Σύμφωνα με το πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε στην βουλή στις 12/12/2016:

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΜΕΤΡΑ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Γενικά
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου λαμβάνονται σημαντικά μέτρα για την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και τον εξορθολογισμό των διαδικασιών τόσο στο Συμβούλιο της Επικράτειας όσο και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Παράλληλα, λαμβάνεται μέριμνα για την πληρέστερη και αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων.
Οι σημαντικότερες καινοτομίες του νομοσχεδίου είναι οι εξής: Εισάγεται και στο Συμβούλιο της Επικράτειας το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας μετά από καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 16). Επιχειρείται η εναρμόνιση της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη με τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου (άρθρο 17). Εισάγεται ο θεσμός της ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών από αγωγές για απαιτήσεις από διοικητικές συμβάσεις, με σκοπό να επιταχυνθεί σημαντικά η έκδοση εκτελεστού τίτλου για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων (άρθρο 23).
Εισάγεται ο θεσμός του εισηγητή δικαστή στις διοικητικές διαφορές ουσίας (πλην των αγωγών), ο οποίος αναμένεται να βελτιώσει και να επιταχύνει την εκδίκαση των διαφορών, καθώς ο εισηγητής θα έχει τη δυνατότητα να ενεργεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και να την προετοιμάζει καλύτερα (άρθρο 24). Εξάλλου, στα μέτρα εξορθολογισμού των διαδικασιών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ελαστικοποιούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση έφεσης και αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας (άρθρο 15). Εναρμονίζεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές με βάση το ίδιο χρηματικό όριο που προβλέπεται και για τις λοιπές χρηματικές διαφορές (άρθρο 18). Επιταχύνεται και εξορθολογίζεται η διαδικασία σε συμβούλιο κατά το άρθρο 126Α (άρθρο 22).
Εξορθολογίζεται, με ισόρροπη μέριμνα για τη διασφάλιση των συμφερόντων τόσο του Δημοσίου όσο και των πολιτών, η διαδικασία αναστολής εκτέλεσης στις φορολογικές, τελωνειακές και χρηματικές διαφορές (άρθρο 27). Καθίσταται ευχερέστερη για τον πολίτη και ταχύτερη η χορήγηση του ευεργετήματος πενίας (άρθρο 28).
Τέλος, η μεταβατική ρύθμιση για την κατάργηση των εκκρεμών προ της 31.12.2014 ακυρωτικών υποθέσεων της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αναμένεται να αποφορτίσει τα δικαστήρια από σημαντικό αριθμό υποθέσεων οι οποίες θα απορρίπτονταν ως απαράδεκτες (άρθρο 30), ενώ η μεταβατική ρύθμιση για την ανάθεση των «παλαιών» (προ του 2013) υποθέσεων σε προέδρους πρωτοδικών αναμένεται να επιταχύνει σημαντικά την εκκαθάριση των εν λόγω υποθέσεων (άρθρο 31).

Άρθρο 14
Τροποποίηση γενικών δικονομικών κανόνων
1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 17 του Π.Δ. 18/1989 (Α’ 8) αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα δικόγραφα της αίτησης ακυρώσεως, της προσφυγής και της αίτησης αναιρέσεως, που ασκούνται από ιδιώτη, υπογράφονται μόνο από δικηγόρο.»
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 17 καταργείται.
3. Στην τρίτη υποπαράγραφο της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά τις προσθήκες που έγιναν με το άρθρο 41 του ν. 4055/2012 (Α’ 51), προστίθενται μετά το προτελευταίο εδάφιο τα εξής:
«Η αυξημένη δικαστική δαπάνη του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλεται επίσης στον διάδικο που ηττήθηκε, εάν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το δικόγραφό του υπερβαίνει σε έκταση το αναγκαίο μέτρο ενόφει των τιθέμενων με το ένδικο βοήθημα ή μέσο ζητημάτων.»
4. Η περίπτωση α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του Π.Δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο η κοινοποίηση προς την αρμόδια αρχή γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 14
Τροποποίηση γενικών δικονομικών κανόνων
Με την παράγραφο 1 τροποποιείται η παράγραφος 4 του άρθρου 17 του Π.Δ. 18/1989, προκειμένου η υποχρέωση υπογραφής του δικογράφου από δικηγόρο να επεκταθεί και στην υπαλληλική προσφυγή. Η ρύθμιση, η οποία είναι εφαρμοστέα ενώπιον τόσο του Συμβουλίου της Επικράτειας όσο και των διοικητικών εφετείων, δικαιολογείται προεχόντως από την ανάγκη μείζονος προστασίας του προσφεύγοντος, ο οποίος συνήθως δεν διαθέτει τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις, δοθέντος μάλιστα ότι η εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής γίνεται κατά κύριο λόγο βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσκομισθεί (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 6.3.2003, G.L.&S.L. κατά Γαλλίας).
Παράλληλα, διευκολύνεται και το έργο των δικαστηρίων, με την εξέταση δικογράφων που περιέχουν σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς.
Με την παράγραφο 2 καταργείται, ως συνέπεια της προηγούμενης ρύθμισης, η διάταξη του εδαφίου α’ της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του Π.Δ.18/1989, που προέβλεπε τη δυνατότητα υπογραφής του δικογράφου της προσφυγής από τον υπάλληλο.
Με την παράγραφο 3 προστίθεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Π.Δ.18/1989 εδάφιο, με το οποίο παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα, αν κρίνει ότι το δικόγραφο του διαδίκου που ηττήθηκε υπερβαίνει σε έκταση το αναγκαίο ενόφει των ζητημάτων που τίθενται μέτρο, να του επιβάλει αυξημένη δικαστική δαπάνη. Με τη ρύθμιση αυτή σκοπείται η αποτροπή της πρακτικής κατάθεσης σχοινοτενών δικογράφων, τα οποία επαυξάνουν τον φόρτο του δικαστή συχνά χωρίς λόγο και οδηγούν έτσι σε επιβράδυνση της απονομής της δικαιοσύνης, ιδίως στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να διατυπωθούν κατά τρόπο συνοπτικότερο χωρίς άσκοπες επαναλήψεις, σύμφωνα άλλωστε και με τα ισχύοντα στους κανονισμούς των διεθνών δικαστηρίων (Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).
Αντικαθίσταται με την παράγραφο 4 η διάταξη της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του Π.Δ.18/1989 περί κοινοποιήσεως, σε περίπτωση που η προσφυγή ασκείται από τον υπάλληλο, δεδομένου ότι η υποχρέωση κοινοποίησης στον προσφεύγοντα της πράξης περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου δημιουργούσε συχνά δικονομικά ζητήματα λόγω μη ανεύρεσής του, με συνέπεια την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης.

Άρθρο 15
Τροποποίηση διατάξεων περί ενδίκων βοηθημάτων και μέσων
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 41 του Π.Δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος προσφυγές υπαλλήλων ασκούνται μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση από αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης.»
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του Π.Δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), αντικαθίσταται ως εξής:
«Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση.»
3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του Π.Δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, αντικαθίσταται ως εξής:
«Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση.»
4. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα αιτήματα των διαδίκων υπογράφονται επί ποινή απαράδεκτου από δικηγόρο και συνοδεύονται από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 15
Τροποποίηση διατάξεων περί ενδίκων βοηθημάτων και μέσων
Με την παράγραφο 1 τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 41 του Π.Δ. 18/1989, προκειμένου να προβλεφθεί ότι ως αφετηρία έναρξης της προθεσμίας της υπαλληλικής προσφυγής θεωρείται, πλην της κοινοποίησης, και η πλήρης γνώση από τον προσφεύγοντα της πειθαρχικής απόφασης. Σκοπός της ρύθμισης είναι να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που ανέκυψαν στην πράξη ως προς την εγκυρότητα της κοινοποίησης, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες από τα στοιχεία του φακέλου που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο προέκυπτε σαφώς και αναντιλέκτως η πλήρης γνώση της πειθαρχικής απόφασης από τον υπάλληλο (βλ. ΣτΕ 1538/2012).
Με τις παραγράφους 2 και 3 προστίθεται εδάφιο, αντιστοίχως, στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 και της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του Π.Δ. 18/1989, όπως ισχύουν μετά το ν. 3900/2010, προκειμένου να προβλεφθεί ότι η προϋπόθεση του παραδεκτού που τίθεται με τις εν λόγω διατάξεις καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία ελαστικοποιούνται οι ισχύουσες προϋποθέσεις, παρίσταται αναγκαία, δεδομένου ότι, μέχρι στιγμής, δεν υφίσταται διαθέσιμη μια πλήρης και προσιτή βάση δεδομένων με το σύνολο της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας, των λοιπών ανωτάτων δικαστηρίων, καθώς και των διοικητικών δικαστηρίων της χώρας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν ο διάδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα εάν υφίσταται νομολογία αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με την παράγραφο 4 τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, όπως ισχύει, προκειμένου να προβλεφθεί, πρώτον, ότι το αίτημα διαδίκου για εισαγωγή υπόθεσης σε πρότυπη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας υπογράφεται επί ποινή απαράδεκτου από δικηγόρο και, δεύτερον, ότι το προβλεπόμενο για το εν λόγω αίτημα παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Η ρύθμιση περί υπογραφής από δικηγόρο κατέστη αναγκαία ενόψει του ότι έχει πολλαπλασιασθεί ο αριθμός των αιτήσεων για πρότυπη δίκη που υπογράφονται από ιδιώτες διαδίκους, οι οποίοι στερούνται συχνά των απαραιτήτων νομικών γνώσεων για να θέσουν με ακρίβεια και ενάργεια τα ζητήματα που τίθενται στα πλαίσια του θεσμού αυτού. Περαιτέρω, η προσθήκη περί κατάπτωσης του παράβολου σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αποσκοπεί στο να άρει τη σχετική αμφιβολία που υπήρχε, ενόψει της έλλειψης ρητής πρόβλεψης στη διάταξη.

Άρθρο 16
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας
Στο Μέρος Τρίτο του Π.Δ. 18/1989 προστίθεται μετά το άρθρο 69 Κεφάλαιο Έβδομο και νέο άρθρο 69Α, ως εξής:
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας
Άρθρο 69Α
1. Δικαστική απόφαση, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης, υπόκειται σε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστικού σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικράτειας που την εξέδωσε.
2. Δικαίωμα να ασκήσουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον.
3. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα ημερών, που αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τηρουμένης κατά τα λοιπά της ισχύουσας διαδικασίας. Αν κατά τη διάρκεια της παραπάνω προθεσμίας υπάρξει διαδοχή του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαδίκου, η προθεσμία για τον διάδοχο αρχίζει από τότε που επήλθε η διαδοχή. Ειδικώς στην περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, η προθεσμία για τον κληρονόμο αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 16
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας
Με την προτεινόμενη ρύθμιση θεσπίζεται για το Συμβούλιο της Επικράτειας και τα ακυρωτικά διοικητικά εφετεία το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε απόφαση, η οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι παραβιάζει τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας ή δικαίωμα που κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όμοια ρύθμιση προβλέπεται ήδη στο άρθρο 105Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και παρίσταται αναγκαία για τον λόγο της ομοιόμορφης αντιμετώπισης των διοικητικών διαφορών ουσίας με τις ακυρωτικές, και της συμπερίληψης και των αναιρετικών υποθέσεων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 17
Σχέση της διοικητικής με την πολιτική και την ποινική δίκη

Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης.»

Άρθρο 17
Σχέση της διοικητικής με την πολιτική και την ποινική δίκη

Με την παράγραφο 1 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου η δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να επεκταθεί πέραν από τις καταδικαστικές και στις αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και στα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα που έχουν καταστεί αμετάκλητα (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της 13.7.2010, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας).

Άρθρο 18
Τροποποίηση του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συναφών διατάξεων
1. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας απαλείφεται η φράση «Κατ’ εξαίρεση.»
2. Η περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο τριμελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο τριμελές εφετείο.»
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος.
4. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του ν. 2523/1997 (Α’ 179), των παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), του άρθρου 153 του ν. 2960/2001 (Α’ 265) και των περιπτώσεων γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (Α’ 182), η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του ν. 3659/2008 (Α’ 77), ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως.»
5. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 προστίθεται τελευταίο εδάφιο, ως ακολούθως:
«Η υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής δεν ισχύει στις περιπτώσεις των διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του προέδρου πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, σύμφωνα με την περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως εκάστοτε ισχύει.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 18
Τροποποίηση του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συναφών διατάξεων
Με την παράγραφο 2 τροποποιείται η περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να επανέλθει η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου για φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, σε υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ. Με τη ρύθμιση αυτή εξορθολογίζεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου με βάση ίδιο χρηματικό όριο που προβλέπεται και για τις λοιπές χρηματικές διαφορές. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι αντίστοιχες διαφορές με αντικείμενο πάνω από το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ενώ αυτές των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ εξακολουθούν να εκδικάζονται από το διοικητικό εφετείο.
Με την παράγραφο 3 προβλέπεται ότι η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, μεταβολή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας για τις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές ισχύει και για τις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος. Έτσι, για όσες υποθέσεις έχει ήδη ορισθεί δικάσιμος κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, θα εφαρμοστεί το νομοθετικό πλαίσιο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας που ίσχυε κατά το χρόνο ορισμού δικασίμου, προκειμένου να μην ανατρέπεται η πορεία εκδίκασης προσδιορισμένων υποθέσεων, ενώ για όσες δεν θα έχει ορισθεί δικάσιμος κατά την έναρξη ισχύος του νόμου θα τύχουν εφαρμογής οι νέες διατάξεις. Μεταβατική ρύθμιση που να συναρτά την ισχύ νέας διάταξης με κριτήριο το αν κατά την έναρξη ισχύος της έχει ορισθεί δικάσιμος έχει δοκιμαστεί στην πράξη με επιτυχία σε ανάλογο ζήτημα καθ’ ύλην αρμοδιότητας με το άρθρο 47 του ν. 4055/2012.
Με την παράγραφο 4 τροποποιείται η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να οριστεί ρητά ότι στην αρμοδιότητα του προέδρου πρωτοδικών ανήκουν και οι διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013. Με τη ρύθμιση αυτή σκοπείται να αντιμετωπιστεί η διχογνωμία που επήλθε στη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων από το γεγονός ότι μετά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) δεν υπήρξε αντίστοιχη εναρμόνιση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ενόψει της ομοιότητας των ρυθμίσεων του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 με εκείνες του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, καθώς επίσης και του άρθρου 153 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, παρίσταται αναγκαία η ενιαία δικονομική μεταχείριση των εν λόγω κατηγοριών υποθέσεων.
Με την παράγραφο 5 προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, προκειμένου να προβλεφθεί ότι η υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής δεν ισχύει στις περιπτώσεις των διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του προέδρου πρωτοδικών κατά την περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Στην αρμοδιότητα του προέδρου πρωτοδικών υπήχθησαν, με το άρθρο 13 του ν. 3900/2010, μια σειρά από φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, των οποίων η φύση απαιτεί άμεση και ταχεία επίλυση. Με τη ρύθμιση αυτή πράγματι επιτεύχθηκε σύντομος χρόνος εκδίκασης των ανωτέρω υποθέσεων, που κατά μέσο όρο ανέρχεται σε τρεις (3) μήνες από την κατάθεση των σχετικών προσφυγών. Με το άρθρο 63 του ν. 4174/2013, όμως, οι εν λόγω διαφορές υπήχθησαν στην υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής προτού αχθούν προς δικαστική επίλυση, ρύθμιση η οποία επιμήκυνε το συνολικό χρόνο που απαιτείται για την επίλυσή τους. Προκειμένου να διατηρηθεί το όφελος που έχει επιτευχθεί από την ως άνω ταχεία δικαστική επίλυση των εν λόγω υποθέσεων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα ζητήματα που αναφύονται σε αυτές είναι κυρίως νομικά, εξυπηρετώντας παράλληλα και τον σκοπό αποσυμφόρησης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, κρίνεται σκόπιμη η απ’ ευθείας υπαγωγή τους σε δικαστική κρίση, χωρίς να διέρχονται το στάδιο της ενδικοφανούς προσφυγής που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 4174/2013. Η ταχεία επίλυση των διαφορών αυτών (που προκύπτουν ενδεικτικά, από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαίωσης ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, από την προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία, από την άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών, από την αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών καθώς και την αφαίρεση πινακίδων και αδειών κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων, από την απαγόρευση προς τις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, κ.ο.κ.), είναι επιβεβλημένη κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και αποβλέπει στην ενίσχυση και διασφάλιση των προϋποθέσεων άσκησης της οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας και την άμεση άρση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση ή μη της λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Άρθρο 19
Τροποποίηση διατάξεων για την εξαίρεση δικαστών
1. Το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν την εξαίρεση του δικαστή για τον οποίο συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν συγκεκριμένοι πραγματικοί λόγοι που δικαιολογούν τη δημιουργία αμφιβολίας ως προς την αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων του, με έγγραφη αίτηση, που υποβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου ή στο ακροατήριο κατά τις διακρίσεις της επόμενης παραγράφου.
2. Η εξαίρεση προτείνεται από τον διάδικο πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο. Αργότερα, και έως το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο, αίτηση εξαίρεσης μπορεί να υποβληθεί, μόνο εάν πιθανολογείται ότι η περίπτωση ή οι λόγοι της εξαίρεσης προέκυψαν ή έγιναν γνωστοί στον διάδικο μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας.
3. Οι διάδικοι με την ίδια αίτηση μπορούν επίσης να ζητήσουν να κριθεί η νομιμότητα διαδικαστικών πράξεων που έχει ενεργήσει ο δικαστής του οποίου ζητείται η εξαίρεση ή που έχουν ενεργηθεί με τη σύμπραξή του πριν από την υποβολή της αίτησης.
4. Η αίτηση υποβάλλεται είτε από τον διάδικο αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο με ειδική πληρεξουσιότητα, πρέπει δε να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους εξαίρεσης και τα στοιχεία από τα οποία αυτοί αποδεικνύονται, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
5. Είναι απαράδεκτη η αίτηση για την εξαίρεση όλων των δικαστών των διοικητικών δικαστηρίων του Κράτους.
6. Δεν επιτρέπεται αίτηση εξαίρεσης: α) όλων των μελών του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετούν πραγματικά περισσότεροι από πέντε (5) δικαστές, β) μελών του δικαστηρίου το οποίο αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης κατά το άρθρο 18, γ) περισσοτέρων των οκτώ (8) δικαστών για κάθε δικαστήριο στο οποίο υπηρετούν πραγματικά τουλάχιστον δώδεκα (12) δικαστές, δ) περισσοτέρων των τεσσάρων (4) δικαστών για κάθε δικαστήριο στο οποίο υπηρετούν πραγματικά επτά (7) δικαστές και περισσοτέρων των δύο (2) όταν υπηρετούν πραγματικά λιγότεροι από επτά (7) δικαστές, ε) μελών του δικαστηρίου το οποίο αποφασίζει για την παραπομπή της αίτησης εξαίρεσης από δικαστήριο σε δικαστήριο κατά τα άρθρα 11 και 21.
7. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αίτησης εξαίρεσης από τον διάδικο κατά των ίδιων δικαστών, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης.»
2. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Με την απορριπτική απόφαση το δικαστήριο, εάν κρίνει ότι οι λόγοι εξαίρεσης είναι απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι, επιβάλλει σε εκείνον που υπέβαλε την αίτηση και τις κυρώσεις της παρ. 2 του άρθρου 42.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 19
Τροποποίηση διατάξεων για την εξαίρεση δικαστών
Με την παράγραφο 1 αντικαθίσταται το περί εξαιρέσεως δικαστών άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία εναρμονίζεται με την αντίστοιχη του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αποβλέπει στη θέση φραγμών στην καταχρηστική άσκηση αιτήσεων περί εξαιρέσεως δικαστών, οι οποίες έχουν ως μοναδικό σκοπό την παρέλκυση της διοικητικής δίκης.
Με την παράγραφο 2 τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 19 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να προβλεφθεί ότι το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του Κώδικα (χρηματική ποινή έως 1.500 ευρώ), αν κρίνει ότι οι προβληθέντες λόγοι εξαίρεσης είναι απαράδεκτοι.

Άρθρο 20
Τροποποίηση του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Η περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«α) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών, όταν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, αν πρόκειται δε για φορολογική εν γένει διαφορά που αφορά κύριο και πρόσθετο φόρο, όταν ο κύριος φόρος δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 20
Τροποποίηση του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με το άρθρο 20 αυξάνεται στα 1.500 ευρώ (από 590 ευρώ) το όριο των χρηματικών διαφορών (συμπεριλαμβανομένων και των χρηματικών φορολογικών εν γένει διαφορών) στις οποίες οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποί τους θα μπορούν να διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικούς πληρεξούσιους. Η ρύθμιση κρίνεται σκόπιμη μετά πάροδο δεκαέξι περίπου ετών από την έναρξη ισχύος του Κώδικα και δεδομένης της μεταβολής των εν γένει κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Άρθρο 21
Τροποποίηση των άρθρων 126 και 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
1. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καταργούνται. Η ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες.
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 128 αντικαθίσταται ως εξής: «Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, με μνεία της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στους καθ’ ων τούτο στρέφεται, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 21
Τροποποίηση των άρθρων 126 και 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με την παράγραφο 1 του άρθρου καταργείται, για λόγους επιτάχυνσης και οικονομίας της δίκης, η επί ποινή απαραδέκτου προϋπόθεση επίδοσης επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, δεδομένου ότι η κοινοποίηση αυτού γίνεται υποχρεωτικά από τη γραμματεία του δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους η ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες.
Με την παράγραφο 2 εναρμονίζεται το άρθρο 128 με την προηγούμενη ρύθμιση και τα δικόγραφα όλων των υποθέσεων που κατατέθηκαν επιδίδονται, με επιμέλεια της γραμματείας, σε εκείνους έναντι των οποίων στρέφονται, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ώστε να είναι εφικτή η προετοιμασία των σχετικών φακέλων. Η υποχρέωση αυτή δεν δυσχεραίνει τη φορολογική διοίκηση, η οποία έχει ήδη έτοιμο φυσικό και ηλεκτρονικό φάκελο ενόφει της προηγούμενης άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής.

Άρθρο 22
Τροποποίηση του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
1. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 126Α προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Την κατά τα ανωτέρω εκδίκαση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου μπορεί να προτείνει στον πρόεδρο και ο ορισθείς κατά το άρθρο 127 ως εισηγητής.»
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι κατά τις παραγράφους 1 και 2 αποφάσεις λαμβάνονται μόνον ομοφώνως και μετά την αποστολή του φακέλου από τη διοίκηση, όταν τούτο κρίνεται απαραίτητο.»
3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 126Α αντικαθίσταται ως εξής: «Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του, που κατατίθεται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση, και πάντως όχι μετά την πάροδο δεκαοκτώ (18) μηνών από την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο
ακροατήριο, καταβάλλοντας τριπλάσιο του κατά το άρθρο 277 οριζόμενου παράβολου ή, όταν η υπόθεση έχει εισαχθεί με το ένδικο βοήθημα της αγωγής, τριπλάσιο του οριζόμενου στην περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 277 παράβολου για την προσφυγή.»
4. Στο άρθρο 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής:
«10. Υποθέσεις που έχουν εισαχθεί αναρμοδίως μπορούν να παραπέμπονται στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο είτε με πράξη του προέδρου του συμβουλίου διεύθυνσης ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο είτε με τη διαδικασία της παραγράφου 1. Με τον ίδιο τρόπο παραπέμπεται και η τυχόν εκκρεμής αίτηση αναστολής.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 22
Τροποποίηση του άρθρου 126Ατου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με την παράγραφο 1 προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 126Α, προκειμένου να προβλεφθεί ότι δυνατότητα πρότασης για παραπομπή της υπόθεσης σε συμβούλιο, στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2, έχει και ο εισηγητής δικαστής. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία ενόφει της εισαγωγής, με το άρθρο 24 του παρόντος νομοσχεδίου, του θεσμού του εισηγητή δικαστή, προκειμένου να έχει και αυτός, λόγω της γνώσης της δικογραφίας, τη δυνατότητα να προτείνει παραπομπή της υπόθεσης σε συμβούλιο.
Με την παράγραφο 2 τροποποιείται η παράγραφος 5 του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να καταργηθεί η υποχρέωση αποστολής φακέλου από τη Διοίκηση στις υποθέσεις σε συμβούλιο, πλην των περιπτώσεων όπου το δικαστήριο την κρίνει αναγκαία. Δεδομένου ότι η αποστολή του φακέλου από τη Διοίκηση στο δικαστήριο δημιουργεί μια χρονοβόρα διαδικασία στις υποθέσεις σε συμβούλιο, η οποία δεν είναι απαραίτητη όταν το ένδικο βοήθημα ή μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο, κρίνεται σκόπιμη η προτεινόμενη ρύθμιση, ώστε να μην απαιτείται να αναμένει χωρίς λόγο το δικαστήριο την αποστολή του φακέλου στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Με την παράγραφο 3 αντικαθίσταται η παράγραφος 6 του άρθρου 126Α, προκειμένου να οριστεί η καταβολή αυξημένου παράβολου (στο τριπλάσιο του κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 277 παράβολου για την προσφυγή) για την εισαγωγή στο ακροατήριο υποθέσεων που έχουν εισαχθεί με το ένδικο βοήθημα της αγωγής, μετά την έκδοση απόφασης με τη διαδικασία του άρθρου 126Α. Τούτο, καθόσον για την άσκηση αγωγής δεν προβλέπεται γενικώς η καταβολή παράβολου και, επομένως, δεν προκύπτει το πολλαπλάσιο ποσό που απαιτείται για την επαναφορά της υπόθεσης μετά την έκδοση απόφασης με τη διαδικασία του άρθρου 126Α. Η πρόβλεψη υποχρέωσης καταβολής παράβολου στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται επιβεβλημένη και για το ένδικο βοήθημα της αγωγής, προς αποτροπή της άσκοπης επαναφοράς υποθέσεων επί των οποίων έχει ήδη προηγηθεί δικαστική κρίση με διαδικασία σε συμβούλιο (κατά το άρθρο 126Α), επιλέγεται δε για την αγωγή το παράβολο που θα ισχύει κάθε φορά για το ένδικο βοήθημα της προσφυγής.
Με την παράγραφο 4 προστίθεται παράγραφος 10 στο άρθρο 126Α, προκειμένου να προβλεφθεί η δυνατότητα παραπομπής στο αρμόδιο δικαστήριο υποθέσεων που έχουν εισαχθεί αναρμοδίως και με πράξη του προέδρου του συμβουλίου διεύθυνσης ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Σκοπός της ρύθμισης είναι να αποφεύγεται η πιο χρονοβόρα διαδικασία εισαγωγής των υποθέσεων αυτών σε συμβούλιο.

Άρθρο 23
Εισαγωγή της ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών

1. Μετά το άρθρο 126Α στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 126Β ως εξής:
«Άρθρο 126Β
Ενδοδικαστική συμβιβαστική επίλυση σε συμβούλιο των διαφορών από αγωγές για απαιτήσεις από διοικητικές συμβάσεις
1. Οι διαφορές από αγωγές για απαιτήσεις από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων αρμοδιότητας των διοικητικών εφετείων, υπόκεινται στη διαδικασία ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης σε συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων παραγράφων.
2. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής, αμέσως μετά την κατάθεση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, ορίζει με πράξη του επ’ αυτού το αρμόδιο τμήμα για την ενδοδικαστική επίλυση της διαφοράς. Ο πρόεδρος του οικείου τμήματος ορίζει εισηγητή δικαστή με πράξη του, η οποία κοινοποιείται στους διαδίκους. Εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση, οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να προσκομίσουν στη γραμματεία του δικαστηρίου όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επίλυση της διαφοράς. Ο εισηγητής επιμελείται τη συγκέντρωση των αναγκαίων
στοιχείων από τους διαδίκους, από τους οποίους μπορεί να ζητά, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων, και οργανώνει την επικοινωνία με αυτούς προς τον σκοπό επίλυσης της διαφοράς. Προς τούτο οι διάδικοι καλούνται σε κοινή συνάντηση από τον εισηγητή σε ημερομηνία που ορίζεται από τον ίδιο. Μετά την ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας, η υπόθεση εισάγεται στο συμβούλιο και συντάσσεται πρακτικό, το οποίο περιέχει τις δηλώσεις των διαδίκων και την απόφαση του συμβουλίου, με την οποία επιλύεται η διαφορά ή διαπιστώνεται η μη επίτευξη της ενδοδικαστικής επίλυσής της.
3. Η απόφαση ενδοδικαστικής επίλυσης, η οποία περιέχει το ύψος της απαίτησης χωρίς παράθεση του πραγματικού, το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας και τον προσδιορισμό του επιτοκίου, έχει τα αποτελέσματα αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και συνιστά εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 199 του παρόντος Κώδικα.
4. Η διαδικασία ενδοδικαστικής επίλυσης διεξάγεται κατά τρόπο που να διασφαλίζεται το απόρρητο αυτής.
5. Οι διάδικοι, πλην του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τους οποίους έχει εφαρμογή η παράγραφος 1 του άρθρου 29 του παρόντος Κώδικα, εκπροσωπούνται στη διαδικασία του παρόντος άρθρου από δικηγόρους, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, εφαρμοζόμενης και της διάταξης της περίπτωσης Α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του παρόντος Κώδικα. Για την ενδοδικαστική επίλυση της διαφοράς απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα.»
2. Οι διατάξεις του νέου άρθρου 126Β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που τίθενται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 23
Εισαγωγή της ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών
Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού εισάγεται ο θεσμός της ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης των διοικητικών διαφορών ουσίας, ύστερα από την άσκηση αγωγής στα διοικητικά εφετεία. Ο νέος αυτός θεσμός, έχοντας ως πηγή έμπνευσης μεταξύ άλλων και το άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ «για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές», που μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με την υποπαράγραφο Ζ.10 της παραγράφου Ζ’ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), αποβλέπει στην επιτάχυνση της διαδικασίας, προκειμένου να επιτευχθεί η επίλυση των ως άνω διαφορών σε σύντομο χρόνο.
Με την παράγραφο 2 προβλέπεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων του νέου άρθρου 126Β καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή ακόμη και εκείνες για τις οποίες έχει ορισθεί δικάσιμος κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου.

Άρθρο 24
Εισαγωγή του θεσμού του εισηγητή δικαστή σε διαφορές ουσίας
1. Στο άρθρο 127 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του τμήματος, αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, με πράξη του επ’ αυτού, ορίζει εισηγητή τόσο για τις υποθέσεις τριμελούς όσο και μονομελούς σύνθεσης και δίνει εντολή να ανακοινωθεί η δικογραφία σε αυτόν. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του τμήματος μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και προφορικώς, να αντικαταστήσει τον εισηγητή σε περίπτωση κωλύματος. Εισηγητής δεν ορίζεται για το ένδικο βοήθημα της αγωγής ή για ένδικο μέσο κατά απόφασης που εκδίδεται επί αγωγής. Σε περίπτωση σώρευσης περισσότερων ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων κατά το άρθρο 124, εισηγητής ορίζεται εφόσον τούτο απαιτείται για ένα από τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο.»
2. Μετά το άρθρο 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 128Α με τίτλο «Καθήκοντα εισηγητή», ως εξής:
«1. Ο εισηγητής, σε συνεργασία, εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο, με τον πρόεδρο του συμβουλίου διεύθυνσης ή τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή τον πρόεδρο του τμήματος, φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης και για τη διενέργεια των επιδόσεων εκ μέρους της γραμματείας.
2. Ο εισηγητής μπορεί να ανακοινώνει τη δίκη στους δικαιούμενους σε παρέμβαση, να επικοινωνεί με τους διαδίκους, να τους ενημερώνει για τυχόν τυπικές παραλείψεις και να ζητά από αυτούς να προσκομίσουν στοιχεία που λείπουν ή είναι οπωσδήποτε χρήσιμα.
3. Οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής για τη συγκέντρωση στοιχείων και πληροφοριών για τη διερεύνηση της υπόθεσης έχουν την υποχρέωση να αποστέλλουν τα ζητούμενα στοιχεία και να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες.
4. Όταν ανακύπτουν ζητήματα που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως, ο εισηγητής συντάσσει συνοπτική έκθεση, η οποία αναφέρεται αποκλειστικά στα ζητήματα αυτά. Στην περίπτωση αυτή, η έκθεση επισυνάπτεται στον φάκελο το αργότερο τρεις (3) ημέρες πριν από τη συζήτηση, προκειμένου να λάβουν γνώση οι διάδικοι. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης κατάθεσης της έκθεσης από τον εισηγητή, ο διάδικος δύναται να ζητήσει αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης.»
3. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 129 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο τριάντα ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο.»
4. Η παράγραφος 2 του άρθρου 133 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η συνεδρίαση αρχίζει με την προεκφώνηση των υποθέσεων από το πινάκιο, κατά τη σειρά της εγγραφής τους σε αυτό. Την προεκφώνηση ακολουθεί η εκφώνηση και η συζήτηση των υποθέσεων. Σε περίπτωση που έχει συνταχθεί έκθεση κατά το άρθρο 128Α, η συζήτηση αρχίζει με την ανάγνωσή της από τον εισηγητή. Σε ειδική στήλη του πινακίου, ο δικαστής που προεδρεύει κατά τη συνεδρίαση σημειώνει, για κάθε περίπτωση, κατά μεν την προεκφώνηση, αν τυχόν η υπόθεση αναβάλλεται ή διαγράφεται, μετά δε την εκφώνηση και τη συζήτηση, αν οι διάδικοι παραστάθηκαν και πώς κατ’ αυτήν, καθώς και ότι η υπόθεση συζητήθηκε. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμφανισθούν στο ακροατήριο, αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση που έχει γίνει από πληρεξούσιο του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν έχει καμία δικονομική συνέπεια, αν δεν διαβιβαστεί εμπρόθεσμα στο δικαστήριο ο διοικητικός φάκελος. Η δήλωση αυτή παραδίδεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή, σε περίπτωση κοινής δήλωσης, από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ύστερα από αίτηση διαδίκου, δεν κλητεύεται κατά τη νέα δικάσιμο ο διάδικος που υπέβαλε δήλωση.»
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος.

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 24
Εισαγωγή του θεσμού του εισηγητή δικαστή σε διαφορές ουσίας
Με το άρθρο 24 εισάγεται σε διαφορές ουσίας ο θεσμός του εισηγητή δικαστή. Η εισαγωγή του θεσμού είναι αναγκαία για τη βελτίωση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης και για την επιτάχυνση της δίκης, δεδομένου ότι η υπόθεση θα προετοιμάζεται καλύτερα, ο εισηγητής δικαστής κατά τη συζήτηση της υπόθεσης θα γνωρίζει τη διαφορά, αλλά και θα μπορεί να ενεργεί πριν από τη συζήτηση ώστε να προσκομίζεται εγκαίρως ο διοικητικός φάκελος και κάθε άλλο κρίσιμο στοιχείο.
Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 προστίθεται παράγραφος 3 στο άρθρο 127 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με την οποία τίθεται το πλαίσιο του ορισμού του εισηγητή δικαστή. Ο εισηγητής ορίζεται, τόσο για τις υποθέσεις τριμελούς όσο και μονομελούς σύνθεσης, από τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή τον πρόεδρο του τμήματος, ενώ παρέχεται η δυνατότητα αντικατάστασής του σε περίπτωση κωλύματος. Εισηγητής δεν θα ορίζεται στις αγωγές (επομένως, ούτε και στα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων επί αγωγών), λόγω της φύσης του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος και ιδίως ενόψει του ότι ο ενάγων έχει την πρωτοβουλία για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού. Όταν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερα ένδικα βοηθήματα ή μέσα κατά το άρθρο 124, εισηγητής θα ορίζεται εφόσον τούτο απαιτείται για ένα έστω από τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα που σωρεύονται.
Με την παράγραφο 2 προστίθεται νέο άρθρο 128Α με τίτλο «Καθήκοντα εισηγητή», με το οποίο ορίζονται τα καθήκοντα του εισηγητή δικαστή. Η συνεργασία του εισηγητή δικαστή με τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή τον πρόεδρο του τμήματος κρίνεται απαραίτητη, επειδή στις διαφορές ουσίας στα διοικητικά δικαστήρια δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής ανάλογης ρύθμισης με αυτή του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 20 του Π.Δ. 18/1989 περί ορισμού βοηθού εισηγητή. Η εν λόγω συνεργασία θα αφορά αποκλειστικά το στάδιο της συγκέντρωσης των στοιχείων της δικογραφίας και ως εκ τούτου κρίνεται απαραίτητη όχι μόνο για τις υποθέσεις τριμελούς σύνθεσης αλλά και για τις αντίστοιχες μονομελούς. Ο εισηγητής θα μπορεί να επικοινωνεί με τους διαδίκους και να ζητά από αυτούς να προσκομίσουν στοιχεία που λείπουν ή είναι οπωσδήποτε χρήσιμα, ενώ οι αρχές στις οποίες θα απευθύνεται θα έχουν την υποχρέωση να αποστέλλουν τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τους ζητούνται.
Ενόψει των ιδιαιτεροτήτων των διαφορών ουσίας, αλλά και για λόγους συναρτώμενους με το στόχο της επιτάχυνσης κρίνεται σκόπιμο να μην συντάσσεται σε κάθε περίπτωση από τον εισηγητή έκθεση. Υποχρέωση σύνταξης έκθεσης υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία, κατά την κρίση του εισηγητή, ανακύπτουν ζητήματα που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως. Στην περίπτωση αυτή, η έκθεση περιορίζεται αποκλειστικά στην παράθεση των αυτεπαγγέλτως ερευνώμενων ζητημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να αναλώνεται ο εισηγητής με το ιστορικό της διαφοράς και με όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί από τους διαδίκους, καλύπτεται η απαίτηση να μην αιφνιδιάζεται ο διάδικος όταν ανακύπτουν ζητήματα που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως και επηρεάζουν την υπόθεση, ενώ υπηρετείται ο στόχος της επιτάχυνσης, αφού αποφεύγεται η αναγκαία προς άρση των συνεπειών του εν λόγω αιφνιδιασμού αναβολή της υπόθεσης, δεδομένου ότι κατά τη νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης συνεπάγεται, κατά γενικό κανόνα, το δικαίωμα των διαδίκων να λάβουν γνώση και να αναπτύξουν τις παρατηρήσεις τους επί νομικών ισχυρισμών που ο δικαστής λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη και στους οποίους προτίθεται να στηρίξει την απόφασή του (βλ. ιδίως ΔΕΕ C-89/08), σε περίπτωση δε εξέτασης αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου λόγου το δικαστήριο οφείλει να αναβάλει την υπόθεση (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της 7.6.2001, Kress κατά Γαλλίας). Σε περίπτωση κατά την οποία ανακύπτουν, κατά την κρίση του εισηγητή, ζητήματα που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως, η εισήγηση επισυνάπτεται στον φάκελο το αργότερο τρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους να λαμβάνουν γνώση. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης κατάθεσης της έκθεσης ο διάδικος δύναται να ζητήσει αναβολή.
Με την παράγραφο 3 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 129 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να οριστεί η προθεσμία για τη διαβίβαση στο δικαστήριο του διοικητικού φακέλου σε τριάντα ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να καταστούν ομοιόμορφες οι διατάξεις που ορίζουν την προθεσμία διαβίβασης του διοικητικού φακέλου στη δίκη ουσίας και στην ακυρωτική δίκη, καθόσον δεν υφίσταται δικαιολογητικός λόγος διαφοροποίησης, πολύ δε περισσότερο μετά την εισαγωγή και στη δίκη ουσίας του θεσμού του εισηγητή δικαστή.
Με την παράγραφο 4 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 133 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να οριστεί, πρώτον, ότι, σε περίπτωση που συντάσσεται έκθεση κατά το άρθρο 128Α, η συζήτηση αρχίζει με την ανάγνωση από τον εισηγητή της έκθεσής του και, δεύτερον, ότι η δήλωση παράστασης από πληρεξούσιο του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. δεν έχει καμία δικονομική συνέπεια, αν δεν διαβιβαστεί εμπρόθεσμα στο δικαστήριο ο διοικητικός φάκελος. Με την πρώτη ρύθμιση σκοπείται να τεθεί σαφώς το σημείο της συνεδρίασης κατά το οποίο θα αναγιγνώσκεται η έκθεση του εισηγητή, όταν θα υπάρχει σχετική υποχρέωση. Με τη δεύτερη ρύθμιση σκοπείται η αντιμετώπιση του φαινομένου, η Διοίκηση να υποβάλει στο δικαστήριο δήλωση παράστασης ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει αποστείλει τον διοικητικό φάκελο με τα στοιχεία της υπόθεσης και την έκθεση των απόψεών της. Ενόψει της ανάγκης για επιτάχυνση, η εν λόγω ρύθμιση έχει τη μορφή πίεσης προς τη Διοίκηση, προκειμένου να διαβιβάσει, και μάλιστα εμπρόθεσμα, τον διοικητικό φάκελο.
Με την παράγραφο 5 προβλέπεται ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος. Με τη ρύθμιση αυτή σκοπείται να εξασφαλιστεί η ομαλή εισαγωγή του νέου θεσμού στα διοικητικά δικαστήρια και να αποφευχθούν αναβολές υποθέσεων για τις οποίες δεν υπήρχε δυνατότητα ορισμού εισηγητή, διότι ο χρόνος συζήτησής τους βρίσκεται πολύ κοντά στον χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου.

Άρθρο 25
Τροποποίηση του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Η παράγραφος 2 του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 143, τα οποία, εφόσον δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις α’, δ’ και ε’ της προηγούμενης παραγράφου.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 25
Τροποποίηση του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με τη ρύθμιση του άρθρου 25 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να προβλεφθεί ότι η δίκη καταργείται πριν ορισθεί δικάσιμος και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει εκλείψειτο αντικείμενο της δίκης.

Άρθρο 26
Τροποποίηση του άρθρου 194 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 194 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 81 του ν. 3659/2008 (Α’ 77), αντικαθίσταται ως εξής:
«Μόλις συμπληρωθεί το οκτάμηνο, ο Γενικός Επίτροπος της Επικράτειας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη ή μη η καθυστέρηση.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 26
Τροποποίηση του άρθρου 194 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με το άρθρο 26 τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 194 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και προβλέπεται ότι το δικαιολογημένο ή μη της πέραν του
οκταμήνου καθυστέρησης στη δημοσίευση των αποφάσεων ερευνά, αντί του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης, ο Γενικός Επίτροπος της Επικράτειας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η ρύθμιση αυτή, η οποία δεν ενέχει από μόνη της πειθαρχική χροιά, θα συμβάλει αποφασιστικά στην επιτάχυνση της διαδικασίας ανασυζήτησης των υποθέσεων, σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη δημοσίευση των αποφάσεων. Τούτο, διότι ο Γενικός Επίτροπος της Επικράτειας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μπορεί να εκτιμά άμεσα το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης, στο πλαίσιο της επεξεργασίας των στοιχείων που διαθέτει αυτοτελώς, σχετικά με την κίνηση των εργασιών των δικαστικών λειτουργών των διοικητικών δικαστηρίων της χώρας (βλ. άρθρο 29 περ. δ’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), ώστε η κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 194 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας απονομή της δικαιοσύνης να καθίσταται αποτελεσματική για τους διαδίκους. Εξυπακούεται, άλλωστε, ότι η θεσμική θέση του Γενικού Επιτρόπου διασφαλίζει την ορθολογική χρήση των ανωτέρω στοιχείων για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 27
Τροποποίηση του άρθρου 202 και κατάργηση του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, το δικαστήριο μπορεί, με την απόφασή του, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων, για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση.»
2. Στο άρθρο 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής:
«6. Σε κάθε περίπτωση χορήγησης αναστολής, μερικής ή ολικής, η υπόθεση προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα, εντός έτους από την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης αναστολής και, στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης.»
3. Το άρθρο 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010, καταργείται.

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 27
Τροποποίηση του άρθρου 202 και κατάργηση του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με την παράγραφο 1 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να προβλεφθεί ότι στις χρηματικές διαφορές, περιλαμβανομένων των φορολογικών και τελωνειακών, το δικαστήριο μπορεί με την απόφαση αναστολής να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος. Με τη ρύθμιση αυτή αντιμετωπίζονται τα προβλήματα που ανέκυφαν συνεπεία της διατύπωσης της διάταξης της παραγράφου 2, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 3900/2010, καθόσον παρέμενε ασαφές ως προς τι διαφοροποιείται η εξουσία που παρέχεται στο δικαστήριο με την παράγραφο 1 (αναστολή της προσβαλλόμενης πράξης καθ’ εαυτή) από την αντίστοιχη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Η νέα ρύθμιση επιτρέπει καταρχήν τη χορήγηση αναστολής της πράξης καθεαυτή και επί των συγκεκριμένων κατηγοριών διαφορών, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι το δικαστήριο δεν εμποδίζεται να ικανοποιήσει πλήρως το αίτημα προσωρινής δικαστικής προστασίας σε όσες περιπτώσεις η στάθμιση αγαθών επιτάσσει το πλήρες ανασταλτικό αποτέλεσμα της οικείας διοικητικής πράξης. Ο εξορθολογισμός που επέρχεται με τη νέα ρύθμιση παρίσταται αναγκαίος, δεδομένου ότι στην περίπτωση αντίστροφου αιτήματος από μέρους της Διοίκησης (άμεση εκτέλεση πράξης φορολογικής ή τελωνειακής αρχής η οποία αναστέλλεται μερικώς ή στο σύνολο της λόγω άσκησης προσφυγής) η εξουσία του δικαστηρίου είναι πλήρης (άρθρο 205Α). Προς άμβλυνση των συνεπειών που επιφέρει η αποδοχή της αίτησης αναστολής σε σχέση με την εκτελεστότητα της διοικητικής πράξης, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτημα της Διοίκησης, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, όπως ιδίως ακίνητα του αιτοόντος, κινητά και απαιτήσεις αυτού εις χείρας τρίτων, κ.ά. Η εξαίρεση από το ανασταλτικό αποτέλεσμα διατάσσεται είτε κατόπιν σχετικού αιτήματος της Διοίκησης είτε και αυτεπαγγέλτως, όταν από τα στοιχεία της δικογραφίας (π.χ. δήλωση παγκοσμίου εισοδήματος) προκύπτουν περιουσιακά στοιχεία για τα οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η λήψη των ανωτέρω μέτρων δεν συνεπάγεται ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση έχει την ευχέρεια, βάσει της αρχής της μέριμνας του δικαστηρίου για την πρόοδο της δίκης (άρθρο 33 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), να λαμβάνει όλα τα πρόσφορα μέτρα για τη διακρίβωση της αλήθειας και συνεπώς μπορεί να διατάξει τον αιτούντα να προσκομίσει τα στοιχεία εκείνα από τα οποία, κατά την κρίση του, θα προκύπτει αν συντρέχει λόγος εφαρμογής της ρύθμισης για την εν λόγω εξαίρεση.
Με την παράγραφο 2 προστίθεται παράγραφος 6 στο άρθρο 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με το οποίο ορίζεται ότι, σε περίπτωση χορήγησης αναστολής, η υπόθεση προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα, εντός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης αναστολής και, στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, εντός έξι μηνών. Με τη ρύθμιση αυτή λαμβάνεται μέριμνα, σε κάθε περίπτωση χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος, μερικού ή ολικού, και ειδικά στις φορολογικές, τελωνειακές και τις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο, ώστε να μην παρατείνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα η αβεβαιότητα ως προς την εκτελεστότητα της διοικητικής πράξης.
Με την παράγραφο 3 καταργείται το άρθρο 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που είχε προστεθεί με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010. Με τη ρύθμιση αίρεται ο περιορισμός της δυνατότητας προβολής λόγων αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ειδικά στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές και, για λόγους διεύρυνσης του δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας του πολίτη, η περίπτωση του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης αντιμετωπίζεται ομοιόμορφα, από άποψη εξουσίας του δικαστηρίου, με την αντίστοιχη περίπτωση του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης διοικητικής πράξης.

Άρθρο 28
Τροποποίηση του άρθρου 276 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 276 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«4. Η απαλλαγή χορηγείται ύστερα από αίτηση του διαδίκου. Η υποβολή της αίτησης διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η οποία αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της επ’ αυτής απόφασης στον αιτούντα. Σε περίπτωση ήδη εκκρεμούς ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η αίτηση υποβάλλεται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η αίτηση πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.
5. Για την αποδοχή ή την απόρριψη της κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτησης, αποφαίνεται ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή ο αναπληρωτής του ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτούς πρόεδρος του δικαστηρίου, στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση, με πράξη του, η οποία επιδίδεται στον αιτούντα δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου. Η διαδικασία διεξάγεται ατελώς και δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο. Προϋπόθεση για την αποδοχή της αίτησης είναι το οικείο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην κρίνεται προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Για την ένδεια αρκεί η πιθανολόγηση. Η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο μία φορά, σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών περιστατικών.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 28
Τροποποίηση του άρθρου 276 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με το άρθρο 28 τροποποιούνται οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 276 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Με τις νέες ρυθμίσεις εξυπηρετείται η βασική αρχή της ταχύτητας που διέπει εξ ορισμού τη διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων για την παροχή του ευεργετήματος πενίας, καθώς οι αιτήσεις αυτές στο εξής θα εξετάζονται όχι μόνο από τους προέδρους των τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης ή τους διευθύνοντες προέδρους των δικαστηρίων, αλλά και από τους αναπληρωτές τους ή από τους οριζόμενους από αυτούς προέδρους, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η ορθολογική χρήση της εν λόγω δυνατότητας από τους διαδίκους.

Άρθρο 29
Τροποποίηση του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 65 του ν. 3994/2011 (Α’ 165), αντικαθίσταται ως εξής:
«Ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, δασμού, τέλους, εισφοράς ή προστίμου και, επί προσβολής πλειόνων συναφών πράξεων με κοινή προσφυγή, το άθροισμα του αντικειμένου αυτών.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 29
Τροποποίηση του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Με το άρθρο 29 τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να προβλεφθεί ότι, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και εν γένει τελωνειακές διαφορές, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται, επί προσβολής πλειόνων συναφών πράξεων με κοινή προσφυγή, το άθροισμα της διαφοράς του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου. Όπως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικράτειας, η κατά τις διατάξεις του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας υποχρέωση καταβολής αναλογικού παράβολου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, στις χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές, εν γένει, διαφορές, συνιστά θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος ένδικης προστασίας, ενόψει του σκοπού της πρόβλεψής του (αποτροπή άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων) και του παράλληλου καθορισμού ανωτάτου ορίου παράβολου δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η νέα ρύθμιση αποβλέπει στη διατήρηση του ανωτάτου ορίου του παράβολου και επί προσβολής πλειόνων συναφών πράξεων της ανωτέρω κατηγορίας διαφορών, με κοινή προσφυγή, εφόσον στην περίπτωση αυτή εξυπηρετείται η οικονομία της δίκης και προστατεύεται ο πυρήνας του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, υπό την τρέχουσα, μάλιστα, συγκυρία της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ

Άρθρο 30
Αρμοδιότητα για υποθέσεις προ του 2013

Εκκρεμή ένδικα βοηθήματα επί υποθέσεων των περιπτώσεων β’ και γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αρμοδιότητας μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου, τα οποία ασκήθηκαν μέχρι 31.12.2012, χωρίς να έχει ορισθεί δικάσιμος, εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από πρόεδρο πρωτοδικών, εξαιρουμένων των προέδρων τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης διοικητικών πρωτοδικείων, και σε δεύτερο βαθμό από εφέτη μονομελούς διοικητικού εφετείου. Οι διατάξεις του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας εφαρμόζονται και για την εκδίκαση των υποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου.

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 30
Αρμοδιότητα για υποθέσεις προ του 2013
Με τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 30 ορίζεται ότι εκκρεμή ένδικα βοηθήματα των περιπτώσεων β’ και γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αρμοδιότητας μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου, τα οποία ασκήθηκαν μέχρι 31.12.2012, χωρίς να έχει ορισθεί δικάσιμος, εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από πρόεδρο πρωτοδικών και σε δεύτερο βαθμό από εφέτη μονομελούς διοικητικού εφετείου. Η ρύθμιση αυτή υπαγορεύεται από την ανάγκη επιτάχυνσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης από τα μονομελή διοικητικά πρωτοδικεία, όπου έχουν συσσωρευτεί 55.000 ένδικα βοηθήματα, επί σειρά ετών, αφού τα οικεία εισαγωγικά δικόγραφα έχουν κατατεθεί κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2002 έως 2012. Βάσει δε του προβλεπόμενου, στους οικείους κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας, αριθμού εκδικαζόμενων, κατά μήνα, υποθέσεων, εκτιμάται ότι οι ανωτέρω εκκρεμείς υποθέσεις θα έχουν διεκπεραιωθεί σε διάστημα που κυμαίνεται (αναλόγως της συνολικής επιβάρυνσης κάθε δικαστηρίου και του αριθμού των προέδρων πρωτοδικών που υπηρετούν σε αυτό) από 10 έως 30 μήνες. Παράλληλα, οι πρωτόδικες θα εκδικάζουν, ως μονομελείς σχηματισμοί, τις υποθέσεις που τα εισαγωγικά τους δικόγραφα έχουν κατατεθεί από το έτος 2013 και εντεύθεν, αποφορτιζόμενοι, εν πολλοίς, από τις ανωτέρω «παλαιές» υποθέσεις.

Άρθρο 31
Μετατροπή θέσεων Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων – Χειριστών ΗΥ

«Ο αριθμός των οργανικών θέσεων του Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων (ήδη Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων – Χειριστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών) του Τομέα υπαλλήλων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ορίζεται σε εβδομήντα δύο (72). Πενήντα δύο (52) κενές οργανικές θέσεις του ίδιου Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων, του ίδιου Τομέα, μετατρέπονται σε: α) τριάντα πέντε (35) θέσεις Κλάδου ΠΕ Γραμματέων, β) οκτώ (8)
θέσεις Κλάδου ΠΕ Οικονομολόγων – Λογιστών, γ) τρεις (3) θέσεις Κλάδου ΠΕ Μεταφραστών – Διερμηνέων και δ) έξι (6) θέσεις Κλάδου ΥΕ Φυλάκων.»

Αιτιολογική έκθεση
Άρθρο 31
Μετατροπή θέσεων Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων – Χειριστών ΗΥ

Με την προτεινόμενη ρύθμιση μετατρέπονται θέσεις του Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων δεδομένου ότι ήδη με τον ν. 4055/2012, ο οποίος αντικατέστησε την παράγραφο 3 του άρθρου 189 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίστηκε ότι ο δικαστής παραδίδει το πρωτότυπο της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή. Συνεπώς, δεν απαιτείται πλέον καθαρογραφή των σχεδίων αποφάσεων, γεγονός που αποτελούσε το κύριο αντικείμενο απασχόλησης των δακτυλογράφων. Με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη ότι συντρέχει επιτακτική ανάγκη τόσο η Γενική Επιτροπεία της Επικράτειας όσο και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια να στελεχωθούν με γραμματειακό προσωπικό εξειδικευμένο προκειμένου να διασφαλισθεί η καλή λειτουργία και η πλήρης ανάπτυξη του νέου «Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Υποθέσεων Διοικητικών Δικαστηρίων», η διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων που προβλέπονται από τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, καθώς και η ουσιαστική επικουρία του έργου του δικαστή, όπως ισχύει σήμερα στα περισσότερα ευρωπαϊκά δικαστικά συστήματα, κρίνεται σκόπιμο να επανακαθορισθεί ο αριθμός των οργανικών θέσεων των κλάδων και ειδικοτήτων για τον τομέα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στην κατεύθυνση μετατροπής ενός αριθμού κενών οργανικών θέσεων Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων, σε θέσεις άλλων κλάδων και ειδικοτήτων από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 18 του ν. 2812/2000 (Α’ 67). Ειδικότερα, οι υπηρετούντες σήμερα δικαστικοί λειτουργοί στη Γενική Επιτροπεία της Επικράτειας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ανέρχονται σε 929 έναντι 937 οργανικών θέσεων. Στις παραπάνω δικαστικές υπηρεσίες υφίστανται σήμερα: α) 659 οργανικές θέσεις Κλάδου Γραμματέων (κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ), εκ των οποίων καλυμμένες είναι οι 511 και παραμένουν κενές 147 οργανικές θέσεις, β) 124 οργανικές θέσεις κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων (ήδη Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων – Χειριστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών), εκ των οποίων καλυμμένες είναι οι 10 και παραμένουν κενές 114 οργανικές θέσεις, γ) 207 οργανικές θέσεις Κλάδου Επιμελητών, εκ των οποίων καλυμμένες είναι οι 60 και παραμένουν κενές 147 οργανικές θέσεις και δ) 19 οργανικές θέσεις Κλάδου Πληροφορικής, οι οποίες παραμένουν όλες κενές. Από τις πιο πάνω κενές οργανικές θέσεις των συγκεκριμένων κλάδων, επίκειται η πλήρωση 115 θέσεων Κλάδου ΠΕ Γραμματέων (58 από τον διαγωνισμό του 1998, 57 και 3 ΑΜΕΑ από υπό εξέλιξη προκήρυξη) και 57 θέσεων Κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων (από τον διαγωνισμό του 1998).

Άρθρο 32 Έναρξη ισχύος

Οι διατάξεις του Μέρους Δεύτερου του παρόντος νόμου ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσής του, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
«ΠΑΡΑΒΟΛΑ ΚΑΙ ΤΕΛΗ ΕΝΔΙΚΩΝ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ, ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ»
Γενικά
Το παρόν μέρος περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τον εξορθολογισμό των δικαστικών τελών, δηλαδή την εύρεση του σημείου ισορροπίας ανάμεσα στους περισσότερους στόχους που συνδέονται με τη χρήση τους, όπως η αποφυγή της άσκησης καταχρηστικών ή όλως αβασίμων ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων, η κάλυψη λειτουργικών δαπανών της δικαιοσύνης, χωρίς παράλληλα να παρεμποδίζεται ουσιωδώς το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας για τον πολίτη ως βασική συνταγματική αρχή (άρθρο 20 Συντ.), καθώς και ρυθμίσεις για την αύξηση της διαφάνειας στον σχετικό τομέα.
Η τρέχουσα δυσμενής οικονομική κατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών, συνεπάγεται ότι το ύψος των παραβολών και δικαστικών τελών που τίθενται ως προϋποθέσεις για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου και για τη διενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων επαρκεί για την ικανοποίηση του στόχου της αποτροπής των καταχρηστικών ενδίκων βοηθημάτων/μέσων. Επομένως, με ορίζοντα άλλες πτυχές της αποτελεσματικής λειτουργίας της δικαιοσύνης, ο εξορθολογισμός των οικονομικών επιβαρύνσεων επικεντρώνεται στην ανακατανομή των επιβαλλόμενων δικαστικών παραβολών και τελών, ώστε να προσαρμόζεται ιδίως προς την κλιμάκωση των βαθμών από τους οποίους διέρχεται η δικαστική κρίση (πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφετείο, ακυρωτικό δικαστήριο), προς το είδος και το αίτημα του ασκούμενου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ιδίως με το αν με αυτό επιδιώκεται η καταψήφιση χρηματικής απαίτησης και αναλογικά προς το ύψος αυτής. Ιδιαίτερα, ελήφθη υπόψη ότι κατ’ εξαίρεση θα πρέπει να αυξηθεί η προστασία από δαπανήματα που επιβάλλονται έναντι ευάλωτων κατηγοριών των πολιτών, όπως οι εργαζόμενοι (υποθέσεις εργατικών διαφορών), ανεξάρτητα αν αυτά έχουν καταφηφιστικό χαρακτήρα.
Ειδικότερα, νομοθετείται η μείωση των παραβολών για την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου και για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ενώ αυξάνονται τα παράβολα για την άσκηση αίτησης αναίρεσης και αναψηλάφησης. Επιπλέον, προβλέπεται η κατάργηση της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου επί αναγνωριστικών αγωγών, η οποία ως είχε τεθεί παράλληλα με αντίστοιχη επιβάρυνση επί των καταψηφιστικών αγωγών έθετε την προβληματική σχετικά με τη συνταγματικότητά της [βλ. και ΑΠ 675/2010, ΠΠρΑθ 4557/2014, ΠΠρΠατρ 104/2014, ΜΠρΧαν 3/2013]. Σε αυτήν την κατεύθυνση, αξιοποιήθηκε ιδιαιτέρως η ενδελεχής μελέτη του ζητήματος από την Επιτροπή Γερμανικών Αποζημιώσεων σε σχέση με την καταβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές αποζημίωσης θυμάτων των Κατοχικών Δυνάμεων (1941-1945). Ομοίως, νομοθετείται και η μείωση του καταβλητέου επί εργατικών διαφορών δικαστικού ενσήμου, επί αγωγών δηλαδή με καταψηφιστικό αίτημα και για ποσό που προβλέπεται τέτοιο.
Τέλος, παράλληλα, λαμβάνεται πρόνοια για τη διαφύλαξη των εσόδων του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) από το οποίο χρηματοδοτείται ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη στρατηγικών στον τομέα της Δικαιοσύνης, με ειδικές ρυθμίσεις σε ξεχωριστό κεφάλαιο για τη διασφάλιση των πόρων του. Στο πλαίσιο αυτό νομοθετείται η επιλεκτική αύξηση της αξίας της εισφοράς υπέρ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. (μεγαρόσημα), η επιβάρυνση των παραβολών στις διαδικασίες των ακυρωτικών δικαστηρίων και η επιβολή παράβολου για τη χορήγηση αναβολής ενώπιον τόσο των πολιτικών όσο και των διοικητικών δικαστηρίων. Με το τελευταίο μέτρο επιδιώκεται περαιτέρω η επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, χωρίς την προσφυγή σε μια οριζόντια, γενική οικονομική επιβάρυνση επί των εισαγωγικών της δίκης ενδίκων βοηθημάτων. Το μέτρο αυτό έχει σε κάθε περίπτωση διπλή λειτουργία: αφενός εξισορροπητική ως προς τα έξοδα που δημιουργούνται από την εν λόγω διαδικαστική πράξη που οδηγεί στη διατήρηση των υποθέσεων σε εκκρεμότητα και στην επιβάρυνση της λειτουργίας των δικαστικών θεσμών, και αφετέρου προληπτική ως προς την υποβολή παρελκυστικών αιτημάτων αναβολής.

Recommended Posts