 του Κ.Φ.Α.Σ. και του άρθρου 1 του ν.1809/1988. Προκειμένου δε να διευκολυνθεί η διαδικασία υπαγωγής των υπόψη υπόχρεων στο νέο καθεστώς, παρασχέθηκε δυνατότητα προμήθειας των σχετικών φορολογικών μηχανισμών (Φ.Τ.Μ. ή Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ.) του ν.1809/1988, μέχρι την 28.2.2013.

Στη συνέχεια, δεδομένων των πρακτικών προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την προσαρμογή αυτή, αρχικά, με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1036/22.2.2013, η ως άνω οριζόμενη προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 29.3.2013 και με την ΠΟΛ.1061/28.3.2013 δόθηκε νέα παράταση, για την προμήθεια των φορολογικών μηχανισμών, μέχρι την 12.4.2013.

2. Εξάλλου, όπως διευκρινίστηκε με την ΠΟΛ.1036/22.2.2013, μόνο στους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, από αυτούς που κατονομάζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 48 του ν.2238/1994, παρέχεται η δυνατότητα της έκδοσης αποδείξεων λιανικών συναλλαγών προς το κοινό είτε χειρόγραφα, από θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στέλεχος, είτε (προαιρετικά) μηχανογραφικά με την χρήση Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν. 1809/1988, αναγράφοντας και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.

3. Περαιτέρω, από την Δ/νση Φορολογίας Εισοδήματος, με το με αρ. πρωτ. Δ12Α 1054369 ΕΞ 28.3.2013 έγγραφο της, αναφορικά με τα επαγγέλματα του «ομοιοπαθητικού», «εναλλακτικών θεραπειών», «ψυχοθεραπευτή» και «λογοθεραπευτή – λογοπαθολόγου – λογοπεδικού» διευκρινίστηκε ότι, εντάσσονται στα ελευθέρια επαγγέλματα της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του Κ.Φ.Ε..

4. Με βάση τα προαναφερόμενα οι ασκούντες δραστηριότητα «λογοθεραπευτή – λογοπαθολόγου – λογοπεδικού», «ομοιοπαθητικού», «εναλλακτικών θεραπειών», «ψυχοθεραπευτή», εκδίδουν τις αποδείξεις λιανικών συναλλαγών προς το κοινό είτε χειρόγραφα, από θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στέλεχος, είτε (προαιρετικά) μηχανογραφικά με την χρήση Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. του ν. 1809/1988, αναγράφοντας και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.

Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που οι ως άνω επαγγελματίες, αλλά και όσοι λοιποί επαγγελματίες θεωρηθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος, εντάσσονται στα ελευθέρια επαγγέλματα της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του Κ.Φ.Ε., λόγω και της σύγχυσης που επικρατούσε από την κατάργηση της υποχρέωσης τήρησης πρόσθετων βιβλίων, για τον τρόπο έκδοσης των στοιχείων λιανικών συναλλαγών, έχουν ήδη προμηθευτεί Φ.Τ.Μ. του ν.1809/1988, για την έκδοση των αποδείξεων προς το κοινό, μπορούν να κάνουν χρήση αυτών, αναγράφοντας στο πίσω μέρος των εκδιδόμενων αποδείξεων λιανικής το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.

Β. Τρόπος έκδοσης απόδειξης λιανικών συναλλαγών, από εκμεταλλευτή τουριστικού – ταξιδιωτικού γραφείου, όταν έχουν εκδοθεί δελτία συμμετοχής σε εκδρομή.

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Α.Σ., ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, για την παροχή υπηρεσίας σε φυσικό πρόσωπο, εκδίδει απόδειξη λιανικών συναλλαγών.

2. Οι εκμεταλλευτές τουριστικών ή ταξιδιωτικών γραφείων επί σειρά ετών, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13α του προϊσχύσαντος Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992), εξέδιδαν μία συγκεντρωτική απόδειξη παροχής υπηρεσιών, για το σύνολο των δελτίων συμμετοχής της κάθε εκδρομής.

3. Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση που παρέχονται υπηρεσίες από τους εκμεταλλευτές τουριστικών ή ταξιδιωτικών γραφείων, σε άτομα που έχουν προμηθευτεί δελτία συμμετοχής σε εκδρομή ή περιήγηση από τρίτους (τουρ – λίντερς, υπαλλήλους ξενοδοχείων κ.α.), για λογαριασμό τουριστικού ή ταξιδιωτικού γραφείου, μπορεί να μην εκδίδονται από τον εκμεταλλευτή του γραφείου αυτού αποδείξεις λιανικών συναλλαγών για έκαστο των συμμετεχόντων στην εκδρομή, με την προϋπόθεση ότι εκδίδεται μία συγκεντρωτική απόδειξη λιανικών συναλλαγών, για το σύνολο των δελτίων συμμετοχής της κάθε εκδρομής, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναγράφονται ο συνολικός αριθμός των δελτίων συμμετοχής, καθώς και η συνολική αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών. Τα κατά τα ανωτέρω εκδιδόμενα δελτία συμμετοχής, διαφυλάσσονται σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ..

4. Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που τυχόν απαιτηθεί από πελάτη του τουριστικού γραφείου (κάτοχο δελτίου συμμετοχής σε εκδρομή, περιήγηση κ.λπ.), ατομική απόδειξη, αυτή εκδίδεται υποχρεωτικά και παραδίδεται στον αντισυμβαλλόμενο, και εφόσον η αξία αυτής έχει ήδη συμπεριληφθεί στην συγκεντρωτική απόδειξη λιανικής εκδίδεται ισόποση (της ατομικής) απόδειξη επιστροφής, προκειμένου να μειωθεί αντίστοιχο ποσό της συγκεντρωτικής απόδειξης λιανικής.

Γ. Εισιτήρια θεαμάτων που περιοδεύουν – Έκδοση ακυρωτικού στοιχείου.

Με την παράγραφο 4 της εγκυκλίου ΠΟΛ.1036/22.2.2013, διευκρινίστηκε ότι, σε περίπτωση ακύρωσης φορολογικού στοιχείου, που υποχρεωτικά ή προαιρετικά σημαίνεται με Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ., εφόσον δεν έγινε χρήση αυτού (π.χ. παράδοση στον αντισυμβαλλόμενο), απαιτείται η έκδοση ακυρωτικού στοιχείου με σήμανση από Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ., λόγω του ότι το ακυρωθέν φορολογικό στοιχείο, έχει διαφυλαχθεί στη μνήμη του φορολογικού μηχανισμού (αρχεία a.txt, b.txt κ.λπ.).

Κατ’ αναλογία των προαναφερθέντων, για την ακύρωση των μη χρησιμοποιηθέντων εισιτηρίων, μετά την ολοκλήρωση της περιοδείας θιάσου, καλλιτεχνικού συγκροτήματος κ.λπ., εφόσον αυτά έχουν εκδοθεί μηχανογραφικά με σήμανση μέσω Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ., τα οποία προφανώς δεν έχουν παραδοθεί σε αντισυμβαλλόμενο, μπορεί να εκδίδεται ένα ακυρωτικό στοιχείο, με σήμανση μέσω Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ., για το σύνολο των ακυρωθέντων εισιτηρίων, με την προϋπόθεση ότι τα μη χρησιμοποιημένα εισιτήρια θα επισυνάπτονται σε αυτό και θα διαφυλάσσονται, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στις σχετικές διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ..

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Ακριβές αντίγραφο
Ο Προϊστάμενος της Γραμματείας

ΣτΕ 3704/2012 Εικονικά φορολογικά στοιχεία

ΣτΕ 3704/2012
Εικονικά φορολογικά στοιχεία . Όταν οι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ. αφαιρούν από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία επίσημα και όχι ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία, δεν απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης, αλλά αρκεί απλή απόδειξη παραλαβής. Η διάγνωση σκοπού απόκρυψης φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της επίδικης φορολογικής παραβάσεως της αποδοχής εικονικού τιμολογίου
Εικονικά φορολογικά στοιχεία . ‘Οταν οι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ. αφαιρούν από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία επίσημα και όχι ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία, δεν απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης, αλλά αρκεί απλή απόδειξη παραλαβής. Η διάγνωση σκοπού απόκρυψης φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της επίδικης φορολογικής παραβάσεως της αποδοχής εικονικού τιμολογίου.

Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ., κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου σε ορισμένο τόπο και δη στην επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία, αφαιρούν από αυτήν επίσημα βιβλία, έγγραφα και λοιπά εν γένει στοιχεία, δεν απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζομένης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως ή πράξεως περί επιβολής προστίμου της φορολογικής αρχής, η τήρηση της διαγραφομένης στις διατάξεις των παρ. 3-4 του άρθρου 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων διαδικασίας κατασχέσεως, ήτοι η σύνταξη επί τόπου από τους ελεγκτές σχετικής έκθεσης κατασχέσεως και η υπογραφή της από τους τελευταίους και από τον επιτηδευματία, στον οποίο θα πρέπει να επιδίδεται αντίγραφο της εν λόγω εκθέσεως, παρά, προς πιστοποίηση της υλικής πράξεως της αφαιρέσεως των επίσημων βιβλίων και στοιχείων, αρκεί η σύνταξη απλής απόδειξης παραλαβής. Αντιθέτως, απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας κατασχέσεως, μόνο σε περίπτωση που αφαιρούνται απ’ την επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία προς περαιτέρω έλεγχο στα γραφεία της Δ.Ο.Υ. ανεπίσημα ή και ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία (ΣτΕ 1280/2011).

Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι εφόσον οι υπάλληλοι του αρμόδιου Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος παρέλαβαν από την έδρα της επιχείρησης του αναιρεσείοντος το υπ’ αριθμ. 2049/21.4.1997 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής και το υπ’ αριθμ. 325/23-4-1997 πιστωτικό τιμολόγιο, έκδοσης της επιχείρησης, ήτοι στοιχεία τα οποία τηρήθηκαν με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (επίσημα), ενώ, εξάλλου, δεν προκύπτει ότι ανευρέθηκαν άλλα ανεπίσημα στοιχεία, δεν απαιτείτο ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης αλλ’ αρκούσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 5 εδ. β΄ του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, η σύνταξη απόδειξης παραλαβής, η οποία και συντάχθηκε νομίμως, υπογράφηκε από τους διενεργήσαντες την παραλαβή και τον αναιρεσείοντα και επιδόθηκε στον τελευταίο και ως εκ τούτου, η έκθεση κατάσχεσης, η οποία συντάχθηκε μεταγενέστερα σε αντικατάσταση της απόδειξης παραλαβής, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκείμενη περίπτωση. Η κρίση αυτή είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη, ο δε αντίθετος λόγος αναιρέσεως ότι, εν προκειμένω, έπρεπε να συνταχθεί έκθεση κατάσχεσης, κατά τον χρόνο αφαίρεσης των βιβλίων του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, τέλος, την κρίση της περί εικονικότητας της επίμαχης συναλλαγής μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας «…………………………» η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στήριξε στο ότι, όπως συνομολόγησε και ο αναιρεσείων με την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ελέγχου, τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκε το ένδικο τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής δεν παραλήφθηκαν με το φορολογικό τούτο στοιχείο, η έκδοση του οποίου αποσκοπούσε αποκλειστικώς και μόνο στη χρηματοδότηση της εκδότριας επιχείρησης, από την εταιρεία ……………………, το δε υπ’ αριθμ. 153/22-4-1997 δελτίο αποστολής εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα για την κατ` επίφαση επιστροφή μη παραληφθέντων εμπορευμάτων, καθώς και στο ότι η εικονικότητα της ως άνω συναλλαγής δεν αναιρείται από την τυχόν παραλαβή των αναφερομένων στο τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής εμπορευμάτων εντός της ίδιας χρήσεως με τα τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής που προσκόμισε και επικαλέσθηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων, γιατί πρόκειται περί νέων φορολογικών στοιχείων που ανταποκρίνονται πλέον σε πραγματικές παραλαβές, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων είχε δεσμευθεί για την εξόφληση της αξίας τους έναντι της χρηματοδοτικής εταιρείας κατά την έκδοση του αρχικού τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής. Η κρίση αυτή είναι νόμιμη, εφόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ένδικο τιμολόγιο – δελτίο αποστολής δεν αντικατόπτριζε πραγματική συναλλαγή μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας …………….., αλλά χρησίμευσε ως τέχνασμα για την εξόφληση του, μέσω της εταιρείας …………, με την οποία η τελευταία εταιρεία είχε συνάψει σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων…………… Η εικονικότητα του εν λόγω τιμολογίου δεν αίρεται, όπως ορθώς έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, άνευ ετέρου από το γεγονός ότι στη συνέχεια επακολούθησε η πραγματική συναλλαγή μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας ……………………, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα φορολογικά στοιχεία, εφόσον αυτή στηρίχθηκε σε νέα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσε η παραπάνω εταιρεία.
Ενόψει δε του ότι το ένδικο φορολογικό στοιχείο ήταν τιμολόγιο – δελτίο αποστολής εμπορευμάτων, ενείχε δηλαδή και χαρακτήρα παράδοσης – παραλαβής των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ο προβαλλόμενος λόγος ότι η έκδοση του φορολογικού αυτού στοιχείου δεν πρέπει να συγχέεται με τη διακίνηση των εμπορευμάτων, η οποία ανάγεται στην εκτέλεση της συναλλαγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΣτΕ   3704/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 25 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση: του ………………………..,………………………….., ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Ιωάννη Γρηγορίου (Α.Μ. 6538), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Παναγιώτη Πανάγο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 300/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την υπό κρίση αίτηση έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1453826/2006 έντυπo παραβόλου, σειράς Α΄).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 25.8.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 300/2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφανίσθηκε η υπ’ αριθμ. 322/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας. Με την τελευταία απόφαση, κατ’ αποδοχή προσφυγής του αναιρεσείοντος, είχε ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 31/25.2.2000 απόφαση του Προϊσταμένου της Α΄ Δ.Ο.Υ. Καβάλας, κατά το μέρος που με αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος πρόστιμο 45.517.884 δραχμών για λήψη εικονικού φορολογικού στοιχείου.

3. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992, Α΄ 84), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137), ορίζονται τα εξής:
«Κάθε ημεδαπό ή αλλοδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινωνία του Αστικού Κώδικα ή αστική εταιρεία που ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια και αποβλέπει στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική ή γεωργική επιχείρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, αναφερόμενο στο εξής με τον όρο «επιτηδευματίας», τηρεί, εκδίδει, παρέχει, ζητά, λαμβάνει, υποβάλλει, διαφυλάσσει τα βιβλία, τα στοιχεία, τις καταστάσεις και κάθε άλλο μέσο σχετικό με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό, κατά περίπτωση».
Περαιτέρω, ορίζεται στο μεν άρθρο 18 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα ότι:
«κάθε εγγραφή στα βιβλία που αφορά συναλλαγή ή άλλη πράξη του υποχρέου, πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού ή σε δημόσια έγγραφα ή σε άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία», στο δε άρθρο 30 παρ. 4 αυτού ότι: «Τα βιβλία και στοιχεία της τρίτης κατηγορίας κρίνονται ανακριβή όταν ο υπόχρεος διαζευκτικά ή αθροιστικά: α) δεν εμφανίζει στα βιβλία του έσοδα ή έξοδα ή εμφανίζει αυτά ανακριβώς, β) δεν απογράφει περιουσιακά στοιχεία ή απογράφει αυτά ανακριβώς, γ) δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβή ή εικονικά ή πλαστά ως προς την ποσότητα ή την αξία ή τον αντισυμβαλλόμενο φορολογικά στοιχεία διακίνησης ή αξίας ή λαμβάνει ανακριβή ή εικονικά τέτοια στοιχεία …».
Ακολούθως, ορίζεται στο μεν άρθρο 32 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα ότι:
«Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του Κώδικα αυτού τιμωρείται, για κάθε είδος παράβασης, με πρόστιμο μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές, αν πρόκειται για υπόχρεο τήρησης βιβλίων τρίτης κατηγορίας, μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, αν πρόκειται για υπόχρεο τήρησης βιβλίων δεύτερης κατηγορίας και μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, προκειμένου για τους λοιπούς υποχρέους», στο δε άρθρο 33 αυτού ότι:
«1. Οι παρακάτω περιπτώσεις, για την επιβολή του προστίμου, θεωρούνται αυτοτελείς παραβάσεις και επιβάλλεται για κάθε παράβαση το πρόστιμο που κατά περίπτωση ορίζεται από τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου: α) … β) … γ) η μη αναγραφή ή η ανακριβής αναγραφή σε καθένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στην ανωτέρω περίπτωση α΄ του ονοματεπωνύμου ή της επωνυμίας του αντισυμβαλλομένου, του είδους, της ποσότητος και της αξίας ή της αμοιβής, καθώς και η μη αναγραφή της διεύθυνσης του αντισυμβαλλομένου. δ) … ε) … στ) Η κάθε μία καταχώρηση ανύπαρκτης ή ανακριβούς αγοράς ή πώλησης, ανύπαρκτου ή ανακριβούς εσόδου ή εξόδου ή στοιχείου απογραφής, για τις οποίες δεν επιβλήθηκε πρόστιμο της παραπάνω περίπτωσης γ΄. ζ) … η) … 2. … 3. … 4. Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών θεωρείται ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι το πενταπλάσιο της συνολικής αξίας κάθε στοιχείου, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, κατά περίπτωση, του ισόποσου αυτής, εφόσον αυτή είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών …» (η παράγραφος 4 του άρθρου 33 τίθεται όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ/τος 134/1996, Α΄ 105).
Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), όπως αυτές αρχικώς ίσχυαν, ορίζονται τα εξής:
«1. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992, Α΄ 84) τιμωρείται με πρόστιμο που προσδιορίζεται κατ’ αντικειμενικό τρόπο. Για τον σκοπό αυτό καθιερώνονται δύο βάσεις υπολογισμού, συντελεστές βαρύτητας και ανώτατα όρια (οροφές). Οι παραβάσεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, γενικές και αυτοτελείς. 2. Για την εφαρμογή του αντικειμενικού συστήματος δίδονται οι πιο κάτω εννοιολογικοί προσδιορισμοί: α) … στ) Αυτοτελείς παραβάσεις είναι αυτές που ορίζονται στην παράγραφο 8 του άρθρου αυτού για τις οποίες επιβάλλεται ιδιαίτερο πρόστιμο για κάθε μία παράβαση. 3. … 8. Οι παρακάτω περιπτώσεις, για την επιβολή του αντικειμενικού προστίμου, θεωρούνται αυτοτελείς παραβάσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται η Βάση Υπολογισμού Νο 1 (ΒΑΣ. ΥΠ. 1), ο δε συντελεστής βαρύτητας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει αριθμητική τιμή 1. α) … ζ) Η καθεμιά καταχώρηση ανύπαρκτης αγοράς, πώλησης ή ανύπαρκτου εσόδου, εξόδου και στοιχείου απογραφής. η) … ια) … 9. … 10. Οι παρακάτω περιπτώσεις, επίσης, θεωρούνται αυτοτελείς παραβάσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται η Βάση Υπολογισμού 2 (ΒΑΣ. ΥΠ. 2), όπως ειδικώτερα προσδιορίζεται στις κατ’ ιδία διατάξεις, με τις οποίες προσδιορίζεται και η τιμή του κατά περίπτωση ισχύοντος συντελεστή βαρύτητας: α) … β) Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών καθώς και η νόθευση αυτών θεωρείται ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου, μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., εφόσον αυτή είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών, σε αντίθετη δε περίπτωση ίσο με το διπλάσιο της ΒΑΣ. ΥΠ. 1. Αν η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική, το ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται για το μέρος της εικονικής αξίας. Όταν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μερικώς εικονικής αξίας, το πρόστιμο της περίπτωσης αυτής επιβάλλεται μειωμένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%). …11. …».
Περαιτέρω, στο άρθρο 24 παρ. 4 του τελευταίου αυτού νόμου (ν. 2523/1997) προβλέπονται τα ακόλουθα:
«Παραβάσεις του Κ.Β.Σ. που διαπράχθηκαν μέχρι το χρόνο έναρξης της ισχύος των σχετικών διατάξεων του παρόντος, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί από τους προϊσταμένους των δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου ή έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις αυτές και κατά τον ως άνω χρόνο έναρξης ισχύος των σχετικών διατάξεων δεν έχουν περαιωθεί οριστικά με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή εκκρεμεί η συζήτηση προσφυγής κατ’ αυτών ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Σ.τ.Ε., κρίνονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5, εφόσον προβλέπουν επιεικέστερη μεταχείριση, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσής τους από τις φορολογικές αρχές. Για τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων αυτών, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, να ζητήσουν την διοικητική επίλυση της διαφοράς με βάση τις υπόψη διατάξεις, ακολουθουμένης της διαδικασίας του ν. δ/τος 4600/1966 (ΦΕΚ Α 242). …».
Τέλος, με την παράγραφο 16 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004 (Α΄ 15) προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 11 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 το οποίο ορίζει τα εξής:
«Δεν καταλογίζεται ιδιαίτερη παράβαση για την καταχώρηση εικονικών, πλαστών ή νοθευμένων στοιχείων, εφόσον επιβάλλεται πρόστιμο της περίπτωσης β της προηγούμενης παραγράφου (για την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη λήψη εικονικών, ή νόθευση αυτών), ανεξάρτητα από το χρόνο στον οποίο ανάγεται η παράβαση». Με την δε παράγραφο 17 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίσθηκε ότι «Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς στις φορολογικές αρχές, στα διοικητικά δικαστήρια και στο Συμβούλιο Επικρατείας υποθέσεις».

4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων διατηρεί στην Καβάλα ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών κυρίως τη λιανική πώληση ταπήτων, μοκετών, πλαστικών δαπέδων και χαλιών. Για την παρακολούθηση των εργασιών του τήρησε, κατά την κρινόμενη χρήση (1/1 – 31/12/1997), βιβλία και στοιχεία δεύτερης κατηγορίας του ΚΒΣ. Την 27-11-1998 υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας πραγματοποίησαν έλεγχο στην έδρα της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, για διασταύρωση των αναφερόμενων στο υπ’ αριθμ. 1501/18-8-1998 πληροφοριακό δελτίο της υπηρεσίας τους στοιχείων, κατά τη διάρκεια του οποίου παρέλαβαν το υπ’ αριθμ. 2049/21-4-1997 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής και το υπ’ αριθμ. 325/23-4-1997 πιστωτικό τιμολόγιο, έκδοσης της επιχείρησης …………………. Για την παραλαβή αυτή συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 1907/27-11-1998 απόδειξη παραλαβής – δέσμευσης και κατόπιν, σε αντικατάσταση του εν λόγω εγγράφου, η υπ’ αριθμ. 657/9-11-1999 έκθεση κατάσχεσης, οι οποίες επιδόθηκαν αυθημερόν στον αναιρεσείοντα. Κατά τον έλεγχο, εξάλλου, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Η επιχείρηση …………………, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί από εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (FACTORING) εξέδιδε φορολογικά στοιχεία εσόδων (τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής) προς τους πελάτες της, χωρίς να αποστέλλει αμέσως τα εμπορεύματα και εκχωρούσε την απαίτηση της είσπραξης προς τις παραπάνω εταιρείες. Στη συνέχεια εξέδιδε πιστωτικό τιμολόγιο, ισόποσο του αρχικού φορολογικού στοιχείου εσόδων, το οποίο όμως δεν προσκόμιζε στις εν λόγω εταιρείες. Με τον τρόπο αυτό οι πελάτες της επιχείρησης ………………..κατέβαλαν προς τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων την αξία του φορολογικού στοιχείου που τους εξέδιδε η πρώτη επιχείρηση και παρελάμβαναν τα εμπορεύματα σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν η εν λόγω επιχείρηση είχε την παραγωγική δυνατότητα να καλύψει τις πωλήσεις. Ακολούθως, για την τακτοποίηση του λογαριασμού της καρτέλας κάθε πελάτη, η επιχείρηση ………………..εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης μετρητών και κατέγραφε τις ταμειακές αυτές κινήσεις σε ανεπίσημο βιβλίο ταμείου ως «εικονικές εισπράξεις», ώστε να μην αυξάνεται το υπόλοιπο του πελάτη, αφού ήδη είχε εισπράξει τα χρήματα από τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και τα εμφάνιζε στο επίσημο ημερολόγιο ταμείου. Ειδικότερα, η επιχείρηση ………………. την 21-4-1997 εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 2049 τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής αξίας 23.758.942 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 4.276.608 δρχ. και συνολικής αξίας 28.035.550 δρχ. προς την επιχείρηση του αναιρεσείοντος, λόγω αγοράς 1.010,46 τ.μ. ταπήτων. Στο σώμα του φορολογικού αυτού στοιχείου αναγράφετο επί λέξει ότι «η οφειλή εκ του παρόντος τιμολογίου έχει εκχωρηθεί αποκλειστικά στην ….. ………., … η οποία είναι η μόνη που έχει δικαίωμα είσπραξης». Ο αναιρεσείων την 22-4-1997, εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 153 δελτίο αποστολής προς την επιχείρηση …………….. για επιστροφή 1.010,46 τ.μ. ταπήτων, οι οποίοι, όμως, πράγματι δεν είχαν αποσταλεί κατά το χρόνο έκδοσης του υπ’ αριθμ. 2049/21-4-1997 τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής. Την 23-4-1997 η επιχείρηση ………………….. εξέδωσε προς τον αναιρεσείοντα το υπ’ αριθμ. 325 πιστωτικό τιμολόγιο, αξίας 23.758.942 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 4.276.608 δρχ για την ίδια ποσότητα εμπορευμάτων ίδιου είδους. Ο αναιρεσείων, ο οποίος καταχώρισε στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία τόσο το αρχικό τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής όσο και το πιστωτικό τιμολόγιο, επιβεβαίωσε τα ανωτέρω με την από 27-11-1998 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της υπαλλήλου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας Μαρίας Αποστόλου, στην οποία ανέφερε ότι πράγματι τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο επίμαχο τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής έκδοσης της επιχείρησης ……………………………… με παραλήπτη την επιχείρησή του δεν παραλήφθηκαν από αυτόν και ότι η ανωτέρω διαδικασία της συναλλαγής του επιβλήθηκε αναγκαστικά από τα ………………………….. προκειμένου αυτά να χρηματοδοτηθούν λόγω ταμειακής δυσχέρειας, ενώ αυτός δεν είχε κανένα όφελος αφού ούτε φορολογητέα ύλη απέκρυψε ούτε καταστρατήγησε τις διατάξεις του Φ.Π.Α. Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Α` Καβάλας, με την υπ’ αριθμ. 31/25-2-2000 απόφαση του, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά από διοικητική επίλυση της διαφοράς, καταλόγισε σε βάρος του αναιρεσείοντος παράβαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, γιατί έλαβε και καταχώρισε στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία το προαναφερόμενο εικονικό τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής. Περαιτέρω δε, με την ίδια πράξη, επέβαλε σε βάρος του πρόστιμο 47.517.884 δρχ., δηλαδή ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής που αναγράφεται στο ένδικο φορολογικό στοιχείο (23.758.942 δρχ.Χ2), κατ` εφαρμογή, ως επιεικέστερων, των διατάξεων της παρ. 10 περ. β` του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 4 του ίδιου νόμου. Η πράξη αυτή ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή προσφυγής του ήδη αναιρεσείοντος, από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Καβάλας, το οποίο έκρινε ότι το υπ’ αριθμ. 2049/21-4-1997 τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής δεν ήταν εικονικό, αφού η συναλλαγή την οποία απεικονίζει τούτο πραγματοποιήθηκε, καθόσον, ανεξάρτητα από την εξόφληση ή μη του εν λόγω τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής, τα πωληθέντα με αυτό εμπορεύματα παραλήφθηκαν από τον αναιρεσείοντα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί η Οικονομική Αρχή, έστω και σε χρόνο μεταγενέστερο από το χρόνο έκδοσης του εν λόγω φορολογικού στοιχείου, πάντως όμως εντός της κρίσιμης διαχειριστικής περιόδου του έτους 1997 με νομίμως εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα οποία προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο. Το δικάσαν εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως συνομολόγησε και ο αναιρεσείων με την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του ελέγχου, τα εμπορεύματα, για τα οποία εκδόθηκε το ένδικο τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, δεν παραλήφθηκαν με το φορολογικό τούτο στοιχείο, η έκδοση του οποίου αποσκοπούσε αποκλειστικώς και μόνο στη χρηματοδότηση της εκδότριας επιχείρησης, από την εταιρεία ………………., το δε υπ’ αριθμ. 153/22-4-1997 δελτίο αποστολής εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα για την κατ` επίφαση επιστροφή μη παραληφθέντων εμπορευμάτων, έκρινε ότι το υπ’ αριθμ. 2049/21-4-1997 τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής ήταν εικονικό, αφού εκδόθηκε για συναλλαγή που δεν πραγματοποιήθηκε. Τούτο δε δεν αναιρείται, κατά την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, από την τυχόν παραλαβή των αναφερομένων στο τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής εμπορευμάτων εντός της ίδιας χρήσεως με τα τιμολόγια πώλησης – δελτία αποστολής που προσκόμισε και επικαλέσθηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων, γιατί πρόκειται περί νέων φορολογικών στοιχείων που ανταποκρίνονται πλέον σε πραγματικές παραλαβές, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων είχε δεσμευθεί για την εξόφληση της αξίας τους έναντι της χρηματοδοτικής εταιρείας κατά την έκδοση του αρχικού τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν εφετείο κατέληξε ότι ο αναιρεσείων υπέπεσε στην παράβαση που του αποδόθηκε, κατόπιν δε αυτών εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την προσφυγή την απέρριψε. Ειδικότερα, έκρινε ότι εφόσον οι υπάλληλοι του αρμόδιου Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος παρέλαβαν από την έδρα της επιχείρησης του αναιρεσείοντος το υπ’ αριθμ. 2049/21.4.1997 τιμολόγιο πώλησης -δελτίο αποστολής και το υπ’ αριθμ. 325/23.4.1997 πιστωτικό τιμολόγιο, έκδοσης της επιχείρησης …………………….., ήτοι στοιχεία τα οποία τηρήθηκαν με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (επίσημα), ενώ, εξάλλου, δεν προκύπτει ότι ανευρέθηκαν άλλα ανεπίσημα στοιχεία, δεν απαιτείτο ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης αλλ’ αρκούσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 5 εδ. β΄ του Κ.Β.Σ., η σύνταξη απόδειξης παραλαβής (υπ’ αριθμ. 1907/27.11.1998), η οποία και συντάχθηκε νομίμως, υπογράφηκε από τους διενεργήσαντες την παραλαβή και τον αναιρεσείοντα και επιδόθηκε στον τελευταίο και ως εκ τούτου, η υπ’ αριθμ. 657/9.11.1999 έκθεση κατάσχεσης, η οποία συντάχθηκε μεταγενέστερα σε αντικατάσταση της απόδειξης παραλαβής, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκείμενη περίπτωση.

5. Επειδή, η θέσπιση με τις προπαρατεθείσες (σκέψη 3) διατάξεις του ν. 2523/1997 συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού των προστίμων για την ρητώς χαρακτηριζόμενη από το νόμο ως ιδιάζουσα παράβαση της λήψεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, στοχεύοντας, κατά την σχετική εισηγητική έκθεση, στην αποφυγή συμπτωμάτων διαφθοράς και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογικής αρχής και των πολιτών, οι οποίοι μπορούν πλέον να γνωρίζουν εκ των προτέρων το ακριβές ύψος του προστίμου για κάθε συγκεκριμένη παράβαση, έτσι ώστε να επιβάλλεται για όμοιες περιπτώσεις πρόστιμο της ίδιας βαρύτητας, συναρτώμενο, ευλόγως άλλωστε, με την αξία της οικείας συναλλαγής, ήτοι με μέγεθος αναγκαίως συναφές προς το ύψος της αντίστοιχης φοροδιαφυγής, εξασφαλίζει την ανάγκη διαφάνειας και την σαφήνεια των εις βάρος των παραβατών επιβαλλομένων κυρώσεων. Επομένως, εκ μόνου του ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ.10 περ. β΄ του ν. 2523/1997, η οποία καθιστά τυπική την παράβαση της λήψεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, προσδιορίζει το ως άνω πρόστιμο στο διπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου, περιορίζοντας την σχετική διακριτική ευχέρεια της φορολογικής αρχής, με δυνατότητα μειώσεώς του μόνο στο μισό, όταν η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του εκδότη, δεν αντίκειται στην προβλεπομένη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο, διότι δεν θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο και απρόσφορο ούτε υπερακοντίζει το δημόσιο σκοπό της αποφυγής της διαφθοράς των φορολογικών οργάνων, στον οποίο κυρίως αποβλέπει, του κολασμού του παραβάτη και της αποτροπής παρομοίων παραβάσεων, (βλ. ΣτΕ 1402, 2938/2005, πρβλ. απόφ. ΔΕΚ της 12-7-2001, υπόθ.C-262/1999 , Λουλουδάκης κατά Ελληνικού Δημοσίου). Εξάλλου, όταν η ίδια η φορολογική αρχή, θεμιτώς κατά το Σύνταγμα, εν όψει των αναφερθέντων, δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζει το ύψος του προστίμου αναλόγως των ειδικοτέρων συνθηκών της παραβάσεως, θέμα παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας ή του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας ως εκ του ότι το δικαστήριο που ελέγχει τη νομιμότητα της σχετικής πράξεως της ως άνω αρχής δεν διαθέτει ούτε αυτό τέτοια εξουσία, δεν μπορεί να τεθεί. Συνεπώς, ακόμα και υπό την εκδοχή ότι το επίμαχο πρόστιμο αποτελεί, λόγω της φύσεως και της σοβαρότητας που μπορεί να έχει κατά περίπτωση, κύρωση «ποινικής φύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως. Επομένως, εκ του ότι επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος αντικειμενικώς προσδιοριζόμενο πρόστιμο βάσει της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 10 περ. β’ του ν. 2523/1997, δεν τίθεται ζήτημα αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αβασίμως προβάλλεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Κατά τη γνώμη, όμως, της Συμβούλου Ε. Νίκα, οι διατάξεις που εφαρμόσθησαν εν προκειμένω αντίκεινται προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, η αντίθεση δε αυτή έγκειται στην μη πρόβλεψη δυνατότητας των διοικητικών δικαστηρίων να προβούν σε επιμέτρηση του ύψους της επιβλητέας κυρώσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και, ιδίως, την ύπαρξη και το βαθμό της υπαιτιότητας του υποχρέου και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος θα έπρεπε για το λόγο αυτό να γίνει δεκτός.

6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με την ένδικη πράξη της φορολογικής αρχής επιβλήθηκε ενιαίο πρόστιμο για την τέλεση των αυτοτελών παραβάσεων της λήψης και καταχώρισης των άρθρων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων που παρατίθενται στη σκέψη 3, τη νομική δε αυτή πλημμέλεια όφειλαν να ελέγξουν αυτεπαγγέλτως τα δικαστήρια της ουσίας κατ’ άρθρο 79 και 97 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ’ όσον με την ένδικη πράξη, όπως δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας πρόστιμο ύψους 45.517.884 δραχμών, το οποίο προσδιορίσθηκε άπαξ αντικειμενικώς κατ’ εφαρμογή του ν. 2523/1997 σε ποσό που αντιστοιχεί μόνο στη λήψη εικονικού τιμολογίου, δηλαδή ίσο με το διπλάσιο της αξίας τούτου.

7. Επειδή, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Α΄ 97) ορίζει στο άρθρο 79 ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν συντρέχουν οι λόγοι της περ. α΄ της παρ. 3 ή β) αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της, ή γ) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου…. 3. Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση ή β) αν συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή γ) αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία.…» και στο άρθρο 97 παρ.1 ότι: «Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης. Μέσα στα όρια αυτά, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα το πρωτοβάθμιο έπρεπε να εξετάσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη δεύτερη περίοδο της παρ. 1 του άρθρου 79, αλλά δεν τα εξέτασε». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, το δικαστήριο ελέγχει την πράξη ή παράλειψη κατά τον νόμο και την ουσία μέσα στα όρια της προσφυγής, όπως αυτά προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ’ εξαίρεση ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο για τους αναφερομένους στο τελευταίο εδάφιο της ανωτέρω παραγράφου 1 του άρθρου 79 λόγους, μεταξύ των οποίων και η αναρμοδιότητα του οργάνου και η μη νόμιμη συγκρότηση η σύνθεση του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, δεν περιλαμβάνεται, όμως στους λόγους αυτούς και, συνεπώς, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως η μη τήρηση του ουσιώδους τύπου της προηγουμένης κλήσεως του ενδιαφερομένου σε ακρόαση (ΣτΕ 1272/2011). Εξ άλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά την υπόθεση εντός των ορίων των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ερευνά δε αυτεπαγγέλτως μόνον τους λόγους, τους οποίους και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ώφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αλλά δεν τους εξέτασε, καθώς και τις μνημονευόμενες στην παραγρ. 2 του άρθρου 97 του ΚΔΔ πλημμέλειες που αναφέρονται στη δικαιοδοσία, αρμοδιότητα, συγκρότηση και σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΣτΕ 718/2011 , 3403/2010 , κ.α.).

8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος με το δικόγραφο προσθέτων λόγων λόγος αναιρέσεως περί παραβάσεως του ουσιώδους τύπου της προηγούμενης ακροάσεως αφενός απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον κατ’ αναίρεση, διότι συνδέεται με πραγματικό (κλήση ή μη του αναιρεσείοντος σε ακρόαση) που δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΣτΕ 3213/2008), εάν δε έχει την έννοια ότι το δικάσαν Εφετείο όφειλε να έχει ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ως άνω παράβαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η τελευταία δεν στοιχειοθετούσε λόγο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο από το δικαστήριο αυτό.

9. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 31 του ν. 1591/1986 καθώς και του πνεύματος των διατάξεων του ν. 2523/1997 που έχουν ως σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ακύρωσε το ένδικο πρόστιμο, κρίνοντας ότι για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης της αποδοχής του εικονικού τιμολογίου δεν απαιτείται η διάγνωση σκοπού απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως ορθώς έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τέτοια προϋπόθεση (διαγνώσεως δηλ. σκοπού αποκρύψεως ύλης) δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της επίδικης φορολογικής παραβάσεως της αποδοχής εικονικού τιμολογίου, σύμφωνα με την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 10 περ. β΄ του ν. 2523/1997, η δε διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 εδαφ. η΄ του ν. 1591/1986, που επικαλείται σχετικά ο αναιρεσείων, δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, διότι αναφέρεται στο διάφορο ζήτημα της στοιχειοθετήσεως του ποινικού αδικήματος της φοροδιαφυγής (πρβλ. ΣτΕ 853/2006, 1402/2005).

10. Επειδή, στο άρθρο 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως οι παράγραφοι 4 και 5 αυτού ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλ. μετά την τροποποίησή τους με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 32 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238), ορίζονται τα εξής:

11. «1. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. και ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν δικαιούται, οποιαδήποτε εργάσιμη για τον υπόχρεο ώρα, να λαμβάνει γνώση, να ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό ή άλλους νόμους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τον υπόχρεο και να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου και κάθε περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα κάθε άλλου υπόχρεου. Ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό γίνεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στα γραφεία της Δ.Ο.Υ., προκειμένου για βιβλία πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, μετά από έγγραφη πρόσκληση του προϊσταμένου αυτής. 2. … 3. Αν κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων που σχετίζονται με τον έλεγχο, από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα διαφυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για τις κατασχέσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των τριών τελευταίων εδαφίων της επόμενης παραγράφου. 4. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή ο αρμόδιος Επιθεωρητής, στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου αποκρύπτονται βιβλία, έγγραφα, εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία, τα οποία ασκούν επιρροή στον ακριβή προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, μπορεί, με έγγραφό του να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και αν δεν υπάρχει αυτός από τον Ειρηνοδίκη της περιφέρειας, που υπάγεται η επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή το κατάστημα άλλου υπόχρεου, τη συνδρομή ανακριτικού υπαλλήλου για την έρευνα προς ανεύρεση των βιβλίων ή εγγράφων ή εμπορευμάτων ή άλλων στοιχείων, με τη σύμπραξη φοροτεχνικών υπαλλήλων, που ορίζονται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή τον αρμόδιο Επιθεωρητή. Η έρευνα ενεργείται σε οποιαδήποτε για τον υπόχρεο εργάσιμη ώρα. Τα βιβλία, έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται, κατάσχονται και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα φυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για την έρευνα και την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που ενεργούν την κατάσχεση και τον επιτηδευματία ή τον παρόντα κατά τη διενέργεια του ελέγχου εταίρο ή μέλος ή συγγενικό προς τους ανωτέρω πρόσωπο ή πρόσωπο που μετέχει στη διοίκηση ή διαχείριση ή υπάλληλο ή λογιστή της επιχείρησης. Αντίγραφο της έκθεσης παραδίδει στον υπόχρεο ή στον παριστάμενο, κατά τις διακρίσεις του προηγούμενου εδαφίου, πρόσωπο. Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογράψουν, εφαρμόζονται οι σχετικές με τις κοινοποιήσεις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Ο ελεγχόμενος δικαιούται να λάβει αντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων, με δαπάνες του. Για την κατάσχεση βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων τρίτου φορολογούμενου δεν απαιτείται επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης σε αυτόν, με την προϋπόθεση ότι στην έκθεση ελέγχου, που επισυνάπτεται στην απόφαση επιβολής προστίμου σε βάρος του τρίτου, επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής έκθεσης κατάσχεσης ή απόσπασμα αυτής. 5. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού επιτρέπεται η κατάσχεση και των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. Eπίσης, επιτρέπεται παραλαβή των βιβλίων και στοιχείων αυτών, προς έλεγχο στις περιπτώσεις μη ύπαρξης ανεπισήμων βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων, με απόδειξη παραλαβής. 6 …». Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 2648/1998, με την παρ. 3 του άρθρου 32 του νόμου αυτού, σκοπήθηκε «η απλούστευση της παραλαβής επίσημων βιβλίων και στοιχείων, χωρίς ν’ ακολουθείται η διαδικασία της κατάσχεσης, αλλά να παραλαμβάνονται με απόδειξη παραλαβής στις περιπτώσεις εκείνες που κρίνεται απαραίτητος ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων στα γραφεία των φορολογικών υπηρεσιών. Η θέσπιση της διάταξης αυτής είναι αναγκαία, δεδομένου ότι έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι απαιτείται έκθεση κατάσχεσης και των επίσημων βιβλίων και στοιχείων, γεγονός που δεν ήταν στην πρόθεση του νομοθέτη. Σημειώνουμε ότι κατάσχεση επισήμων, άρα και έκθεση κατάσχεσης, απαιτείται μόνο όταν η Δ.Ο.Υ. έχει παραλάβει συγχρόνως και ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία για να παραμείνουν στα γραφεία της μέχρι τελεσιδικίας της υπόθεσης και ως στοιχεία του φακέλου». Συνεπώς, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2648/1998 (22-10-1998), σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ., κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου σε ορισμένο τόπο και δη στην επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία, αφαιρούν από αυτήν επίσημα βιβλία, έγγραφα και λοιπά εν γένει στοιχεία, δεν απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζομένης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως ή πράξεως περί επιβολής προστίμου της φορολογικής αρχής, η τήρηση της διαγραφομένης στις διατάξεις των παρ. 3-4 του άρθρου 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων διαδικασίας κατασχέσεως, ήτοι η σύνταξη επί τόπου από τους ελεγκτές σχετικής έκθεσης κατασχέσεως και η υπογραφή της από τους τελευταίους και από τον επιτηδευματία, στον οποίο θα πρέπει να επιδίδεται αντίγραφο της εν λόγω εκθέσεως, παρά, προς πιστοποίηση της υλικής πράξεως της αφαιρέσεως των επίσημων βιβλίων και στοιχείων, αρκεί η σύνταξη απλής απόδειξης παραλαβής. Αντιθέτως, απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας κατασχέσεως, μόνο σε περίπτωση που αφαιρούνται απ’ την επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία προς περαιτέρω έλεγχο στα γραφεία της Δ.Ο.Υ. ανεπίσημα ή και ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία (ΣτΕ 1280/2011).

11. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι εφόσον οι υπάλληλοι του αρμόδιου Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος παρέλαβαν από την έδρα της επιχείρησης του αναιρεσείοντος το υπ’ αριθμ. 2049/21.4.1997 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής και το υπ’ αριθμ. 325/23-4-1997 πιστωτικό τιμολόγιο, έκδοσης της επιχείρησης «………………………», ήτοι στοιχεία τα οποία τηρήθηκαν με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (επίσημα), ενώ, εξάλλου, δεν προκύπτει ότι ανευρέθηκαν άλλα ανεπίσημα στοιχεία, δεν απαιτείτο ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης αλλ’ αρκούσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 5 εδ. β΄ του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, η σύνταξη απόδειξης παραλαβής, η οποία (1907/27.11.1998) και συντάχθηκε νομίμως, υπογράφηκε από τους διενεργήσαντες την παραλαβή και τον αναιρεσείοντα και επιδόθηκε στον τελευταίο και ως εκ τούτου, η υπ’ αριθμ. 657/9.11.1999 έκθεση κατάσχεσης, η οποία συντάχθηκε μεταγενέστερα σε αντικατάσταση της απόδειξης παραλαβής, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκείμενη περίπτωση. Η κρίση αυτή είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη, ο δε αντίθετος λόγος αναιρέσεως ότι, εν προκειμένω, έπρεπε να συνταχθεί έκθεση κατάσχεσης, κατά τον χρόνο αφαίρεσης των βιβλίων του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

12. Επειδή, εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα το υπ’ αριθμ. 1501/18.8.1998 πληροφοριακό δελτίο, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξεως, πρέπει να απορριφθεί διότι προβάλλεται απαραδέκτως το πρώτον κατ’ αναίρεση.

13. Επειδή, τέλος, την κρίση της περί εικονικότητας της επίμαχης συναλλαγής μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας «…………………………» η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στήριξε στο ότι, όπως συνομολόγησε και ο αναιρεσείων με την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ελέγχου, τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκε το ένδικο τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής δεν παραλήφθηκαν με το φορολογικό τούτο στοιχείο, η έκδοση του οποίου αποσκοπούσε αποκλειστικώς και μόνο στη χρηματοδότηση της εκδότριας επιχείρησης, από την εταιρεία ……………………, το δε υπ’ αριθμ. 153/22-4-1997 δελτίο αποστολής εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα για την κατ` επίφαση επιστροφή μη παραληφθέντων εμπορευμάτων, καθώς και στο ότι η εικονικότητα της ως άνω συναλλαγής δεν αναιρείται από την τυχόν παραλαβή των αναφερομένων στο τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής εμπορευμάτων εντός της ίδιας χρήσεως με τα τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής που προσκόμισε και επικαλέσθηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων, γιατί πρόκειται περί νέων φορολογικών στοιχείων που ανταποκρίνονται πλέον σε πραγματικές παραλαβές, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων είχε δεσμευθεί για την εξόφληση της αξίας τους έναντι της χρηματοδοτικής εταιρείας κατά την έκδοση του αρχικού τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής. Η κρίση αυτή είναι νόμιμη, εφόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ένδικο τιμολόγιο – δελτίο αποστολής δεν αντικατόπτριζε πραγματική συναλλαγή μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας «…………………………….», αλλά χρησίμευσε ως τέχνασμα για την εξόφληση του, μέσω της εταιρείας «…………….», με την οποία η τελευταία εταιρεία είχε συνάψει σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (………………….). Η εικονικότητα του εν λόγω τιμολογίου δεν αίρεται, όπως ορθώς έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, άνευ ετέρου από το γεγονός ότι στη συνέχεια επακολούθησε η πραγματική συναλλαγή μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας «………………………………..», όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα φορολογικά στοιχεία, εφόσον αυτή στηρίχθηκε σε νέα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσε η παραπάνω εταιρεία. Ενόψει δε του ότι το ένδικο φορολογικό στοιχείο ήταν τιμολόγιο – δελτίο αποστολής εμπορευμάτων, ενείχε δηλαδή και χαρακτήρα παράδοσης – παραλαβής των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ο προβαλλόμενος λόγος ότι η έκδοση του φορολογικού αυτού στοιχείου δεν πρέπει να συγχέεται με τη διακίνηση των εμπορευμάτων, η οποία ανάγεται στην εκτέλεση της συναλλαγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

14. Επειδή, κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάζει την κατάπτωση του παραβόλου, και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας Ε. Γαλανού Α. Ζυγουρίτσα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2012.
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας Ε. Γαλανού Κ. Κεχρολόγου

ΣτΕ 4166/2012 Τα κριτήρια καθορισμού της έννοιας της -συνήθους κατοικίας-

ΣτΕ 4166/2012
Τα κριτήρια καθορισμού της έννοιας της -συνήθους κατοικίας- αφορούν τόσο τον επαγγελματικό και προσωπικό δεσμό ενός ατόμου με συγκεκριμένο τόπο όσο και τη διάρκεια αυτού του δεσμού και πρέπει να εξετάζονται σωρευτικώς. Επομένως, ως συνήθης κατοικία προσώπου που επιδιώκει την ατελή προσωρινή εισαγωγή μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ο τόπος τον οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει καταστήσει μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του, όπου και διαμένει τουλάχιστον 185 ημέρες τον χρόνο. Στην περίπτωση ατόμου που έχει προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς σε δύο κράτη μέλη, ο τόπος της συνήθους κατοικίας του, ο οποίος καθορίζεται κατόπιν συνολικής εκτίμησης όλων των στοιχείων που ασκούν επιρροή, είναι εκείνος στον οποίο βρίσκεται το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του συγκεκριμένου ατόμου, στην περίπτωση δε κατά την οποία από τη συνολική αυτή εκτίμηση δεν είναι δυνατός αυτός ο προσδιορισμός πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στους προσωπικούς δεσμούς
Τα κριτήρια καθορισμού της έννοιας της -συνήθους κατοικίας- αφορούν τόσο τον επαγγελματικό και προσωπικό δεσμό ενός ατόμου με συγκεκριμένο τόπο όσο και τη διάρκεια αυτού του δεσμού και πρέπει να εξετάζονται σωρευτικώς (ΔΕΚ, απόφαση της 23.4.1991, C-297/89, Rigsadvokaten κατά Nicolai Christian Ryborg, ΣτΕ 4467/2001).
Επομένως, ως συνήθης κατοικία προσώπου που επιδιώκει την ατελή προσωρινή εισαγωγή μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ο τόπος τον οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει καταστήσει μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του (C-277/89 , ΣτΕ 4467/2001, ΣτΕ 3710/2005), όπου και διαμένει τουλάχιστον 185 ημέρες τον χρόνο.
Στην περίπτωση ατόμου που έχει προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς σε δύο κράτη μέλη, ο τόπος της συνήθους κατοικίας του, ο οποίος καθορίζεται κατόπιν συνολικής εκτίμησης όλων των στοιχείων που ασκούν επιρροή, είναι εκείνος στον οποίο βρίσκεται το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του συγκεκριμένου ατόμου, στην περίπτωση δε κατά την οποία από τη συνολική αυτή εκτίμηση δεν είναι δυνατός αυτός ο προσδιορισμός πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στους προσωπικούς δεσμούς (C-262/99 , σκέψεις 43-60, ΣτΕ 3537/2008, ΣτΕ 3231/2007 κ.α.).
Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που έχουν παρατεθεί σε προηγούμενη σκέψη, εφόσον από την εφαρμοστέα ουσιαστική ρύθμιση δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προαποδεικτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του. Τέτοια διαφορετική ρύθμιση σχετικά με το βάρος και τα μέσα απόδειξης και το κύρος αυτών δεν περιέχει ούτε η παράγραφος 4 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, η οποία ορίζει ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων ατελούς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος μέλος της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης) φέρει ο ενδιαφερόμενος, ούτε το άρθρο 15 της Δ 247/1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου αυτού, που έχουν παρατεθεί σε προηγούμενη σκέψη, και τα οποία είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της Οδηγίας 83/182/ΕΟΚ, καθ’ όσον «επαναλαμβάνουν ακριβώς ή κατ’ ουσίαν τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, που αφορούν την απόδειξη του τόπου της συνήθους κατοικίας» (ΔΕΚ, C-262/99, Λουλουδάκης κατά Ελληνικού Δημοσίου, σκέψη 25), ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αποδεικνύει με κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως δε με το δελτίο ταυτότητας ή άλλο έγκυρο έγγραφο τη συνήθη κατοικία του και επομένως τους προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς του καθώς και τη διάρκεια παραμονής του, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι ίση προς 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος στο κράτος μέλος στο οποίο έχει αυτούς τους δεσμούς. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν ότι ο τόπος της μονίμου κατοικίας αποδεικνύεται, καταρχήν, με δημόσια έγγραφα, δεν περιέχουν αποκλίνουσα, σε σχέση με τις γενικές περί αποδείξεως διατάξεις, ρύθμιση σχετικά με το βάρος απόδειξης ή το κύρος των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, εκείνος που επικαλείται την συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων ατελούς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου που προέρχεται από χώρα – μέλος της ΕΕ, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει με τα προβλεπόμενα από τις οικείες δικονομικές διατάξεις αποδεικτικά μέσα (ΣτΕ 4135/2009, ΣτΕ 3537/2008, ΣτΕ 2997/2004).

ΣτΕ 4166/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2012 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Αγ. Σδράκα, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 17 Μαρτίου 2002 αίτηση:

του …….. ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο ………………………….., που τη διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Παναγιώτη Πανάγο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 435/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 010275-6/2002 143298-9 ειδικά γραμμάτια παραβόλου), ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθ. 435/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 13400/1997 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 36/95/1995 πράξης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Ελέγχου Αυτοκινήτων (ΔΙ.Π.Ε.Α.) του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία είχε επιβληθεί εις βάρος του συνολικό πρόστιμο 5.222.400 δρχ., ήτοι πρόστιμο 100.000 δρχ. κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 περ. α του ν. 2127/1993, πρόστιμο 5.000.000 δρχ. κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 περ. ζ του ίδιου νόμου, τέλος χαρτοσήμου 102.000 δρχ. και εισφορά υπέρ ΟΓΑ 20.400 δρχ.

2. Επειδή, κατά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, επιβάλλεται η αναδρομική εφαρμογή της ελαφρότερης ποινής προκειμένου περί παράβασης για την οποία προβλέπονται διαδοχικά, από τον χρόνο διάπραξής της έως το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, περισσότερες κυρώσεις (βλ. ΣτΕ 3197, 1491/2011, 815/2010, 4159-60/2009 επτ, ΔΕΚ, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2008, C- 420/06, Jager, σκέψη 59, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2007, C-45/06, Campina, Συλλογή 2007, σ. Ι- 2089, σκέψη 32, απόφαση της 3ης Μαΐου 2005, C-387/02, C-391/02 και C-403/02, Berlusconi κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. Ι-3565, σκέψεις 67-69, καθώς και ΕΔΔΑ απόφαση 17.9.2009 Scoppola κατά Ιταλίας, 10249/03). Την αρχή αυτή υποχρεούται να εφαρμόζει ο εθνικός δικαστής τόσο όταν πρόκειται για κύρωση που επιβάλλεται σε συμπεριφορά αντίθετη προς τις επιταγές της κοινοτικής νομοθεσίας, όσο και όταν πρόκειται για κύρωση που επιβάλλεται κατά την άσκηση της φορολογικής αρμοδιότητας των κρατών μελών (πρβλ. ΔΕΚ απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-464/02, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2005, σ. I-7929, σκέψη 74, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-451/99, Cura Anlagen, Συλλογή 2001, σ. Ι-3193, σκέψη 40 κ.ά.).

3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105/23.4.1983 σελ. 59) ορίζεται ότι:
«Τα Κράτη μέλη χορηγούν ατέλεια, υπό τους όρους που καθορίζονται παρακάτω, κατά την προσωρινή εισαγωγή από ένα Κράτος μέλος οδικών οχημάτων με κινητήρα – και των οχημάτων που ρυμουλκούνται από αυτά – τροχόσπιτων, σκαφών αναψυχής, ιδιωτικών αεροπλάνων, ποδηλάτων και αλόγων ιππασίας: – από τους φόρους κύκλου εργασιών, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και όλους τους άλλους φόρους κατανάλωσης, – από τους φόρους που αναφέρονται στο παράρτημα»,
στο δε άρθρο 3 ότι:
«Προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων για ιδιωτική χρήση. Η ατέλεια από τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 χορηγείται για συνεχές ή όχι χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες ανά δωδεκάμηνο κατά την προσωρινή εισαγωγή επιβατικών οχημάτων, τροχόσπιτων, σκαφών αναψυχής, ιδιωτικών αεροπλάνων και ποδηλάτων, υπό τους ακόλουθους όρους : α) ο ιδιώτης που εισάγει τα αγαθά αυτά πρέπει :
αα) να έχει τη συνήθη κατοικία του σε Κράτος μέλος άλλο από το Κράτος της προσωρινής εισαγωγής, … ».
Με την απόφαση 247/13/1.3-6.4.1988 του Υπουργού Οικονομικών «Προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων και ειδών ατομικής χρήσης» (Β΄ 195), που κυρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 1839/1989 (Α΄ 90), ορίζεται ότι:
«Άρθρο 1. Πεδίο εφαρμογής.
1. Με το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής που προβλέπεται από την παρούσα απόφαση, επιτρέπεται η εισαγωγή, χωρίς την είσπραξη των αναλογούντων δασμών και λοιπών φόρων, των μεταφορικών μέσων ιδιωτικής χρήσης (επιβατικών οχημάτων με κινητήρα και των οχημάτων που ρυμουλκούνται απ` αυτά, σκαφών αναψυχής, αεροπλάνων και αλόγων ιππασίας), τα οποία προορίζονται να παραμείνουν προσωρινά στη χώρα και στη συνέχεια να επανεξαχθούν μέσα στην προβλεπόμενη κατά περίπτωση προθεσμία.
2. …
4. α. Για να τεθούν στο καθεστώς αυτό της προσωρινής εισαγωγής τα μεταφορικά μέσα που προέρχονται από χώρα – μέλος της ΕΟΚ πρέπει η απόκτηση ή η εισαγωγή τους στη χώρα αυτή να έγινε σύμφωνα με τους γενικούς όρους φορολογίας που ισχύουν στην εσωτερική της αγορά και να μη τυχαίνουν λόγω της εξαγωγής τους καμιάς απαλλαγής ή επιστροφής δασμών και λοιπών φόρων. Προκειμένου για επιβατικά οχήματα, ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται, όταν το όχημα είναι εφοδιασμένο με πινακίδες κυκλοφορίας κανονικής σειράς της χώρας έκδοσης της άδειας κυκλοφορίας, όταν όμως πρόκειται για επιβατικά οχήματα για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας σε χώρα μέλος στην οποία η χορήγηση πινακίδων κυκλοφορίας κανονικής σειράς δεν εξαρτάται από την τήρηση των γενικών όρων φορολογίας της εσωτερικής της αγοράς, οι δικαιούχοι πρέπει να αποδεικνύουν με οποιοδήποτε τρόπο ότι έχουν πληρωθεί οι προβλεπόμενοι φόροι. ….
Άρθρο 4. Προσωρινή εισαγωγή για ιδιωτική χρήση.
1. Με την επιφύλαξη των ειδικών περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 6 της παρούσας, ο ιδιώτης που επιθυμεί να εισάγει προσωρινά τα είδη που αναφέρονται στο άρθρο 1 πρέπει σωρευτικά : α. Να έχει τη συνήθη κατοικία του εκτός Ελλάδας.
β. Να έρχεται προσωρινά στην Ελλάδα.
γ. Να τα χρησιμοποιεί για ιδιωτική του χρήση. …».
Εξάλλου, ο ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 48), ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 76), όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση των κατωτέρω διατάξεών του με το άρθρο 29 παρ. 1 περ. α του Ν. 2682/1999 (Α΄ 16), προέβλεπε στο άρθρο 75 ότι
«Αυτοκίνητα οχήματα και μοτοσυκλέτες, που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από άλλα Κράτη – Μέλη της Κοινότητας, υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης που προβλέπεται [στο άρθρο 1 του Ν. 363/1976, Α’ 152] για τα εισαγόμενα ή εγχωρίως παραγόμενα αντίστοιχα οχήματα».
Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος προέβλεπε στο άρθρο 76 ότι
«Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου νοούνται ως
α) «Αποστολή ή μεταφορά»: – Κάθε αποστολή ή μεταφορά που αρχίζει σε άλλο κράτος μέλος της ΕΟΚ και καταλήγει στο εσωτερικό της χώρας …
δ) «Συνήθης κατοικία» : Ο τόπος διαμονής ενός προσώπου, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 της αριθ. Δ 247/13/1.3.1988 απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 1839/1989 (ΦΕΚ 90 Α΄) ε) … »,
στο άρθρο 77 ότι
«1. Η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η είσοδος του οχήματος στο εσωτερικό της χώρας.
2. Ο φόρος καθίσταται απαιτητός την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν κατά τον οποίο γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση …
3. Για τα οχήματα που έχουν υπαχθεί στα καθεστώτα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 84 του παρόντος, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και ο Φ.Π.Α. καθίστανται απαιτητοί κατά την έξοδο των οχημάτων, έστω και αντικανονικά, από τα καθεστώτα αυτά»,
στο άρθρο 79 (όπως η παρ. αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίηση της από την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 2443/1996) ότι:
«1. Τα οχήματα του άρθρου 75, κατά την άφιξή τους στον πρώτο τόπο προορισμού, δηλώνονται στην πλησιέστερη τελωνειακή αρχή. Υπόχρεοι στη δήλωση αυτήν είναι ο ιδιοκτήτης ή ο παραλήπτης των οχημάτων ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός τους ή το πρόσωπο, στην κατοχή του οποίου τίθενται τα οχήματα.
2. Όταν τα παραπάνω οχήματα μεταφέρονται, αυτοδύναμα, στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο, που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, στην πλησιέστερη τελωνειακή αρχή.
3. Η τελωνειακή αρχή, στην οποία υποβάλλεται η δήλωση της παραγράφου 2, καθορίζει την αναγκαία προθεσμία για τη μεταφορά του οχήματος στον τόπο του δηλωθέντος τελικού προορισμού. 4. Η κατά τις ανωτέρω παραγράφους δήλωση δεν υποβάλλεται όταν τα οχήματα του άρθρου 75 εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2.»,
στην παρ. 2 του άρθρου 80 ότι:
«Για τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής, υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ειδική δήλωση, μέχρι και την επόμενη εργάσιμη ημέρα από εκείνη κατά την οποία ο φόρος κατέστη απαιτητός και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Προκειμένου περί των οχημάτων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 84, η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα … »,
στην παρ. 2 του άρθρου 84 ότι:
«Η απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, που παρέχεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, στα οχήματα που εισάγονται προσωρινά από τρίτες χώρες και τίθενται στο τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής, εφαρμόζεται, ανάλογα, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις και στα οχήματα του άρθρου 75, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, για να χρησιμοποιηθούν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας»,
στο άρθρο 87 ότι
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 84, πρόσωπα εγκατεστημένα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπεται να κατέχουν πέρα από την προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 80 προθεσμία ή να κυκλοφορούν πέρα από την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του άρθρου 79 προθεσμία τα οχήματα του άρθρου 75»,
στο άρθρο 88 ότι
«1. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα. 2. (όπως ίσχυε η παρ. αυτή πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 13 του ν. 2386/1996 και την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 13 του ν. 2443/1996) Ανεξάρτητα από την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, επιβάλλονται και τα παρακάτω, κατά περίπτωση, πρόστιμα: α)
Για τη μη υποβολή δήλωσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 79, πρόστιμο εκατό χιλιάδων (100.000) δρχ. για κάθε όχημα, β) … ζ) (όπως προστέθηκε η περ. αυτή με το άρθρο 16 παρ. 1 περ. δ του ν. 2227/1994, Α΄ 129). Σε περίπτωση κατοχής ή κυκλοφορίας οχήματος από πρόσωπο που δεν τυγχάνει της προβλεπόμενης από την παράγραφο 2 του άρθρου 84 προσωρινής απαλλαγής, πρόστιμο ως εξής: … – Από 2001 και άνω κυβικά εκατοστά, πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. (…) 3. (…) 4.
Το βάρος της απόδειξης, προς τις τελωνειακές αρχές, της συνδρομής των προϋποθέσεων για την άσκηση των ευεργετημάτων των άρθρων 83 και 84 του παρόντος άρθρου φέρουν οι ενδιαφερόμενοι. 5 . … » και στο άρθρο 89 ότι
«1. Στο προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος για τα εισαγόμενα και εγχωρίως παραγόμενα οχήματα υπάγονται ανάλογα και τα όμοια οχήματα [που] αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας. 2. (…)».
Εξάλλου, με τον ν. 2682/1999 «Διαρρυθμίσεις στη φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 16) καταργήθηκε – για λόγους απλούστευσης, όπως αναφέρεται στην εισηγητική του έκθεση – ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος που προβλέπονταν στα άρθρα 1 και 3 παρ. 1 του ν. 363/1976 για τα επιβατηγά αυτοκίνητα και καθιερώθηκε νέο τέλος με την ονομασία «τέλος ταξινόμησης».
Ειδικότερα, στον νόμο αυτό προβλέπονταν τα εξής:
Άρθρο 1 «Έννοια όρων. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) «Κοινοτικά οχήματα»: Τα αυτοκίνητα οχήματα και οι μοτοσυκλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από τα λοιπά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). β) … ».
Άρθρο 2 «Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης. 1. Επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Κανονισμός Ε.Ο.Κ. αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 ΕΕL 256 της 7.9.1987) υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος και του άρθρου 4 του ν. 1573/1985 (ΦΕΚ 201 Α΄), όπως ισχύουν. 2. … ».
Άρθρο 9 «Χρόνος γένεσης υποχρέωσης καταβολής του τέλους ταξινόμησης και απαιτητό αυτού. 1. Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται: – Για τα κοινοτικά οχήματα και για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας … 2. Το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία και για τα οχήματα των άρθρων 2 … του παρόντος, το αργότερο: … ».
Άρθρο 10 «Μεταφορά, αποστολή, άφιξη οχημάτων από τα λοιπά Κράτη – Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
1. Τα κοινοτικά οχήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 … του παρόντος νόμου, κατά την άφιξή τους στον πρώτο τόπο προορισμού, δηλώνονται αμέσως στην πλησιέστερη Τελωνειακή Αρχή. Υπόχρεοι στη δήλωση αυτήν είναι ο ιδιοκτήτης ή ο παραλήπτης των οχημάτων ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός τους ή το πρόσωπο, στην κατοχή του οποίου τίθενται τα οχήματα.
2. Όταν τα παραπάνω οχήματα μεταφέρονται, αυτοδύναμα, στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο, που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, στην πλησιέστερη τελωνειακή αρχή.
3. Η τελωνειακή αρχή, στην οποία υποβάλλεται η δήλωση της παραγράφου 2, καθορίζει την αναγκαία προθεσμία για τη μεταφορά του οχήματος στον τόπο του δηλωθέντος τελικού προορισμού.
4. Η κατά τις ανωτέρω παραγράφους δήλωση δεν υποβάλλεται όταν τα κοινοτικά οχήματα εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. 5. … ».
Άρθρο 11 «Βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης οχημάτων – Πιστοποιητικό ταξινόμησης.
1. Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.
2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του φόρου προστιθέμενης αξίας ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής κοινοτικών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Για τα οχήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας. 3. … ».
Άρθρο 13 «Οριστικές απαλλαγές. 1. … 2. Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος επιβατικών αυτοκινήτων, θα παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης. 3. … ».
Άρθρο 14 «Καθεστώτα αναστολής και προσωρινής απαλλαγής οχημάτων.
1. …
2. Τα κοινοτικά οχήματα δύνανται να παραμένουν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας χωρίς να απαιτείται η καταβολή του τέλους ταξινόμησης και του Φ.Π.Α.. Για τη χορήγηση της προσωρινής αυτής απαλλαγής από την καταβολή του τέλους ταξινόμησης και του Φ.Π.Α. εφαρμόζονται ανάλογα οι όροι και προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής για τα οχήματα τρίτων χωρών που εισάγονται προσωρινά στη χώρα.
3. … 4. Όπου από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής παρέχεται απαλλαγή από δασμούς και φόρους στα αυτοκίνητα οχήματα, λόγω υπαγωγής τους στο παραπάνω καθεστώς, θα παρέχεται απαλλαγή και από το τέλος ταξινόμησης … ».
Άρθρο 17 «Περιορισμοί στην κατοχή και κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων. 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14, πρόσωπα εγκατεστημένα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπεται να κατέχουν πέρα από την προβλεπόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 11 προθεσμία ή να κυκλοφορούν πέρα από την προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 10 κοινοτικά οχήματα χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης. 2. … ».
Άρθρο 18 «Παραβάσεις- κυρώσεις. Α. Κοινοτικά οχήματα. 1. Η κατοχή ή η κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 11 του παρόντος νόμου αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ 73 Α΄) … Στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από την παράγραφο Α4 του παρόντος άρθρου. 2. … 4. Η διάπραξη των αναφερόμενων παρακάτω παραβάσεων χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επισύρει κατά περίπτωση, τα ακόλουθα πρόστιμα: α) Για τη μη υποβολή της δήλωσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 πρόστιμο εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών για κάθε όχημα. β) … 5. … Β. … Γ. Οχήματα Κοινοτικών και Τρίτων Χωρών. 1.
Πέρα από την επιβολή των προστίμων που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους Α4 … τα οχήματα υπόκεινται και σε προσωρινή συντηρητική δέσμευση με πράξη της τελωνειακής αρχής που διαπίστωσε την παράβαση … 5. Οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις προϊσχύουσες του νόμου αυτού διατάξεις».
Άρθρο 22 «1. Όπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες διοικητικές πράξεις αναφέρεται ειδικός Φόρος Κατανάλωσης ή εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος νοείται εφεξής τέλος ταξινόμησης. Οι διοικητικές και κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 75 και επόμενα του ν. 2127/1993, αναλόγως προσαρμοζομένων, εξακολουθούν να ισχύουν και για την εφαρμογή του παρόντος νόμου».
Άρθρο 29 «1. Από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος νόμου καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν: α) Των άρθρων 75 έως και 88, του άρθρου 90 και της παραγράφου 1 του άρθρου 89 του ν. 2127/1993 … β) του ν. 363/1976 … ».
Άρθρο 36 «Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από 16 Νοεμβρίου 1998, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις». Τέλος, οι σχετικές ρυθμίσεις τροποποιήθηκαν με τον ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α΄ 265).

4. Επειδή, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι με τον ν. 2682/1999 αντικαταστάθηκε μεν ο κατά το άρθρο 1 του ν. 363/1976 και το άρθρο 75 του ν. 2127/1993 «ειδικός φόρος κατανάλωσης» των επιβατηγών αυτοκινήτων από το «τέλος ταξινόμησης», διατηρήθηκαν όμως κατά τα λοιπά οι αυτές κατά βάση ρυθμίσεις. Επομένως, είναι δυνατή η σύγκριση των ρυθμίσεων των νόμων 2127/1993 και 2682/1999, προκειμένου να κριθεί αν, ως προς τις περιεχόμενες σ’ αυτές κυρώσεις, έχει πεδίο εφαρμογής η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρότερης κύρωσης. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 18 Α.1 του ν. 2682/1999, στην οποία προβλέπεται ότι η κατοχή ή κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 11 του παρόντος νόμου αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918), έχει την έννοια ότι παραπέμπει στις προϋποθέσεις της λαθρεμπορίας κατά τον Τελωνειακό Κώδικα, μεταξύ των οποίων η ύπαρξη δόλου, και στοιχεί, ως εκ τούτου, προς την ήδη καταργηθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993.
Αντιθέτως, στο νεότερο καθεστώς του ν. 2682/1999 δεν προβλέπεται διάταξη αντίστοιχη προς εκείνη της περ. ζ της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 88 περί επιβολής, στην περίπτωση αυτή, διοικητικού προστίμου. Συνεπώς, το νεότερο καθεστώς του ν. 2682/1999 είναι κατά τούτο ευμενέστερο από το προγενέστερο.
Ως εκ τούτου, η νεότερη ευμενέστερη διάταξη εφαρμόζεται αναδρομικά και καταλαμβάνει παραβάσεις διαπραχθείσες υπό την ισχύ του ν. 2127/1993.
Η δε ορίζουσα το αντίθετο διάταξη του άρθρου 18 Γ παρ. 5 του ν. 2682/1999 είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως αντικείμενη στην ως άνω (σκ. 3) γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ. ΣτΕ 1491/2011, 815/2010, 4159-60/2009 επτ.).

5. Επειδή, με τα άρθρα 1 και 3 της Οδηγίας 83/182/ΕΟΚ, καθώς και τα άρθρα 1 και 4 της 247/13/1.3-6.4.1988 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, που έχουν παρατεθεί ανωτέρω, παρέχεται δικαίωμα ατελούς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος – μέλος της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης).
Οι διατάξεις αυτές εξαρτούν την παροχή της ατέλειας από την προϋπόθεση ότι ο ιδιώτης ο οποίος προβαίνει στην εισαγωγή του οχήματος
«έχει τη συνήθη κατοικία του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της προσωρινής εισαγωγής» (ΔΕΚ, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-262/99, Λουλουδάκης κατά Ελληνικού Δημοσίου, σκέψη 7). Περαιτέρω, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 7 της αυτής ως άνω οδηγίας και του άρθρου 3 της αυτής ως άνω απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση α της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 2187/1994, τα κριτήρια καθορισμού της εννοίας της ‘συνήθους κατοικίας’ αφορούν τόσο τον επαγγελματικό και προσωπικό δεσμό ενός ατόμου με συγκεκριμένο τόπο όσο και τη διάρκεια αυτού του δεσμού και πρέπει να εξετάζονται σωρευτικώς (ΔΕΚ, απόφαση της 23.4.1991, C-297/89, Rigsadvokaten κατά Nicolai Christian Ryborg, ΣτΕ 4467/2001). Επομένως, ως συνήθης κατοικία προσώπου που επιδιώκει την ατελή προσωρινή εισαγωγή μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ο τόπος τον οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει καταστήσει μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του (C-277/89 , ΣτΕ 4467/2001, 3710/2005), όπου και διαμένει τουλάχιστον 185 ημέρες τον χρόνο. Στην περίπτωση ατόμου που έχει προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς σε δύο κράτη μέλη, ο τόπος της συνήθους κατοικίας του, ο οποίος καθορίζεται κατόπιν συνολικής εκτίμησης όλων των στοιχείων που ασκούν επιρροή, είναι εκείνος στον οποίο βρίσκεται το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του συγκεκριμένου ατόμου, στην περίπτωση δε κατά την οποία από τη συνολική αυτή εκτίμηση δεν είναι δυνατός αυτός ο προσδιορισμός πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στους προσωπικούς δεσμούς (C-262/99 , σκέψεις 43-60, ΣτΕ 3537/2008, 3231/2007 κ.α.).
Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που έχουν παρατεθεί σε προηγούμενη σκέψη, εφόσον από την εφαρμοστέα ουσιαστική ρύθμιση δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προαποδεικτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του.
Τέτοια διαφορετική ρύθμιση σχετικά με το βάρος και τα μέσα απόδειξης και το κύρος αυτών δεν περιέχει ούτε η παράγραφος 4 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, η οποία ορίζει ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων ατελούς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος μέλος της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης) φέρει ο ενδιαφερόμενος, ούτε το άρθρο 15 της Δ 247/1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου αυτού, που έχουν παρατεθεί σε προηγούμενη σκέψη, και τα οποία είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της Οδηγίας 83/182/ΕΟΚ, καθ’ όσον «επαναλαμβάνουν ακριβώς ή κατ’ ουσίαν τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, που αφορούν την απόδειξη του τόπου της συνήθους κατοικίας» (ΔΕΚ, C-262/99, Λουλουδάκης κατά Ελληνικού Δημοσίου, σκέψη 25), ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αποδεικνύει με κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως δε με το δελτίο ταυτότητας ή άλλο έγκυρο έγγραφο τη συνήθη κατοικία του και επομένως τους προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς του καθώς και τη διάρκεια παραμονής του, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι ίση προς 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος στο κράτος μέλος στο οποίο έχει αυτούς τους δεσμούς.
Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν ότι ο τόπος της μονίμου κατοικίας αποδεικνύεται, καταρχήν, με δημόσια έγγραφα, δεν περιέχουν αποκλίνουσα, σε σχέση με τις γενικές περί αποδείξεως διατάξεις, ρύθμιση σχετικά με το βάρος απόδειξης ή το κύρος των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, εκείνος που επικαλείται την συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων ατελούς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου που προέρχεται από χώρα – μέλος της ΕΕ, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει με τα προβλεπόμενα από τις οικείες δικονομικές διατάξεις αποδεικτικά μέσα (ΣτΕ 4135/2009, 3537/2008, 2997/2004).

6. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τον έλεγχο που διενήργησαν οι αρμόδιοι τελωνειακοί υπάλληλοι την 31.1.1995, σχετικά με το καθεστώς στην Ελλάδα του επιβατικού ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ………., μάρκας ……….. κ.ε., ιδιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρείας …………….., διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων διαμένει στην ……………… Αττικής, ότι εργάζεται στα γραφεία της εταιρείας μεταφορών ……………………….., ότι είναι αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με δικαίωμα υπογραφής για λογαριασμό της, ότι στις 3.5.1993 αγόρασε από τον Γερμανό υπήκοο …………………………… μερίδιο της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας αξίας 47.500 γερμανικών μάρκων, ότι την 1.12.1993 μίσθωσε κατοικία στην Γερμανία, ότι στις 27.6.1994 απόκτησε άδεια παραμονής στη χώρα αυτή και ότι το εν λόγω αυτοκίνητο το είχε αγοράσει η πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία στις 21.6.1993, ο δε αναιρεσείων το έφερε στην Ελλάδα όπου το χρησιμοποιούσε μέχρι τη δέσμευσή του από τις Τελωνειακές Αρχές στις 12.10.1994. Από την εκτίμηση των στοιχείων αυτών, οι ανωτέρω τελωνειακοί υπάλληλοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων δεν είναι δικαιούχο πρόσωπο προσωρινής εισαγωγής αυτοκινήτου και ότι με τις ενέργειές του αυτές αποσκοπούσε στη δημιουργία των τυπικών και μόνο προϋποθέσεων για την κυκλοφορία του αυτοκινήτου από δήθεν μόνιμο κάτοικο του εξωτερικού, ενώ από την απασχόληση του αναιρεσείοντος στην Ελλάδα, στα γραφεία της εταιρείας ………………, όπου και έγινε αυτοψία, τη διαμονή του στην ……….. Αττικής και τη φορολογική του δήλωση προκύπτει ότι αυτός διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα. Ακολούθως, βάσει των ανωτέρω διαπιστώσεων, εκδόθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος το από 31.1.1995 Πρωτόκολλο Τελωνειακής Παράβασης της ΔΙ.Π.Ε.Α., σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσείων κατείχε παράνομα το επίμαχο αυτοκίνητο, χωρίς να είναι δικαιούχο πρόσωπο προσωρινής απαλλαγής από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, εφόσον είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας, όπου διαμένει με την οικογένειά του και διατηρεί τους επαγγελματικούς (μέτοχος και συνδιαχειριστής της εταιρείας ………………….) και κοινωνικούς του δεσμούς, ενώ το εν λόγω αυτοκίνητο είχε δεσμευθεί με την από 12.10.1994 πράξη προσωρινής συντηρητικής δέσμευσης της ΔΙ.Π.Ε.Α., στην οποία αναφέρεται ότι είχε εισαχθεί στη Ελλάδα την 26.8.1994. Στη συνέχεια εκδόθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος η υπ’ αριθ. 36/95/1995 πράξη του Διευθυντή της ΔΙ.Π.Ε.Α., με την οποία του επιβλήθηκε συνολικό πρόστιμο 5.222.400 δρχ., ήτοι πρόστιμο 100.000 δρχ. κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 περ. α του ν. 2127/1993, πρόστιμο 5.000.000 δρχ. κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 περ. ζ του ν. 2127/1993, τέλος χαρτοσήμου 102.000 δρχ. και εισφορά υπέρ ΟΓΑ 20.400 δρχ, διότι το κατείχε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 3,4 και 6 της Δ 247/13/1.3-6.4.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών για να υπαχθεί στο καθεστώς προσωρινής απαλλαγής από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 75 και 84 του ν. 2127/1993. Κατά της πράξης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας στη Γερμανία (εταίρος της ανωτέρω εδρεύουσας στη χώρα αυτή εταιρείας …………………….), κατοικεί στην Γερμανία, ότι έχει μισθώσει διαμέρισμα στην πόλη ……………… και ότι η μόνη επαγγελματική του δραστηριότητα στην Ελλάδα είναι αυτή του μετόχου της εταιρείας ……………………… Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου: 1) το από 1.12.1993 συμβόλαιο μίσθωσης ενός διαμερίσματος (από τον ίδιο και τον αδελφό του .. ………………..) στην πόλη …………… της Γερμανίας, 2) την από 2.6.1993 πράξη του συμβολαιογράφου της πόλης Bad Aibling Siegfried Altinger από την οποία προκύπτει ότι ο Γερμανός υπήκοος …………….. που συμμετείχε στην εταιρεία ………………., με εταιρικό μερίδιο αξίας 47.500 μάρκων, πώλησε στις 3.5.1993 το μερίδιό του στον αναιρεσείοντα, ο οποίος στη συνέχεια εκχώρησε στον αδελφό του …………………. εταιρικό μερίδιο αξίας 10.000 μάρκων. Στη συμβολαιογραφική δε αυτή πράξη ως διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος και του αδελφού του αναφέρεται η οδός ………………, 3) την από 25.6.1996 ειδοποίηση της εφορίας ………………. για την ειδική διαπίστωση της εμπορικής ζημίας της εταιρείας …………………. που μπορεί να μεταφερθεί στις 31.12.1994, 4) δύο δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (αρχική και συμπληρωματική) που ο αναιρεσείων υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ……………. για το οικονομικό έτος 1994, καθώς και το οικείο εκκαθαριστικό σημείωμα απ’ όπου προκύπτει ότι ήταν φοιτητής και ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της χρήσης αυτής είχε στην κυριότητά του κατά ποσοστό 50% ακίνητο επιφάνειας 132 τ.μ. στην οδό……………………. Αττικής καθώς και εξοχική κατοικία στη ……………. Αργολίδας συνολικής επιφάνειας 60,92 τ.μ., 5) τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που υπέβαλε στην ίδια Δ.Ο.Υ. για το οικονομικό έτος 1995 καθώς και το οικείο εκκαθαριστικό σημείωμα, απ’ όπου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ήταν φοιτητής και ότι πέρα από τα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε κατά την προηγούμενη χρήση, είχε στην κυριότητά του και ποσοστό 50% αγροτεμαχίου στην περιοχή «Βλαχέϊκα» του ………… Τροιζηνίας, ότι εισέπραξε μέρισμα από την εταιρεία ……………….. 800.000 δρχ. για την χρήση 1.1.1993 έως 31.12.1993 και ότι η διεύθυνση εργασίας του είναι στην οδό ………………., όπως είχε δηλώσει και για το οικονομικό έτος 1994 (χρήση 1993) και 6) άλλα ξενόγλωσσα έγγραφα μη μεταφρασμένα στην ελληνική. Η προσφυγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 13400/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι «από τα νομοτύπως προσκομισθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το Δελτίο ταυτότητας του [αναιρεσείοντος], δεν προκύπτει ότι ο [αναιρεσείων] είχε τη συνήθη κατοικία του στη Γερμανία για 185 ημέρες τουλάχιστον κατά το ημερολογιακό έτος 1994 και κατά το προηγούμενο αυτού έτος 1993 ή ότι κατοικούσε μεν συνήθως στην Ελλάδα αλλά παρέμεινε και εργάσθηκε στη Γερμανία επί 185 ημέρες κατά τα ίδια έτη, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται ούτε από την από 27.6.1994 άδεια παραμονής του στη χώρα αυτή ούτε από τη μίσθωση κατοικίας στην πόλη ……………….. από 1/12/1993 ούτε από τη συμμετοχή του από 3.5.1993 στη Γερμανική εταιρεία …………….., από την οποία άλλωστε δεν προκύπτει και η προσωπική του απασχόληση σ’ αυτή. Αντίθετα, από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, οικονομικών ετών 1994 και 1995 που ο [αναιρεσείων] υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. …………., προκύπτει ως τόπος κατοικίας και εργασίας αυτού, κατά τα έτη 1993 και 1994, η Εκάλη Αττικής (οδός ………………… και οδός …………….. αντιστοίχως). Με τα δεδομένα αυτά εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο [αναιρεσείων] είχε τη συνήθη κατοικία του εκτός Ελλάδας κατά τα ημερολογιακά έτη 1993 και 1994 ή ότι παρέμεινε και εργάστηκε στη Γερμανία τουλάχιστον έξη μήνες σε καθένα από τα έτη αυτά, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι ο εν λόγω διάδικος μη νόμιμα κατείχε το πιο πάνω αυτοκίνητο στην Ελλάδα, κατά το χρόνο που κατελήφθη από τους Τελωνειακούς υπαλλήλους, χωρίς να το έχει δηλώσει και χωρίς να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο μολονότι δεν είχε τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο καθεστώς προσωρινής απαλλαγής από τον φόρο αυτό κατ’ άρθρο 84 παρ. 2 του ν. 2127/1993. Επομένως, ο [αναιρεσείων] υπέπεσε στις παραβάσεις που του αποδίδονται με την ένδικη πράξη οι οποίες επισύρουν τα πρόστιμα που του επιβλήθηκαν εκ δραχμών 100.000 (άρθρο 88 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 2127/1993) και 5.000.000, λόγω του κυβισμού του αυτοκινήτου – 2309 κυβικά εκατοστά- (άρθρο 88 παρ. 2 περ. ζ΄ του ν. 2127/1993, όπως συμπληρώθηκε με τη διάταξη του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2224/1994, ανεξαρτήτως των λοιπών κυρώσεων που επισύρουν οι παραβάσεις αυτές κατ’ εφαρμογή άλλων διατάξεων (άρθρο 88 παρ. 1 και 2 του ν. 2127/1993). Ο ισχυρισμός δε του [αναιρεσείοντος] ότι στην περίπτωσή του έπρεπε εν πάση περιπτώσει να τύχουν εφαρμογής οι ευμενέστερες ως προς το ύψος του προστίμου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 13 του ν. 2443/1996 και 18 παρ. Α περ. 3 και 4 του 2682/1999 απορρίπτεται ως αβάσιμος εφόσον οι διατάξεις αυτές άρχισαν να ισχύουν από 3.12.1996 και από 16.11.1998 αντιστοίχως και δεν καταλαμβάνουν την κρινόμενη υπόθεση που αφορά παράβαση συντελεσθείσα και διαπιστωθείσα πριν από τις ημερομηνίες αυτές (βλ. και άρθρο 18 παρ. Γ περ. 5 του ν. 2682/1999)».

7. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη 4), εφόσον με τον νεότερο ν. 2682/1999 δεν προβλεπόταν πλέον κύρωση για την παράβαση που καταλογίστηκε στον αναιρεσείοντα, δεν μπορούσαν – ενόψει της μνημονευθείσας γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου (αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης κύρωσης) – να εφαρμοστούν για την παράβαση αυτή οι διατάξεις του ν. 2127/1993 και, επομένως, να επιβληθεί σε αυτόν το πρόστιμο του άρθρου 88 παρ. 2 περ΄ ζ του εν λόγω νόμου. Συνεπώς, η ανωτέρω κρίση του Εφετείου δεν είναι νόμιμη, για τον λόγο δε αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, όπως αναπτύχθηκε περαιτέρω με το από 15.5.2012 υπόμνημα του αναιρεσείοντος, πρέπει, κατά μερική αποδοχή της κρινομένης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιβολή του ανωτέρω προστίμου (5.000.000 δρχ.). Μετά την αναίρεση της απόφασης αυτής για τον ανωτέρω λόγο παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης που αφορούν στο εν λόγω πρόστιμο, η δε υπόθεση η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση (πρβλ. ΣτΕ 3537/2008).

8. Επειδή, περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης είναι εξεταστέα ως προς τους λοιπούς λόγους αναίρεσης που στρέφονται κατά του κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αφορά την επιβολή στον αναιρεσείοντα της ποινής της περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993 (100.000 δρχ., πρβλ. ΣτΕ 3537/2008).

9. Επειδή, προβάλλεται ότι με την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-9/92 ακυρώθηκε η ανωτέρω Δ 247/1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και για το λόγο αυτό η επιβολή ποινής για προσωρινή εισαγωγή αυτοκινήτου κατά παράβαση των όρων της ως άνω υπουργικής απόφασης καθιστά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι με την εν λόγω απόφαση του ΔΕΚ δεν ακυρώθηκε η υπουργική αυτή απόφαση, αλλά κρίθηκε ότι ο κατ’ άρθρο 3 της ορισμός της έννοιας της συνήθους κατοικίας είναι αντίθετος προς τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 83/182, σε συμμόρφωση δε προς την απόφαση αυτή του ΔΕΚ, οι οικείες διατάξεις της Δ 247/1988 απόφασης τροποποιήθηκαν με το ν. 2187/1994, αναδρομικώς καθ’ όλον το χρόνο ισχύος της ανωτέρω Οδηγίας, ώστε να είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής (πρβλ. ΣτΕ 2797/2004, σκ. 16)

10. Επειδή, προβάλλεται ότι κατά παράβαση των διατάξεων της Οδηγίας 83/182 επιρρίφθηκε στον αναιρεσείοντα το βάρος να αποδείξει τον τόπο της συνήθους κατοικίας του. Και αυτός, όμως, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, οι διατάξεις του τρίτου και τέταρτου εδαφίου του άρθρου 15 της Δ 247/1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και η συναφής παρ. 4 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, σε αρμονία προς τις δικονομικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζουν ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων ατελούς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ φέρει ο ενδιαφερόμενος. Οι διατάξεις δε αυτές δεν αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 83/182, αφού, κατά τα κριθέντα από το ΔΕΚ επαναλαμβάνουν ακριβώς ή κατ’ ουσίαν τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 3 της Οδηγίας αυτής (βλ. ΣτΕ 4135/2009, σκ. 6, 2797/2004, σκ. 14).

11. Επειδή, προβάλλεται ότι τόσο ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, όσο και το ειδικό τέλος ταξινόμησης που θεσπίστηκαν με τους ν. 2127/93 και 2682/99 αντίστοιχα, αντίκεινται στο άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12 καθώς και στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της ΕΕ, διότι αποτελούν ανεπίτρεπτο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο τελωνειακό εμπόδιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την Οδηγία 92/12 (ΕΕ L 76) επετράπη στα κράτη μέλη της ΕΕ να επιβάλουν ή να διατηρήσουν φορολογικές επιβαρύνσεις, όπως ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, σε προϊόντα άλλα από εκείνα, για τα οποία η Οδηγία αυτή καθιερώνει την επιβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης (ορυκτέλαια, οινόπνευμα και αλκοολούχα ποτά, βιομηχανοποιημένα καπνά), οι δε διατάξεις των άρθρων 75 έως και 88 του ν. 2127/1993 θεσπίσθηκαν ενόψει αυτής της δυνατότητος που παρασχέθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη (ΣτΕ 1203/2005). Εξάλλου, ο συναφής λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι η επιβολή των εν λόγω τελωνειακών περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των αυτοκινήτων παραβιάζει τις Οδηγίες 83/182/ΕΟΚ, 83/182/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 92/12/ΕΟΚ, 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, τα άρθρα 5, 7, 8 Α, 12, 45, 48, 52, 99 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 8Α και ΣΤ της Συνθήκης του Μάαστριχτ, καθώς και το «δεδικασμένο» που απορρέει από τις αποφάσεις C 9/1992, C 297/89, C 58/89, C48/75 και C 345/93 του ΔΕΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ειδικότερα σε τι συνίσταται η παραβίαση των πιο πάνω Οδηγιών και διατάξεων του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου και η αντίθεση των κριθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση στις πιο πάνω αποφάσεις του ΔΕΚ.

12. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 96 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256), επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτόδικη δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη (βλ. ΣτΕ 1763/2011 με περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία). Επομένως, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι μη νομίμως το Διοικητικό Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των προσαχθέντων ενώπιόν του από τον αναιρεσείοντα στοιχείων για την απόδειξη του ισχυρισμού που είχε προβάλει και πρωτοδίκως ότι είχε την συνήθη κατοικία του στη Γερμανία, είναι απορριπτέος προεχόντως διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τα μη ληφθέντα υπόψη από το δικάσαν εφετείο στοιχεία ούτε προβάλλει με ποιο δικόγραφο τα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εκτίμησε τα νομίμως προσκομισθέντα στοιχεία, τα οποία και εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση, και από τα οποία, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε την συνήθη κατοικία του στη Γερμανία. Περαιτέρω, και ο προβαλλόμενος λόγος ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία που, μη νομίμως, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν ελήφθησαν υπόψη, αφορούσαν νέους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη και που εξετάσθηκαν από το Εφετείο, είναι ομοίως απορριπτέος, εφόσον οι ισχυρισμοί στους οποίους αναφέρεται ο αναιρεσείων αποτελούν νομικούς και όχι πραγματικούς ισχυρισμούς που εξετάσθηκαν το πρώτον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τα δε επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία αφορούσαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, στον πραγματικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε τη συνήθη κατοικία του στην Γερμανία. Τέλος, κατά το μέρος που αφορά το πρόστιμο των 100.000 δρχ., η παραπάνω κρίση του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία, μετά από συνολική εκτίμηση όλων των στοιχείων που ασκούν εν προκειμένω επιρροή, η συνήθης κατοικία, υπό την έννοια που εκτίθεται στη σκέψη 5, του αναιρεσείοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν η Ελλάδα, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς και οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους λόγους αυτούς αμφισβητείται η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

13. Επειδή, προβάλλεται ότι η κρίση του Εφετείου ότι η αιτιολογία της καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή της ΔΙ.Π.Ε.Α. νομίμως συμπληρώνεται από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, είναι πλημμελής, διότι ως δυσμενής διοικητική πράξη η αιτιολογία της απαιτείται να αναφέρεται στο σώμα της πράξης αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η εν λόγω δυσμενής διοικητική πράξη δεν απαιτείται να φέρει στο σώμα της αιτιολογία, αλλά αρκεί η τελευταία να περιέχεται στα προϋπάρχοντα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (πρβλ. άρθρο 17 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ν. 2690/1999, Α΄ 45).

14. Επειδή, εξάλλου, προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής, διότι το Εφετείο δεν απάντησε στον ουσιώδη ισχυρισμό που είχε προβάλει ενώπιόν του ο αναιρεσείων, ότι η επίμαχη καταλογιστική πράξη ήταν ακυρωτέα διότι μεταγενέστερα με την 254/00/2001 πράξη του Διευθυντή της ΔΙΠΕΑΚ, επιβλήθηκαν εις βάρος του και πολλαπλά τέλη για την ίδια παράβαση, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 6-9 και 14 παρ. 1 του ν. 2443/96, με τις οποίες ορίζεται ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι μία πράξη συνιστά λαθρεμπορία και επιβληθούν πολλαπλά τέλη, δεν επιβάλλονται σωρευτικώς τα τυχόν πρόστιμα της απλής τελωνειακής παράβασης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικό, το οποίο δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, δεν προβάλλεται δε με ποιο διαδικαστικό έγγραφο τέθηκε υπόψη του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου.

15. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθ. 11473/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη (βλ. το προσκομιζόμενο το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου 267/30.1.2001 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου), σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της λαθρεμπορίας για την ίδια υπόθεση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενος με το από 16.5.2012 υπόμνημα του αναιρεσείοντος.

16. Επειδή, συμφώνως προς τα ανωτέρω, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής, το οποίο αφορά την επιβολή στον αναιρεσείοντα της ποινής της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993 (100.000 δραχμές).

Διά ταύτα

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση 435/2001 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και

παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση κατά το αιτιολογικό.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης Οκτωβρίου 2012.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας Ε. Γαλανού Α. Ζυγουρίτσα

Αρ. πρωτ.: 16137/ΕΥΘΥ 293/12.4.2013 Διευκρινιστική εγκύκλιος για τις δαπάνες προσωπικού και τις δαπάνες μετακίνησης σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ (Άρθρο 32 και 32Α της ΥΠΑΣΥΔ αριθμ. 5058/ΕΥΘΥ 138/ΦΕΚ 292/13.2.2013)

Αρ. πρωτ.: 16137/ΕΥΘΥ 293/12.4.2013
Διευκρινιστική εγκύκλιος για τις δαπάνες προσωπικού και τις δαπάνες μετακίνησης σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ (Άρθρο 32 και 32Α της ΥΠΑΣΥΔ αριθμ. 5058/ΕΥΘΥ 138/ΦΕΚ 292/13.2.2013)
Αθήνα, 12/4/2013
Αρ. Πρωτ.: 16137/ΕΥΘΥ 293

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ – ΕΣΠΑ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΑΠΠΠ& ΔΕ   
ΕΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ

Ταχ. Δ/νση : Νίκης 10, Σύνταγμα
Ταχ. Κώδικας : 105 63   
Πληροφορίες: Α. Αρβανίτη
Τηλ. : 210- 3742004
Fax : 210- 3742060

ΘΕΜΑ: Διευκρινιστική εγκύκλιος για τις δαπάνες προσωπικού και τις δαπάνες μετακίνησης σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ (Άρθρο 32 και 32Α της ΥΠΑΣΥΔ αριθμ. 5058/ΕΥΘΥ 138/ΦΕΚ 292/13.2.2013)

Μετά την έκδοση της αριθμ. 5058/ΕΥΘΥ 138/ΦΕΚ 292/13.2.2013) ΥΑ περί τροποποίησης της ΥΠΑΣΥΔ και με αφορμή ερωτήματα που προέκυψαν σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 32 και 32Α διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

Α. ΑΡΘΡΟ 32

1. Προσωπικό δικαιούχου

Οι δαπάνες προσωπικού είναι γενικά επιλέξιμες στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων πράξεων τα οποία υλοποιούνται με ίδια μέσα δηλαδή με πόρους που ήδη διαθέτει ο δικαιούχος συμπληρούμενα με άλλους πόρους, απαιτούμενους για την εκτέλεση της πράξης, τους οποίους ο δικαιούχος μπορεί να προμηθεύεται με βάση τους ισχύοντες κανόνες.

Σε ότι αφορά ειδικότερα τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στην υλοποίηση μιας συγχρηματοδοτούμενης πράξης, αυτά μπορούν είτε να ανήκουν στο προσωπικό του δικαιούχου είτε να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο πλαίσιο της πράξης στη βάση δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Στην τελευταία περίπτωση τα φυσικά πρόσωπα δεν ανήκουν στο προσωπικό του δικαιούχου και η απασχόλησή τους στην πράξη διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 38 της ΥΠΑΣΥΔ (υπεργολάβοι).

Το προσωπικό του δικαιούχου δύναται να διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

1.1 Ως τακτικό προσωπικό νοείται το σύνολο των φυσικών προσώπων που απασχολείται στο δικαιούχο στη βάση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (περιλαμβάνονται οι λειτουργοί, υπάλληλοι και μισθωτοί του δημοσίου καθώς και υπάλληλοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου). Αυτά τα φυσικά πρόσωπα απασχολούνται στο δικαιούχο σε συνεχή βάση για το χρονικό διάστημα που ορίζεται από τη σύμβαση, για την κάλυψη των όποιων αναγκών του δικαιούχου και ανεξάρτητα από την υλοποίηση ή μη του συγχρηματοδοτούμενου έργου από αυτόν. Είναι αυτονόητο ότι η προαναφερόμενη απασχόληση του τακτικού προσωπικού μπορεί να είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εργατική νομοθεσία.

1.2 Ως έκτακτο προσωπικό νοείται το σύνολο των φυσικών προσώπων που συμβάλλεται με το δικαιούχο προκειμένου να απασχοληθεί στο πλαίσιο της συγχρηματοδοτούμενης πράξης και μόνο. Τα φυσικά πρόσωπα συμβάλλονται με το δικαιούχο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, πλήρους ή μερικής απασχόλησης. Το χρονικό διάστημα της σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο της διάρκειας υλοποίησης της πράξης και η σύμβαση λύεται το αργότερο στο χρόνο ολοκλήρωσης της πράξης στην οποία αφορά η σύμβαση.

1.2.1 Τα φυσικά πρόσωπα που συμβάλλονται με το δικαιούχο με σύμβαση μίσθωσης έργου μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν ως έκτακτο προσωπικό του δικαιούχου.

Σύμφωνα με το άρθρο 681 του Αστικού Κώδικα, μίσθωση έργου είναι η σύμβαση που έχει ως περιεχόμενο την εκτέλεση έργου από τον ένα συμβαλλόμενο (εργολάβος – ανάδοχος) χάριν του άλλου (εργοδότης – δικαιούχος) έναντι αμοιβής, δηλαδή στη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος – παραδοτέου και η λήξη της σχετικής σύμβασης επέρχεται αυτομάτως με την εκτέλεση της πράξης.

Ειδικά για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες, εφαρμόζεται η διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, όπως ισχύει κάθε φορά.

Όλες οι συμβάσεις που αφορούν σε έκτακτο προσωπικό αναφέρουν ρητά τη φύση της προσφερόμενης εργασίας ή του έργου σε σχέση με τη συγχρηματοδοτούμενη πράξη.

2. Δαπάνες προσωπικού

Ο δικαιούχος που υλοποιεί μια συγχρηματοδοτούμενη πράξη με ίδια μέσα αποζημιώνεται από το επιχειρησιακό πρόγραμμα για το κόστος υλοποίησης της πράξης. Στην περίπτωση που χρησιμοποιεί το προσωπικό του, οι δαπάνες προσωπικού που δηλώνονται στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη θα πρέπει να ταυτίζονται με το κόστος του δικαιούχου για την απασχόληση του προσωπικού αυτού, τακτικού ή έκτακτου, στην πράξη. Το κόστος του δικαιούχου για την απασχόληση του προσωπικού στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη τεκμηριώνεται με βάση το χρόνο απασχόλησης του προσωπικού στην πράξη, και το μεικτό ωριαίο κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού αυτού για το δικαιούχο φορέα.

3. Μεικτό Ωριαίο Κόστος Μισθοδοσίας

Ο υπολογισμός του μεικτού ωριαίου κόστους μισθοδοσίας στηρίζεται στον προσδιορισμό των παραγωγικών ωρών του κάθε εργαζόμενου.

Ως «παραγωγικές ώρες» ορίζεται: ο αριθμός ωρών εργασίας που διατίθενται από έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης σε ένα έτος για την απασχόλησή του στις διάφορες δραστηριότητες του δικαιούχου.

Ως «εργασία πλήρους απασχόλησης» θεωρείται η εργασία για 8 ώρες/ημέρα και 5 ημέρες/εβδομάδα».

Οι ετήσιες παραγωγικές ώρες εργασίας για όλες τις κατηγορίες προσωπικού πλήρους απασχόλησης ορίζονται σε 1.680 ώρες, μη υπολογιζόμενων των Σαββατοκύριακων, επίσημων αργιών, αδειών, εκπαίδευσης κλπ όπως αναλύεται στον παρακάτω πίνακα.

Ημέρες έτους:
    

365

Μείον Σαββατοκύριακα:
    

104

Μείον Ετήσια άδεια:
    

25

Μείον Επίσημες αργίες:
    

14

Μείον Ασθένεια, εκπαίδευση, άλλα:
    

12

Παραγωγικές Ημέρες Εργασίας ανά έτος:
    

210

Παραγωγικές Ώρες ανά Ημέρα:
    

8

Παραγωγικές Ώρες ανά Εβδομάδα:
    

8*5=40

Παραγωγικές Εβδομάδες ανά έτος:
    

210:5=42

Παραγωγικές Ώρες ανά έτος:
    

8*210=1.680

Παραγωγικές Ώρες ανά μήνα (μέσος αριθμός):
    

1.680:12=140

Για τον υπολογισμό της χρονοχρέωσης (μεικτό ωριαίο κόστος μισθοδοσίας) λαμβάνονται οι μεικτές τακτικές ετήσιες αποδοχές του προσωπικού, οι οποίες ανάγονται σε μεικτό ωριαίο κόστος αφού διαιρεθούν με το σύνολο των 1680 ετήσιων παραγωγικών ωρών ανεξάρτητα κατηγορίας προσωπικού.

Το μεικτό ωριαίο κόστος μισθοδοσίας υπολογίζεται για κάθε εργαζόμενο με βάση τα παραπάνω στοιχεία, όπως αυτά διαμορφώνονται στη χρονική περίοδο υπολογισμού του ωριαίου κόστους.

Οι μεικτές τακτικές ετήσιες αποδοχές του εργαζόμενου προσδιορίζονται από τη σύμβαση του με το φορέα ή από το σχετικό θεσμικό πλαίσιο. Σε αυτές περιλαμβάνονται και τυχόν επιδόματα/επιμίσθια που προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο του δικαιούχου, στο πλαίσιο των τακτικών του αποδοχών. Δεν περιλαμβάνονται όμως τυχόν πρόσθετες ή έκτακτες αποδοχές ή επιμίσθια του εργαζόμενου που καταβάλλονται σε μη σταθερή βάση και δεν προσδιορίζονται από τη σύμβαση εργασίας ή το θεσμικό πλαίσιο.

Επίσης περιλαμβάνονται οι εργοδοτικές εισφορές που επιβαρύνουν το μεικτό ωριαίο κόστος μισθοδοσίας, εφόσον αυτές είναι πραγματικές, αποδίδονται δηλαδή από το δικαιούχο στον ασφαλιστικό φορέα του εργαζόμενου.

Όταν από την νομοθεσία δεν απαιτούνται για την εργασία στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη εργοδοτικές εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση του εργαζόμενου, οι εργοδοτικές εισφορές δεν συνυπολογίζονται στις μεικτές τακτικές ετήσιες αποδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του μεικτού ωριαίου κόστους μισθοδοσίας που θα χρησιμοποιηθεί στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη.

Παράδειγμα 1:

Υπολογισμός μεικτού ωριαίου κόστους μισθοδοσίας προσωπικού συγχρηματοδοτούμενης πράξης:

Κατά τη διάρκεια ενός έτους, ένα φυσικό πρόσωπο απασχολείται σε ένα δικαιούχο βάση σύμβασης εργασίας η οποία προβλέπει 8 ώρες εργασίας για 5 ημέρες την εβδομάδα και ετήσια αμοιβή 30.000C και ετήσιες εργοδοτικές εισφορές 6.000C. Το φυσικό πρόσωπο απασχολείται εντός του ωραρίου του και για 120 ώρες σε μια συγχρηματοδοτούμενη πράξη.

Η χρέωση στην πράξη γίνεται ως εξής:
– μεικτό ωριαίο κόστος = (30.000+6.000)€/1680 = 21,43€
– κόστος προσωπικού για το δικαιούχο που θα δηλωθεί στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη = 120 ώρες*21,43€ =2.571,6€.

Παράδειγμα 2:

Υπολογισμός μεικτού ωριαίου κόστους προσωπικού για πρόσθετη απασχόληση :
Κατά τη διάρκεια ενός έτους, ένα φυσικό πρόσωπο δημόσιος υπάλληλος απασχολείται στο φορέα του για 8 ώρες εργασίας και για 5 ημέρες την εβδομάδα, ετήσια αμοιβή 30.000€ και ετήσιες εργοδοτικές εισφορές 6.000€. Το φυσικό πρόσωπο θα απασχοληθεί πρόσθετα του ωραρίου σε μια συγχρηματοδοτούμενη πράξη την οποία ο φορέας του έχει αναλάβει ως δικαιούχος. Η απασχόληση αυτή ανέρχεται σε 40 ώρες ανά μήνα και για 3 μήνες, η δε πρόσθετη αμοιβή που θα λάβει για αυτή την πρόσθετη απασχόληση δεν επιβαρύνεται με εργοδοτικές εισφορές.

Η χρέωση στο έργο γίνεται ως εξής:
– μεικτό ωριαίο κόστος = (30.000)€/1680 = 17,86€
– κόστος προσωπικού για το δικαιούχο που θα δηλωθεί στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη = 120 ώρες*17,86€ =2.143,2€.

Σημείωση

Είναι αυτονόητο ότι το ποσό των 2.571,6€ δεν αποτελεί την αμοιβή του φυσικού προσώπου για τη συμμετοχή του στην πράξη αλλά το κόστος του δικαιούχου για την απασχόληση του φυσικού προσώπου στο έργο. Η αμοιβή του φυσικού προσώπου στην πρώτη περίπτωση θα προσδιοριστεί από το φορέα του με βάση το ποσό των 2.571,6€ αφού αφαιρεθούν από αυτό οι εργοδοτικές εισφορές και οι άλλες νόμιμες κρατήσεις.

Στη δεύτερη περίπτωση η αμοιβή του φυσικού προσώπου προσδιορίζεται από το φορέα του με βάση το ποσό των 2.143,2€ αφού αφαιρεθούν από αυτό οι νόμιμες κρατήσεις στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται εργοδοτικές εισφορές.

Ο υπολογισμός του μεικτού ωριαίου κόστους μισθοδοσίας βασίζεται στις παραγωγικές ώρες που αντιστοιχούν σε προσωπικό με συμβάσεις πλήρους απασχόλησης δηλαδή σε εργασία 8 ωρών ανά ημέρα και 5 ημερών ανά εβδομάδα, ώστε να υπάρχει ενιαίος τρόπος υπολογισμού. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση, μεταξύ των συμβατικών ωρών απασχόλησης του προσωπικού στο δικαιούχο με αυτήν της πλήρους απασχόλησης, όπως αυτή ορίζεται παραπάνω, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη χρήση του Ισοδυνάμου Πλήρους Απασχόλησης.

Το «Ισοδύναμο Πλήρους Απασχόλησης» (ΙΠΑ) ορίζεται ως ο συνολικός αριθμός ετήσιων συμβατικών ωρών εργασίας δια του ετήσιου αριθμού ωρών που πραγματοποιούνται σε θέσεις πλήρους απασχόλησης. Ένα ΙΠΑ είναι ισοδύναμο με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης.

Παράδειγμα:

Υπολογισμός μεικτού ωριαίου κόστους μισθοδοσίας με το «Ισοδύναμο Πλήρους Απασχόλησης»:

Έστω ότι ο χρόνος απασχόλησης φυσικού προσώπου του προηγούμενου παραδείγματος προβλέπει, με βάση τη σύμβασή του, 20 ώρες απασχόλησης την εβδομάδα. Ο ετήσιος χρόνος απασχόλησης του φυσικού προσώπου στο δικαιούχο υπολογίζεται σε 20*42=840 ώρες/έτος και το Ισοδύναμο Πλήρους Απασχόλησης υπολογίζεται σε 840/1680=0,5 ΙΠΑ.

Η χρέωση στο έργο γίνεται ως εξής:

Το ωριαίο κόστος μισθοδοσίας ανέρχεται σε :
(36.000C/IΠ A)/1680=(36.000/D,5)/1680=72.000/1680=42,86€

Το κόστος του ερευνητή που θα δηλωθεί στο έργο ανέρχεται σε 42,86*840=36.000€

Το ωριαίο κόστος μισθοδοσίας θα παραμένει σταθερό κατά την φάση εκτέλεσης του έργου, εφόσον δεν μεταβάλλονται τα επιμέρους στοιχεία υπολογισμού του. Στην περίπτωση που η πληρωμή προσωπικού του δικαιούχου για τη συμμετοχή του σε συγχρηματοδοτούμενη πράξη γίνεται σε χρόνο μεταγενέστερο της υλοποίησης του φυσικού αντικειμένου η πληρωμή γίνεται με βάση το ωριαίο κόστος μισθοδοσίας όπως αυτό προσδιορίζεται κατά το χρόνο εκτέλεσης του φυσικού αντικειμένου.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιούχος επιχορηγείται για τη λειτουργία του από τον κρατικό προϋπολογισμό ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή χρηματοδότησης, αποδεικνύεται λογιστικά ότι για τις δαπάνες του προσωπικού (τακτικού και έκτακτου) που απασχολούνται στη συγχρηματοδοτούμενη πράξη δεν υφίσταται διπλή χρηματοδότηση της ίδιας δαπάνης.

Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που το κόστος για την απασχόληση προσωπικού σε συγχρηματοδοτούμενη πράξη προσδιορίζεται από το θεσμικό πλαίσιο.

Επιπλέον δεν απαιτείται ο υπολογισμός του ωριαίου κόστους μισθοδοσίας με βάση τις παραγωγικές ώρες, ως ανωτέρω, για τις περιπτώσεις τακτικού ή έκτακτου προσωπικού πλήρους ή μερικής απασχόλησης, το οποίο απασχολείται 100% σε ένα συγχρηματοδοτούμενο έργο. Οι δαπάνες που δηλώνονται στην πράξη, για την περίπτωση αυτή, αντιστοιχούν στο συνολικό κόστος του δικαιούχου για την απασχόληση του προσωπικού όπως αυτό προβλέπεται από την οικεία σύμβαση.

4. Χρόνος απασχόλησης του προσωπικού σε συγχρηματοδοτούμενη πράξη.

Ο χρόνος απασχόλησης του προσωπικού του δικαιούχου σε μια συγχρηματοδοτούμενη πράξη αφορά στις πραγματικές ώρες εργασίας σε επίπεδο φυσικού προσώπου που αναλώνονται στην πράξη. Ο χρόνος αυτός υπόκειται σε ανώτατα όρια τα οποία καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη τον συμβατικό χρόνο απασχόλησης του προσωπικού στο φορέα (ώρες εργασίας που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας ή το θεσμικό πλαίσιο) και την παρ. 7 του άρθρου 32 της ΥΠΑΣΥΔ.

Ειδικότερα ένα φυσικό πρόσωπο που ανήκει στο προσωπικό του δικαιούχου μπορεί να απασχοληθεί για όλες τις δραστηριότητες που αναλαμβάνει στο πλαίσιο της εργασίας του στο δικαιούχο μέχρι και 3 ώρες ημερησίως ή 10 ώρες την εβδομάδα κατά μέγιστο, πέραν του χρόνου πλήρους απασχόλησης που αντιστοιχεί στο ωράριο εργασίας των 40 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας ή των 1680 ωρών ετησίως..

Η απασχόληση πέραν των συμβατικών ωρών εργασίας μπορεί να γίνεται είτε ως υπερωριακή είτε ως πρόσθετη απασχόληση ανάλογα με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει το δικαιούχο και το προσωπικό του. Σε κάθε περίπτωση τα όρια χρονικής απασχόλησης της προηγούμενης παραγράφου δύναται να περιορίζονται περαιτέρω από τα ισχύοντα κάθε φορά όρια είτε για την υπερωριακή απασχόληση είτε για τις αμοιβές προσωπικού.

Σημειώνεται ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χρόνος απασχόλησης σε μια συγχρηματοδοτούμενη πράξη ο χρόνος που αφαιρείται από τις ημέρες του έτους για τον προσδιορισμό του παραγωγικού χρόνου όπως για παράδειγμα Σαββατοκύριακα, χρόνος κανονικής άδειας, αναρρωτικής άδειας κλπ.

Η πέραν του συμβατικού χρόνου απασχόληση (πρόσθετη ή υπερωριακή) της παραγράφου 7 του άρθρου 32 αφορά σε χρόνο απασχόλησης στην ο έργο πέραν του παραγωγικού χρόνου των 1680 ωρών ετησίως. Οι δαπάνες για αυτό το χρόνο είναι επιλέξιμες ακόμα και για το προσωπικό πλήρους απασχόλησης για το οποίο με βάση το θεσμικό πλαίσιο καθορίζεται συμβατικός χρόνος ή ελάχιστος υποχρεωτικός χρόνος μικρότερος από 40 ώρες την εβδομάδα.

Παράδειγμα:

Προσδιορισμός μέγιστου χρόνου απασχόλησης προσωπικού σε συγχρηματοδοτούμενη πράξη:

Προσωπικό με συμβατικό ωράριο απασχόλησης τέσσερις (4) ώρες την ημέρα έχει δυνατότητα να απασχοληθεί επιπρόσθετα (πέραν των τεσσάρων συμβατικών ωρών) στο φορέα του για την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων πράξεων μέχρι 4 παραγωγικές +2 πρόσθετες ή υπερωριακές =6 ώρες ή 4 παραγωγικές+3 = 7 ώρες κατά μέγιστο σε μία ημέρα με την προϋπόθεση ότι η υπερωριακή ή η πρόσθετη απασχόληση:
-είναι απαραίτητη για την πράξη, έχει δηλαδή εγκριθεί από τη Διαχειριστική Αρχή
-η πρόσθετη/υπερωριακή απασχόληση δεν υπερβαίνει τις 10 ώρες/εβδομάδα
– είναι δυνατή με βάση το θεσμικό πλαίσιο του δικαιούχου

5. Φύλλα χρονοχρέωσης

Η δήλωση των δαπανών για αμοιβές του τακτικού προσωπικού του δικαιούχου και του έκτακτου προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, θα συνοδεύεται από μηνιαία αναλυτικά απολογιστικά φύλλα χρονοχρέωσης. Στα φύλλα χρονοχρέωσης θα αποτυπώνονται σε επίπεδο φυσικού προσώπου οι πραγματικές ώρες απασχόλησής του ανά ημέρα και πράξη στο δικαιούχο (πλήρης καταγραφή του χρόνου απασχόλησης του εργαζόμενου στο δικαιούχο στο πλαίσιο του παραγωγικού και του τυχόν πρόσθετου/υπερωριακού χρόνου απασχόλησης του π.χ. ώρες απασχόλησης σε έργα του ΕΣΠΑ, έργα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, λοιπά έργα, κλπ). Τα μηνιαία αναλυτικά απολογιστικά φύλλα χρονοχρέωσης υπογράφονται από τον απασχολούμενο και τον υπεύθυνο της διοίκησης του δικαιούχου.

Τα ανωτέρω μηνιαία απολογιστικά φύλλα χρονοχρέωσης μπορεί να υπογράφονται μόνο από τον υπεύθυνο της διοίκησης του δικαιούχου στις περιπτώσεις που συνοδεύονται από μηνιαία φύλλα χρονοχρέωσης ανά συγχρηματοδοτούμενο υποέργο υπογεγραμμένα από τον απασχολούμενο και τον υπεύθυνο του έργου.

Επισημαίνεται ότι το προσωπικό που απασχολεί ο δικαιούχος με σύμβαση μίσθωσης έργου, προκειμένου να παρέχει συγκεκριμένο έργο εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, θεωρείται ότι ασκεί ιδιωτικό έργο, και ως εκ τούτου δεν προκύπτει υποχρέωση τήρησης φύλλων χρονοχρέωσης.

6. Xρόvoς εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 32

Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στην ΥΑ και ειδικότερα στο άρθρο 32 ισχύουν από τη δημοσίευση της στο ΦΕΚ, δηλ από 13.2.2013.

Ειδικότερα για τις ενεργές συμβάσεις που έχουν συναφθεί σε προγενέστερο χρονικό σημείο από το χρόνο έναρξης ισχύος της ΥΠΑΣΥΔ ισχύουν τα εξής:

1. το φυσικό αντικείμενο το οποίο έχει εκτελεσθεί πριν από τις 13.2.2013 και δεν έχει αποπληρωθεί μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, αποπληρώνεται με τους όρους που ίσχυαν μέχρι τις 13.2.2013.

2. οι συμβάσεις μίσθωσης έργου που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος της ΥΠΑΣΥΔ παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες μέχρι τη λήξη τους ή μέχρι την εκτέλεση του έργου.

3. ο πρόσθετος χρόνος απασχόλησης, πέραν του συμβατικού ή και του παραγωγικού των 1680 ωρών, όπως έχει εγκριθεί στις αποφάσεις αυτεπιστασίας μέχρι 13.2.2013, και οι σχετικές με αυτό το χρόνο αμοιβές του προσωπικού των δικαιούχων, θα πρέπει να επανεξετασθούν σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του άρθρου 32.

Β. ΑΡΘΡΟ 32Α

1. Καθορισμός των ανώτατων ορίων της εκτός έδρας αποζημίωσης και των εξόδων μετακίνησης του προσωπικού των δικαιούχων σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ

Οι δαπάνες για εκτός έδρας αποζημίωση και για έξοδα μετακίνησης προσδιορίζονται από το σχετικό θεσμικό πλαίσιο του δικαιούχου και είναι επιλέξιμες από τα ΕΠ του ΕΣΠΑ μέχρι των ανώτατων ορίων που προσδιορίζονται από την ΥΑ (ΦΕΚ Β’ 760/15.6.2001 Αριθ. 19248/60/ΓΔΑΠΠΠΔΕ), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Τα προβλεπόμενα ανώτατα όρια που καθορίζονται στην ως άνω ΥΑ έχουν ως ακολούθως:

Α. Για το εσωτερικό:

α. Δαπάνη μετακίνησης με οποιοδήποτε μέσο μαζικής μεταφοράς. Επιτρέπεται επίσης η μετακίνηση με όχημα ιδιωτικής χρήσης για την οποία χορηγείται χιλιομετρική αποζημίωση δέκα πέντε λεπτών (0,15 €) καθώς και η δαπάνη διοδίων μέσω του εθνικού οδικού δικτύου.

β. Δαπάνη διανυκτέρευσης έως εξήντα τέσσερα ευρώ (64 ευρώ) στην οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται πρόγευμα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής και το Νομό Θεσσαλονίκης η παραπάνω δαπάνη ανέρχεται σε ογδόντα οκτώ ευρώ (88 ευρώ). Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 20% κατά την θερινή περίοδο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου.

γ. Ημερήσια αποζημίωση (συμπεριλαμβανομένης της ημέρας αναχώρησης) πενήντα έξι (56) ευρώ.

Επισημαίνεται ότι η ίδια αποζημίωση για την ημέρα επιστροφής (ως ημέρα επιστροφής θεωρείται η επόμενη ημέρα από τη λήξη των εργασιών) καταργείται.

Β. Για τις χώρες του εξωτερικού:

α. Δαπάνες μετακίνησης με οποιοδήποτε μέσο μαζικής μεταφοράς.

β. Δαπάνη διανυκτέρευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α’).

Ειδικότερα :

1. Σε όσους αποστέλλονται με ειδική αποστολή ή για εκτέλεση υπηρεσίας ή εκπαίδευση στο εξωτερικό, καταβάλλονται τα έξοδα διαμονής στο ξενοδοχείο, τα οποία υπολογίζονται κατά κανόνα στο νόμισμα της χώρας μετάβασης, όταν αυτό εντάσσεται στην κατηγορία των σταθερών ισοτιμιών, άλλως σε ΕΥΡΩ.

2. Τα ξενοδοχεία στα οποία επιτρέπεται η διαμονή των κατά την προηγούμενη παράγραφο μετακινουμένων στο εξωτερικό, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσονται βάσει του άρθρου 4 του παρόντος, είναι τα εξής :

α. Σε ξενοδοχεία 5 αστέρων, οι της κατηγορίας Ια, καθώς και τα άτομα που συνοδεύουν αυτούς.

β. Σε ξενοδοχεία 4 αστέρων, οι της κατηγορίας Ιβ, Ιγ, Ιδ καθώς και της κατηγορίας II.

γ. Σε ξενοδοχεία 3 αστέρων, οι της κατηγορίας III και IV.

Ειδικά, προκειμένου περί μετακινήσεων σε χώρες, στις οποίες επικρατούν ειδικές συνθήκες διαβίωσης, επιτρέπεται η διανυκτέρευση σε ξενοδοχεία κατηγορίας ανώτερης από εκείνη που δικαιούται ο μετακινούμενος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

γ. Ημερήσια αποζημίωση (συμπεριλαμβανομένης της ημέρας αναχώρησης), σε ογδόντα (80) ευρώ.

Επισημαίνεται ότι δεν προβλέπεται πλέον η καταβολή ημερήσιας αποζημίωσής για την ημέρα επιστροφής. Ως ημέρα επιστροφής, θεωρείται η επόμενη της περάτωσης των εργασιών.

Στις αποφάσεις ή εντολές μετακίνησης προσδιορίζεται η ημερομηνία μετακίνησης, ο αριθμός των ημερών εκτός έδρας, η αιτία, ο τόπος και το μέσο μετακίνησης. Για την Περιφέρεια Αττικής σαν εκτός έδρας αμοιβή λογίζεται κάθε μετακίνηση που πραγματοποιείται έξω από τα διοικητικά όρια της Περιφέρειας Αττικής και κάθε μετακίνηση στα νησιά της Περιφέρειας. Στις Περιφέρειες Ν. Αιγαίου, Β. Αιγαίου και Ιονίων κάθε μετακίνηση έξω από το νησί όπου είναι η έδρα της Περιφέρειας λογίζεται σαν εκτός έδρας μετακίνηση. Σε περιπτώσεις μετακίνησης με προφορική εντολή, παρέχεται γραπτή έγκριση το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επιστροφής του μετακινουμένου στην έδρα του.

Παραμένουμε στην διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνηση.

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Επενδύσεων – ΕΣΠΑ
Γ. Γιαννούσης